Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Το bullying και πώς να το… συνηθίσετε!

("Εφημερίδα του Κ.Σ.Μ."/τεύχος 177/Απρίλιος 2015)
 
Δεν επιδέχεται αμφιβολία ότι το δράμα του – όπως όλα δείχνουν – αυτόχειρα κρητικού φοιτητή συγκίνησε εξαιρετικά την κοινή γνώμη. Σ’αυτό συνετέλεσε και το ιδιαίτερα μεγάλο διάστημα που μεσολάβησε ωσότου λυθεί το μυστήριο της εξαφάνισής του και πρόσφερε την ευχέρεια στα ντόπια μέσα ενημέρωσης να προβάλλουν αδιάλειπτα για βδομάδες ένα θέμα με έντονη συγκινησιακή φόρτιση. Άλλο που δεν ήθελαν.
Αυτά, όμως, έκαναν τη δουλειά τους και την έκαναν καλά στο βαθμό που κριτήριο έχουν την αναγνωσιμότητα/ακροαματικότητα/τηλεθέαση και όχι την ψύχραιμη πληροφόρηση και την προσφορά πολιτισμού υψηλού επιπέδου. Γιατί αν είχαν πιο ορθολογικά και υγιή κριτήρια, αντί να ποντάρουν στο συναισθηματικό στοιχείο, θα είχαν παραμερίσει τον αβαθή καταγγελτικό λόγο και θα είχαν αναδείξει τις συνθήκες που ευνοούν την εκδήλωση κρουσμάτων bullying, δηλαδή εκφοβισμού και άσκησης ψυχοσωματικής βίας σε κυρίως ευάλωτα άτομα. Δεν το τόλμησαν, όμως, γιατί, αν το επιχειρούσαν, θα δυσαρεστούσαν ένα μεγάλο μέρος του κοινού τους, το οποίο θα ανακάλυπτε ότι επιδίδεται ασύστολα σε μορφές bullying και, ως εκ τούτου, συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση των συνθηκών που το εκτρέφουν. Το αν αυτές οι μορφές είναι πιο ήπιες δεν έχει και πολύ σημασία!
Ένα άλλο σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης, ακόμα και ως θύμα πλύσης εγκεφάλου, έχει εθισθεί να ανέχεται, αν όχι να επικροτεί, την επικράτηση με άσκηση διαφόρων μορφών βίας. Μερικές, μάλιστα, από αυτές έχουν θεωρηθεί ως θεμιτές και αναπόφευκτες χάρη στις άοκνες προσπάθειες της κυρίαρχης (αναρχο)αριστερής προπαγάνδας. Αλλά και της ατιμωρησίας ή επίσημης επιβράβευσης των δραστών από μία ψοφοδεή ή συνένοχη εξουσία.
Γιατί μορφή bullying ήταν το ξεγύμνωμα λεωφορειούχων από μαινόμενους συνδικαλιστές, οι οποίοι επιβραβεύτηκαν με την αθώωσή τους, την εκπλήρωση των αιτημάτων τους και τον (από κυβέρνηση) διορισμό τους σε δημόσιες θέσεις.
Όπως και η απειλή των αναρχικών που είχαν καταλάβει πρυτανεία πανεπιστημίου ότι θα ξυλοφορτώναν τους καθηγητές, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί απαιτώντας το άνοιγμά της και αναγκάσθηκαν να αποχωρήσουν χωρίς να επέμβει η εξουδετερωμένη από κυβερνητική ατολμία ή συνέργια με τους δράστες αστυνομία.
Ή ο εγκλεισμός (π.χ. με το “χτίσιμο” της πόρτας) πανεπιστημιακών, των οποίων οι θέσεις δεν είναι αρεστές στην φοιτητική παραεξουσία των πανεπιστημίων.
Αλλά και η χειροδικία κατά ατόμων με διαφορετικές κοινωνικο-πολιτικές απόψεις, όπως το ξυλοκόπημα καθηγητή πανεπιστημίου, το γρονθοκόπημα υπουργών, το με άγριες διαθέσεις κυνήγι δημάρχου κ.ά., με πλήρη ασυδοσία, εξαιτίας της αδυναμίας ή δειλίας της αστυνομίας να εντοπίσει και να συλλάβει τους δράστες.
Το ίδιο και οι “με το έτσι θέλω” εισβολές (φοιτητο- ή εργατο-)πατέρων σε συνεδριάσεις πανεπιστημιακών οργάνων, συμβουλίων δημοσίων οργανισμών κ.λπ. με στόχο την επιβολή της επιλογής των εισβολέων.
Καθώς και η δολοφονική δραστηριότητα των ακροαριστερών τρομοκρατικών οργανώσεων με θύματα δημοκρατικούς πολίτες, τις οποίες καλόπιαναν για χρόνια διάφορα μέσα (δήθεν) ενημέρωσης.
Δεν εξαιρείται βεβαίως ούτε η οργάνωση αντι-συγκεντρώσεων για να πτοηθούν διαδηλωτές, των οποίων τα αιτήματα δεν συνάδουν με κυβερνητικές ιδεοληψίες.
Ούτε η “φυλάκιση” ελεγκτών δημοσίων υπηρεσιών για να μην διαπιστωθούν “κοπάνες” και άλλα ανομήματα του προσωπικού.
Όλες αυτές οι περιπτώσεις είναι καθημερινές μορφές ψυχοσωματικής βίας και εκφοβισμού με στόχο την καταπτόηση των θυμάτων και την ολοκληρωτική υποταγή τους στους θύτες, δηλαδή bullying πατεντάτο!
Το κοινωνικό bullying, βέβαια, δεν περιορίζεται σε εκδηλώσεις με πολιτική χροιά, παρά την ιδιαιτερότητά τους. Η τελευταία οφείλεται αφενός μεν στην σχεδόν μονοπώληση της άσκησής του σήμερα από οργανωμένες ομάδες συγκεκριμένου πολιτικού προσανατολισμού και, σε ορισμένες περιπτώσεις τελευταία, στην ενθάρρυνσή του από την κρατική εξουσία, αφετέρου δε στον διαποτισμό της κοινωνίας με πνεύμα ανοχής απέναντι στους θύτες.
Το κοινωνικό bullying, λοιπόν, θριαμβεύει σχεδόν παντού και πάντοτε σε βάρος τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο των πιο υγιών ομάδων, χάρις στην υπέρμετρη ανοχή και στην μοιρολατρία του κοινωνικού σώματος ή στην ενδόμυχη αποδοχή του. Για παράδειγμα, στα γήπεδα οι “χούλιγκανς” έχουν εκδιώξει τους αγνούς φιλάθλους, στον δρόμο οι “τραμπούκοι της ασφάλτου” καταπατούν βάναυσα τα δικαιώματα των νομοταγών οδηγών (τους οποίους, επιπλέον, βρίζουν και απειλούν “άμα λάχει”), στις ουρές οι “επιτήδειοι” πάντα βρίσκουν τον τρόπο να βρεθούν από έσχατοι πρώτοι, στις γειτονιές κανείς δεν τολμά – γνωρίζοντας ότι δεν θα πρόκειται να βρει το δίκιο του – να τα βάλει με τον ξεδιάντροπο θορυβοποιό, στους πεζόδρομους και στα πεζοδρόμια οι “καμικάζι” εκδιώκουν τους πεζούς, το παραεμπόριο ανθεί ανενόχλητο μπρος στις πόρτες του νόμιμου εμπορίου, μικρά ασκέρια διαδηλωτών κρατάνε σε ομηρία ολόκληρες πόλεις έτσι και αποφασίσουν να περιφερθούν στο κέντρο τους (παίζοντας με το νευρικό σύστημα εκείνων που έχουν ακινητοποιηθεί εξαιτίας τους), πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι συμπεριφέρονται ξετσίπωτα σαν σατράπηδες στο υποτακτικό κοινό και… δεν συμμαζεύεται.
Τα δε όργανα που υποτίθεται έχουν ως αποστολή την επιβολή της τάξης και την προστασία των αδυνάμων “σφυρίζουν αδιάφορα” είτε επειδή φοβούνται ότι αν επιδείξουν την δέουσα αυστηρότητα ενδέχεται να βρουν τον μπελά τους, είτε γιατί η ίδια η πολιτεία τα έχει εξουδετερώσει, επιβάλλοντας την αποδοχή της επικράτησης των πιο ζόρικων στοιχείων της κοινωνίας για να μην σπαταλά πολιτικό κόστος με την αντιμετώπισή τους.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες και με την ανηλεή προπαγάνδα υπέρ των “δικαιωμάτων” των διαφόρων καταπιεστών της έχει επέλθει ο μιθριδατισμός της κοινωνίας σε συμπεριφορές αυτού του είδους που δεν της επιτρέπει να αντιληφθεί τον κατήφορο, στον οποίο οδηγείται, και να αντιδράσει. Αντίθετα, αντιμετωπίζει ως “γραφικές” ή και σκοταδιστικές τις ελάχιστες εστίες αντίστασης στον εκτραχηλισμό της. Έτσι, η κάθε τυραννική προσωπικότητα νιώθει ότι το πεδίο είναι ελεύθερο για να δράσει και ο χαμηλών τόνων πολίτης υφίσταται το καθημερινό bullying των.
Σε μία, λοιπόν, χώρα, όπου «νόμος είναι το “γ… και δέρνω” των κάθε λογής μπαχαλάκηδων, νταήδων και τραμπούκων», δεν πρέπει να εκπλήσσει το ότι δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν “καταχτημένο δικαίωμα” την επιβολή με τον εξευτελισμό της προσωπικότητας του άλλου ούτε η διάδοση της ψυχοσωματικής καταπίεσης ευαίσθητων ατόμων νεαρής ηλικίας σε σχολές όλων των βαθμίδων. Ιδιαίτερα όταν το “καλό παράδειγμα” το δίνουν κατά κύριο λόγο εδώ και δεκαετίες τα “στρατά” του τμήματος του πολιτικού φάσματος που βαυκαλίζεται ότι προσωποποιεί/εκπροσωπεί τον αγνό, άδολο και καλοκάγαθο λαό!
Μέσα σε αυτό το κλίμα, μάλιστα, δεν εκπλήσσει ούτε η πολύχρονη καθυστέρηση στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των εγκληματιών της ακροδεξιάς, ούτε οι κατά καιρούς υπερβολές, αυθαιρεσίες ή εκτροπές των αστυνομικών οργάνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου