Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥ: Το ποδόσφαιρο ως άθλημα, ως θέαμα, ως επιχείρηση

(ομιλία της 7ης Νοεμβρίου 2011)

Πιστεύω ότι μάλλον μαντεύετε ότι αιτία αυτής της ομιλίας που σκαρώσαμε, ως ΚΣΜ, είναι τα πρόσφατα αποκαλυφθέντα περιστατικά στημένων ποδοσφαιρικών αγώνων.
Η ιδέα ήταν του Αντώνη και εγώ πρότεινα να μην περιορίσουμε τον έλεγχο μόνο στο σκάνδαλο της διαπλοκής, αλλά στο ποδόσφαιρο στο σύνολό του, κατά τις εκδοχές που τιτλοφορούν την ομιλία, αφού η ποδοσφαιρική επιχείρηση δεν νοείται χωρίς το πολύ διαδεδομένο θέαμα που οδηγεί σε αυτήν, ενώ η εξήγηση του φαινομένου αυτής της διάδοσης, συμπλέκεται με την έρευνα του είδους και της ποιότητας του αθλήματος.
Στο σημείο αυτό νιώθω την ανάγκη να κάνω μιαν εξομολόγηση. Όταν είχα διαμορφώσει μέσα στο κεφάλι μου τον κορμό της ομιλίας μου και είχα κρατήσει και κάποιες σημειώσεις, ένοιωσα μια τρομάρα. Φοβήθηκα ότι η ομιλία θα ήταν αποκρουστέα ως αδιάφορη, λόγω θέματος και εκτός πάσης συγκυρίας. Σε τούτην εδώ την αίθουσα, κάθε Δευτέρα, καταπιανόμαστε με σοβαρά θέματα. Με πολιτική, με οικονομία, με εθνικά, πολιτιστικά και εργασιακά θέματα, με την ενέργεια, με την εκπαίδευση. Το ποδόσφαιρο αποτελεί σοβαρή υπόθεση για να κινήσει το ενδιαφέρον; Κι ακόμη, η πατρίδα μας διανύει μια τραγική τροχιά, εξαιτίας της οποίας, το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού της αντιμετωπίζει οξύτατα προβλήματα διαβίωσης. Με το football θ’ ασχοληθούμε; Εδώ καράβια πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζετε.
Στην προσπάθειά μου να κατανικήσω τους φόβους μου, σκέφθηκα ότι ο αθλητισμός εντάσσεται στο πολιτιστικό γίγνεσθαι κάθε χώρας, έχει αρχαιότατες ρίζες και αποτελούσε, μαζί με τις αμφικτιονίες και την κοινή αντιμετώπιση από τους Έλληνες της μηδικής εισβολής, ένα συνεκτικό ιστό των αρχαίων Ελλήνων, των οποίων τα κράτη-πόλεις μπορεί να σκοτωνόντουσαν μεταξύ τους, αλλά νοιώθοντας όλοι Έλληνες, συναθροίζονταν για την ειρηνική αθλητική άμιλλα. Σκέφθηκα ακόμη ότι και σήμερα ο αθλητισμός αποτελεί μια γιγάντια κοινωνική εκδήλωση σε παγκόσμια έκταση και επομένως δεν μπορεί να αμελείται σαν τέτοια. Και τέλος, ότι αξίζει τον κόπο να αφήνουμε κάποτε-κάποτε το μυαλό μας να ξεγλιστράει πέρα από την καθημερινή αγωνία. Κατανικώντας, λοιπόν, τους φόβους μου, σας παρουσιάζω αυτό το πόνημα. Αν βρείτε κάτι ενδιαφέρον και χρήσιμο, κρατείστε το. Αν όχι, υπομονή. Την επιείκειά σας.
Σας έφαγα το χρόνο με τις φοβίες μου. Ας ξεκινήσουμε το θέμα μας.
Γεννήτορες του αθλήματος οι Άγγλοι κατά τα μέσα του 19ου αιώνα και, όπως λέγεται, οι πρώτοι αγώνες έγιναν από ομάδες ελευθεροτεκτόνων (μασόνων). Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι κάτι σαν ποδόσφαιρο παιζόταν στις αρχαίες Ελλάδα και Ρώμη, στην Κίνα και στην Ινδία, με κάποιο αντικείμενο που δεν ήταν μπάλα. Όπως είναι γνωστό το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που παίζεται με τα πόδια ανάμεσα σε δυο ομάδες, με 11 παίκτες η κάθε μια, οι οποίοι κινούνται επί 90 λεπτά της ώρας και με τη χρήση μιας μπάλας επιχειρούν την επίτευξη του μεγαλύτερου αριθμού τερμάτων. Δεν μπαίνω σε άλλες λεπτομέρειες, αφού όλα αυτά είναι κοινώς γνωστά, οι όροι του παιχνιδιού δηλαδή, ενώ αυτό δε θα προσθέσει τίποτα στην ανάπτυξη του θέματός μας.
Ο ορισμός που παρέθεσα είναι αρκετά γενικευμένος και πιστεύω ότι θα χρειαζόταν κάποια περαιτέρω διευκρίνιση.
Στα αθλήματα που εντάσσονται στον αθλητισμό στίβου, και τα οποία είναι ατομικά και όχι ομαδικά, όπως στο ποδόσφαιρο, το ευμενές αποτέλεσμα, η νίκη, επιτυγχάνεται κατά βαθμό σχεδόν αποκλειστικό, με καταβολή της μέγιστης σωματικής δύναμης. Τούτο, τόσο στα αγωνίσματα δρόμου, όπου κερδίζει ο ταχύτερος ή ο διαθέτων τη μεγαλύτερη αντοχή, όσο και στις ρίψεις, με νικητή τον δυνατότερο αλλά και στα άλματα, όπου επικρατεί αυτός που πετυχαίνει το μακρύτερο ή υψηλότερο άλμα. Όλα είναι αποτέλεσμα σωματικής δύναμης, χωρίς να παραγνωρίζεται και η τεχνική και με μακρά άσκηση βελτίωση των σωματικών δυνατοτήτων.
Στο ποδόσφαιρο τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Ο ποδοσφαιριστής δεν πετυχαίνει το μέγιστο αποτέλεσμα γι’ αυτόν και την ομάδα του, συνεπεία της σωματικής προσπάθειας που αναπτύσσει, παρά μόνο κατά ένα μέρος, που, όπως θεωρώ, δεν είναι και το αποφασιστικό.
Εξηγούμαι: η ταχύτητα που αναπτύσσει ο ποδοσφαιριστής για να προλάβει την μπάλα πριν από τον αντίπαλό του, είναι κίνηση καθαρά σωματική. Το άλμα που επιχειρεί για να κερδίσει την κεφαλιά, είναι ομοίως σωματικό εγχείρημα.
Ο αντικειμενικός στόχος κάθε ομάδας είναι η επίτευξη τερμάτων περισσότερων εκείνων που θα δεχθεί, ώστε να πετύχει νίκη.
Αυτό όμως, πέρα από τρεξίματα ή άλλες σωματικές ενέργειες, προϋποθέτει κάποιες μεθοδεύσεις. Τόσο στον επιθετικό τομέα, ώστε να διασπάσει την αντίπαλη άμυνα, όσο και στον αμυντικό για να διαφυλάξει άτρωτη την εστία του. Τούτο σημαίνει ότι πέρα από την καταβολή σωματικών κινήσεων, πρέπει να επιστρατεύσει, τόσο ατομικά κάθε ποδοσφαιριστής, όσο και συνολικά ως ομάδα, την ενεργοποίηση εγκεφαλικών λειτουργιών.
Για να μην παρεξηγηθώ και θεωρηθεί ότι ισχυρίζομαι πως το ποδόσφαιρο είναι πνευματική άσκηση (προς θεού, δεν είναι κάτι σαν το σκάκι), τονίζω άλλη μια φορά ότι είναι άθλημα. Επί 90 λεπτά οι ποδοσφαιριστές βρίσκονται σε σχεδόν αδιάκοπη κίνηση, επιστρατεύοντας στο έπακρο τις σωματικές τους δυνάμεις. Όμως, επί 90 λεπτά καλούνται να βρίσκονται ανά πάσαν στιγμήν σε εγρήγορση, κινητοποιώντας τον νου και ακόμη και τη διαίσθησή τους, προκειμένου να προβούν σε οποιαδήποτε κίνηση απαιτηθεί, επ’ ωφελεία της ομάδας τους. Απαιτεί τον έλεγχο, πολλές φορές αστραπιαίο, τις υφιστάμενης στο γήπεδο κατάστασης πραγμάτων, της θέσης της μπάλας, των θέσεων των ποδοσφαιριστών αμφοτέρων των ομάδων, ώστε εκ τούτου να επιχειρηθεί η κατάλληλη κίνηση του παίκτη. Αυτά όλα, είναι αδιάκοπες και πρωτεύουσες νοηματικές ενέργειες, που αποτελούν και τον ιστό του ποδοσφαιρικού παιχνιδιού.
Όμοιες λειτουργίες που προσδιορίζουν τη σωματική κίνηση του παίκτη είναι (παραθέτω παραδείγματα μόνο), η προσπάθεια του ποδοσφαιριστή που κατέχει την μπάλα, να ντριπλάρει τους αντιπάλους του, δηλαδή να τους ξεπεράσει χωρίς να του αποσπάσουν την μπάλα. Η προσπάθεια γίνεται με τα πόδια, αλλά με κίνητρο την ποδοσφαιρική ευφυΐα του παίκτη, η οποία δίδει την εντολή για τις απαιτούμενες κινήσεις.
Η αποστολή της μπάλας σε συμπαίκτη, απαιτεί την σύλληψη με το νου, της θέσης που θα βρίσκεται ο συμπαίκτης κατά τη στιγμή που θα φτάσει σε αυτόν η μπάλα, καθώς και η κινητοποίηση, κατόπιν εγκεφαλικής εντολής, της δύναμης του λακτίσματος και η κατεύθυνση που θα δοθεί.
Η επιχείρηση αλώσεως της αντίπαλης εστίας, από ποδοσφαιριστή που βρίσκεται σε θέση βολής, δεν ενεργείται με οποιοδήποτε λάκτισμα, αλλά με επιδεξιότητα, ήτοι, σύγχρονη επιλογή του χρόνου και της δύναμης του λακτίσματος και της κατεύθυνσης της μπάλας, δηλαδή πνευματικών εντολών, με μοναδική σωματική κίνηση το σπρώξιμο της μπάλας.
Έφερα μόνο τρία παραδείγματα ενεργοποίησης των λειτουργιών του νου, από τα άπειρα που μπορούν να προκύψουν κατά τη διάρκεια ενός αγώνα.
Προτείνω, κατά συνέπεια, το συμπέρασμα της πρωτεύουσας σημασίας και κυριαρχίας, έναντι του σωματικού στοιχείου, εκείνου των πνευματικών λειτουργιών.
Σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, αυτούς που συμμετέχουν σε αυτές, τους διακρίνουμε σε αδέξιους, σε μετρίων ικανοτήτων, σε ικανούς, σε ιδιοφυείς, σε μεγαλοφυείς. Ανάλογα με το είδος της δραστηριότητας, απαιτούνται οι ειδικές ικανότητες που ανταποκρίνονται σε αυτό το συγκεκριμένο είδος. Μιλάμε, λοιπόν, για το εύρος και την έκταση του ταλέντου.
Στο ποδοσφαιρικό παιχνίδι, αναζητούνται οι ικανοί για να πλαισιώσουν επιτυχώς τις ποδοσφαιρικές ομάδες. Δεν σπανίζουν οι υψηλές ικανότητες, εξικνούμενες σε ποδοσφαιρικές ιδιοφυΐες και γιατί όχι σε ποδοσφαιρικές μεγαλοφυΐες, που έμειναν αξέχαστες στην ιστορία του αθλήματος (Πελέ, Μαραντόνα, Ζιντάν, Μπέκενμπαουερ).
Μιλήσαμε για ταλέντα και μεγαλοφυΐες που αντιστοιχούν στο είδος της δραστηριότητας. Στις καλές τέχνες αυτές διακρίνονται από την ύψιστη ικανότητά τους, στη σύνθεση των ήχων, την έγχρωμη και γλυπτική απεικόνιση, την αρχιτεκτονική κατασκευή, στη φιλοσοφία στη διαμάχη των ιδεών, της ύλης και του πνεύματος, στην επιχειρηματικότητα, την εφευρετικότητα και το άνοιγμα νέων δρόμων στη βιομηχανία και στο εμπόριο. Μιλάμε λοιπόν, για έναν Μότσαρτ, έναν ντα Βίντσι, έναν Λε Κορμπιζιέ, έναν Καντ, έναν Ωνάση.
Μπορούμε άραγε να μιλήσουμε για κάτι αντίστοιχο για το ποδόσφαιρο, αφού και αυτό αποτελεί μιαν ανθρώπινη δραστηριότητα, έντονα εκτεταμένη;
Θα απαντούσα, αδίστακτα, καταφατικά.
Αλλά ποιο είναι το ταλέντο και η ιδιοφυΐα ή μεγαλοφυΐα (αν φτάσουμε και σε αυτή την ακρότητα) του ποδοσφαιριστή; Σε τι συνίσταται αυτή; Απαντώ: στη μοναδική ποδοσφαιρική ευφυΐα του.
Σπεύδω αμέσως να δηλώσω ότι η ποδοσφαιρική ευφυΐα δεν έχει καμία σχέση με τη φυσική ευφυΐα και με το IQ του ανδρός, το οποίο καθόλου δεν αποκλείεται να είναι κάτω του μετρίου, καθ’ ον όμοιο τρόπο, το IQ ενός εκ των μεγίστων συνθετών, ζωγράφων ή γλυπτών, δεν είναι αναγκαίο να είναι υψηλό. Οι ειδικές ικανότητες στις διαφορετικές ανθρώπινες δραστηριότητες, είναι άσχετες με τις φυσικές ευφυΐες.
Σήμερα, παγκοσμίως, για την απόκτηση των μέγιστων ποδοσφαιριστών, τα ποσά ανέρχονται σε μερικές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ. Τυχαία πλασάρω τρία ονόματα: Μέσι, Ρονάλντο, Ρούνεϊ.
Σε τι συνίσταται η ποδοσφαιρική τους ευφυΐα, που τους κάνει ξεχωριστούς;
Σπεύδω πάλι να δηλώσω ότι δεν έχει καμία σχέση, ή αν έχει αυτή είναι περιορισμένη, με τις σωματικές του ικανότητες. Καθόλου δεν αποκλείεται, συγκρινόμενος με τους συμπαίκτες του, να μην είναι ούτε ο ταχύτερος, ούτε ο ικανότερος στα άλματα.
Είναι, όμως, ο Μέσι των δεκάδων εκατομμυρίων. Που ξέρει, έχοντας προβλέψει, να βρίσκεται στην κατάλληλη θέση την πρέπουσα στιγμή για να παραλάβει την μπάλα, που πρόκειται να του αποσταλεί, που έχει προβλέψει, ελέγχοντας την κατάσταση στο γήπεδο, ότι ο συμπαίκτης του μπορεί να βρεθεί σε θέση βολής και να του αποστείλει την μπαλιά, που μπορεί να ντριπλάρει με την μπάλα στα πόδια, αριθμό αντιπάλων ποδοσφαιριστών, ή που έχοντας την μπάλα απέναντι από την αντίπαλη εστία θα την στείλει αλάνθαστα εκεί που πρέπει, νικώντας τον αντίπαλο τερματοφύλακα, που μπορεί με την ικανότητά του και την ευρηματικότητά του, να κατευθύνει την επιθετική δραστηριότητα των συμπαικτών του.
Είναι ο ηγεμόνας και γκολτζής της παρέας.
Και καθώς μιλάμε για ιδιοφυΐες και μεγαλοφυΐες, όπως ο Μικελάντζελο Μπουοναρότι και οι βοηθοί του, έτσι και αυτός και οι συμπαίκτες του – μη γελάσετε παρακαλώ – μπορούν να συνθέσουν πάνω στο πράσινο χορτάρι του γηπέδου μια ποδοσφαιρική Καπέλα Σιξτίνα.
Μίλησα πολύ πάνω στην πρώτη εκδοχή, εκείνη του αθλήματος. Ίσως το παράκανα. Είναι όμως, το καίριο στοιχείο, αφού αναδεικνύει την ποιότητα του αθλήματος, την έντονη συμμετοχή της προσωπικότητας και του ποδοσφαιρικού νου των παικτών, πράγματα που οδηγούν στη δεύτερη εκδοχή, εκείνη του θεάματος.
Όλα όσα λεπτομερώς, μέχρι τώρα εξέθεσα, περιγράφοντας το ποδόσφαιρο ως άθλημα, καταδεικνύουν ότι αυτό διαθέτει ένα ενδιαφέρον ή ακόμη και μια ομορφιά για ένα πλήθος ανθρώπων, που προσέρχονται στον τόπο του αθλήματος, για να χαιρετίσουν τις προσπάθειες των παικτών και για να χαρούν όχι μόνο για το τυχόν ευμενές αποτέλεσμα της ομάδας της οποίας είναι οπαδοί, αλλά και για ό,τι εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια τους επί 90 λεπτά της ώρας. Στο διάστημα αυτό η συνεχής κίνηση και προσπάθεια των παικτών, δημιουργεί αδιάκοπα, ταχύτατες εναλλαγές φάσεων, που κρατούν σε ένταση το ενδιαφέρον των θεατών, αλλά και δημιουργούν απολαύσεις, όταν η δεξιοτεχνία των ποδοσφαιριστών πραγματοποιεί αριστοτεχνικούς συνδυασμούς που ανατρέπουν την αντίπαλη αντίσταση. Είναι στιγμές που αδίστακτα θα μπορούσα να χαρακτηρίσω ποιητικές, όταν η ατομική προσπάθεια ενός παίκτη ή ο συνδυασμός κινήσεων παικτών σε αφήνει άφωνο, από το μαγευτικό αποτέλεσμα αυτού του σπάνιου εγχειρήματος, που υπερβαίνει κατά πολύ το μέσο όρο των προσπαθειών.
Είναι βέβαιο ότι το ποδόσφαιρο έχει κατακτήσει την πρωτιά, ως το πιο δημοφιλές άθλημα. Δεν είναι τυχαίο, ύστερα από τα όσα πρωτύτερα περιέγραψα. Οι κερκίδες κατακλύζονται από την αδιαμφισβήτητη ομορφιά του. Δεν θα αρνηθώ ότι υπάρχουν και περιπτώσεις κάποιας ποδοσφαιρικής συνάντησης μέτριας ή κακής ποιότητας. Τούτο βέβαια, δεν αίρει τον κανόνα της υψηλής ποιότητας του αθλήματος.
Είναι προφανές βέβαια, ότι το άθλημα δεν θέλγει το σύνολο των πληθυσμιακών μαζών. Πολυπληθείς μερίδες του παραμένουν αδιάφορες, είτε γιατί δεν ενδιαφέρονται να παρακολουθήσουν 22 ανθρώπους να κυνηγούν ένα φουσκωμένο μπαλόνι, είτε γιατί δε βρέθηκαν ποτέ σε ένα περιβάλλον οικογενειακό ή φιλικό που να τους προτρέψει ή να τους υποδείξει το ενδιαφέρον του αθλήματος.
Ουδείς ψόγος βέβαια γι’ αυτούς, όπως ουδείς ψόγος για εμένα που δεν θέλγομαι από τις ταυρομαχίες, χωρίς φυσικά να θεωρώ παλαβούς αυτούς που αλαλάζουν στις αρένες, επευφημώντας τον τορεαντόρ για τις εκπληκτικές κινήσεις του, με τις οποίες αποφεύγει τις επιθέσεις του ταύρου.
Έτσι, όπως θερμά περιέγραψα τον κατακλυσμό των κερκίδων από ενθουσιώδεις φιλάθλους, θα απεκόμιζε κανείς την εντύπωση και βεβαιότητα ότι αναφέρομαι σε ένα ευτυχές κοινό ανθρώπων που συρρέουν για να εμβαπτισθούν στην ευγένεια και την ομορφιά του αθλήματος.
Τα γεγονότα όμως, έχουν διαψεύσει αυτές τις προσδοκίες. Η συχνότητα των βίαιων επεισοδίων που προκαλούνται από μειοψηφίες έστω, αν και όχι ασήμαντες σε αριθμό, δημιουργούν καταστάσεις και προβλήματα, κάθε άλλο παρά αμελητέα.
Κάποτε, στα νιάτα μου, θυμάμαι ότι πήγαινα στο γήπεδο παρέα με τους φίλους μου, οπαδούς αντίθετης ομάδας από εκείνη που εγώ υποστήριζα. Αγκαλιά πηγαίναμε, αγκαλιά φεύγαμε και όλοι οι θεατές, ασχέτως ποδοσφαιρικής ιδεολογίας, είμαστε ανακατεμένοι μέσα στις κερκίδες και ο καθένας εκδήλωνε τη χαρά του για το γκολ, χωρίς να φοβάται ότι θα ξυλοκοπηθεί από τον πλαϊνό του.
Εδώ και πολύ καιρό, όμως, τα πράγματα έχουν ανατραπεί και πια, είτε ο αγώνας διεξάγεται με την παρουσία των οπαδών μόνο της γηπεδούχου ομάδας, είτε αν επιτραπεί και σε οπαδούς της φιλοξενούμενης ομάδας, αυτοί περιορίζονται σε κάποιες περιφραγμένες κερκίδες, ώστε να μην έρχονται σε επαφή με τους αντίπαλους θεατές, ειδοποιούνται δε, ότι μετά το τέλος του αγώνα πρέπει να μείνουν στη θέση τους, έως ότου αδειάσει το γήπεδο από τους θεατές της γηπεδούχου. Τούτο βέβαια δεν αποκλείει ούτε τη σύγκρουση των οπαδών εκτός γηπέδου ούτε ακόμη, στην περίπτωση της παρουσίας μόνο των οπαδών της μιας ομάδας στο γήπεδο, να ξηλωθούν, να καούν ή να εκτοξευθούν καθίσματα, να σπάσουν κάγκελα, να υπάρξουν συγκρούσεις με τα ΜΑΤ, οπότε πέφτουν και δακρυγόνα, με όποιο πρόσχημα περάσει από το μυαλό των αλητών, λεγόμενων φιλάθλων. Μπορεί αυτό να είναι η ήττα της γηπεδούχου, οπότε θα φταίει ο διαιτητής ή κάποιοι ποδοσφαιριστές της αντίπαλης ομάδας.
Πολλοί γονείς άρχισαν να αποφεύγουν να παίρνουν τα παιδιά τους στο γήπεδο.
Η συχνότητα των επεισοδίων είναι πια πολύ πυκνή. Σχεδόν δεν υπάρχει Σαββατοκύριακο, που σε κάποιο ή κάποια γήπεδα της χώρας να μην έχουν συμβεί έκτροπα, με ζημιές, με τραυματισμούς, με συγκρούσεις με αστυνομικές δυνάμεις, με συλλήψεις. Δεν έχουν λείψει και οι νεκροί. Πριν λίγο καιρό κουκουλοφόροι, σε έναν αγώνα βόλεϊ γυναικών στο Μαρκόπουλο έριξαν μολότοφ σε κερκίδα με 250 παιδιά. Ευτυχώς, δεν θρηνήσαμε θύματα.
Και διερωτάται κανείς. Τι συνέβη μέσα σε δύο δεκαετίες; Άλλαξε το φρόνημα του ελληνικού λαού; Οι ευγενείς άνθρωποι, που σύχναζαν στα γήπεδα, μετατράπηκαν σε στίφη μανιακών και επιθετικών αλητών, που επιδιώκουν να εκτονώσουν ό,τι πιο βάρβαρο και κτηνώδες αναβλύζει από μέσα τους;
Φοβούμαι ότι το ερώτημα δεν αφορά μόνο το χώρο του ποδοσφαίρου. Εντάσσεται σε ένα γενικότερο επιθετικό κλίμα, που εμφανίζεται όλο και πιο συχνά και που μετατρέπει, με πρόσχημα τις ειρηνικές εκδηλώσεις των πολιτών, σε ευκαιρία καταστροφών, λεηλασιών, τρομοκρατίας και κάθε είδους βιαιοτήτων από τους κουκουλοφόρους και τους μπαχαλάκηδες. Από μια κατηγορία μειοψηφική μεν, αλλά που, αφήνει πια τα σημάδια της στη ζωή μας, με καταστροφές περιουσιών ιδιωτών, όχι κατ’ ανάγκη πλουσίων, αλλά απλών καταστηματαρχών, σπιτιών, δημοσίων περιουσιών, υπουργείων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, του περικαλέστερου κτίσματος της πόλης μας, της Ακαδημίας.
Ποια είναι η αιτία αυτής της κτηνώδους καταστροφικής μανίας, αυτής της μειοψηφικής πληθυσμιακής μερίδας, που σημαδεύει και στιγματίζει έντονα πια τη ζωή μας; Δεν είναι η πολιτική ούτε η ποδοσφαιρική διαμαρτυρία. Οι πολίτες διαδηλώνουν ειρηνικά, φωνάζουν, διαμαρτύρονται, μουντζώνουν, αλλά δεν καταστρέφουν. Οι φίλαθλοι στην πλειοψηφία τους είναι ειρηνικοί, μπορούν να έχουν γνώμες, απόψεις για τη διαιτησία και τους αθλητικούς παράγοντες, θα περιοριστούν όμως στην απλή φωνασκία ή και κάποια χειρονομία.
Τι προτρέπει, λοιπόν, αυτές τις μειοψηφίες στη βία; Πρέπει να είναι κάποια αιτία ταυτόσημη για όλες τις βίαιες εκδηλώσεις, οπουδήποτε και αν συμβαίνουν, σε οποιοδήποτε είδος εκδηλώσεων.
Σκέπτομαι: υπάρχει άραγε μια ασίγαστη διάθεση σ’ αυτούς τους νέους, να ζήσουν κάτι συναρπαστικό και μη έχοντας κάποια άλλα ενδιαφέροντα να πληρούν τη ζωή τους ξεσπούν σε αγριότητες, χωρίς φραγμούς, χωρίς συγκρατημό, χωρίς δισταγμούς, χωρίς τύψεις, μόνο και μόνο για να γεμίσουν κάποιες ώρες της άδειας ζωής τους; Πρόκειται περί αλητών με έντονο αντικοινωνισμό, που εντάσσεται σε εγκληματικές προθέσεις. Παραπέμπω σε λίγες γραμμές από δύο αξιόλογα, σχετικά άρθρα εφημερίδων. «Γι’ αυτή την κατηγορία νέων, η σύγκρουση είναι λόγος ύπαρξης. Δεν πρόκειται για ιδεολόγους. Πρόκειται για αγέλες νεαρών που έλκονται από την αισθητική της καταστροφής, που έχουν μεταλλαχθεί σε τεχνικούς της βίας. Χωρίς πολιτική πλατφόρμα, χωρίς ιδεολογικούς περιορισμούς, είναι απρόσωποι, dark, ριψοκίνδυνοι, καταστροφείς, σκληροί στις μάχες του δρόμου και με διάθεση να βεβηλώσουν τα «ιερά και τα όσια». «Τριάντα χρόνια τώρα η αυθαιρεσία, η βία, το έγκλημα κουκουλώνονται, η Ελλάδα εθίστηκε στην κουκουλοφορία. Έτσι φτάσαμε «φυσιολογικά» και στις αγέλες των δυστυχισμένων, ψυχικά διαταραγμένων παιδιών, που ανήγαγαν τη βία σε ηδονή, την καταστροφή και το έγκλημα (την επιδίωξη να δολοφονήσουν) σε αυτοσκοπό. Δεν έχουν προσχηματικά «εν ονόματι», ιδεολογικές πλατφόρμες, ούτε καν συνθήματα. Κατεβαίνουν στους δρόμους «για να χτυπηθούν» και αν το καταφέρουν, να σκοτώσουν. Τον ψυχισμό τους τον διαμόρφωσε η επιβολή του «όλα επιτρέπονται», ο μηδενισμός των «προοδευτικών δυνάμεων» της μεταπολίτευσης. Την Ελλάδα που ανέχθηκε όλα να τα κουκουλώνει, την αποτελειώνουν σήμερα οι κουκουλοφόροι».
Κλείνοντας τον έλεγχο αυτής της εκδοχής, του ποδοσφαιρικού θεάματος και αναφερόμενος πάλι στο ερώτημα, αν μέσα σε λίγα χρόνια άλλαξε το φρόνημα του ελληνικού λαού, θυμάμαι ότι τα περασμένα χρόνια, όταν έμπαιναν στο γήπεδο οι ποδοσφαιριστές της φιλοξενούμενης ομάδας, οι οπαδοί της γηπεδούχου σιωπούσαν. Σήμερα το γήπεδο, ίσως και σε πλειοψηφικό ποσοστό, γιουχάρει τους αντίπαλους παίκτες κατά την είσοδό τους. Σήμερα, η φερόμενη ως πατροπαράδοτη αίσθηση της φιλοξενίας έχει καταρρεύσει. Η μεταβολή, εν προκειμένω, του φρονήματος, είναι κατάδηλη.
Τέλος και για να κλείσω αυτή την εκδοχή, διερωτώμαι και πάλι για τις αιτίες της καινοφανούς βίας (εννοώ αυτής που δεν υπήρχε τα περασμένα χρόνια), όπως την περιέγραψα. Άραγε το πλάτεμα της δημοκρατίας, ιδιαίτερα μετά τη μεταπολίτευση, μπορεί να έχει μεταφραστεί από κάποια μερίδα πολιτών (όχι μόνο από τους καταστροφείς) ότι παρέχει το δήθεν δημοκρατικό δικαίωμα, της όποιας εκτροπής, ως τέτοιας νοούμενης της παραβίασης των κανόνων διαβίωσης και της κείμενης νομοθεσίας; είναι και αυτό μια σκέψη, την οποία καταθέτω, πάντα ανήσυχος.
Ας επιχειρήσουμε πια, να ψηλαφίσουμε και την εκδοχή της ποδοσφαιρικής επιχείρησης.
Όταν ξεκίνησε, κάποτε, να παίζεται το ποδόσφαιρο, παιζόταν στις γειτονιές, σε κάποιες πλατείες, σε κάποιες αλάνες. Θυμάμαι ότι η γιαγιά μου, μου διηγιόταν ότι στον Πειραιά έπαιζαν μπάλα στην πλατεία Αλεξάνδρας, πριν γίνει γήπεδο σ’ αυτή την πόλη. Κάτι ανάλογο, υποθέτω, θα γινόταν και σε άλλες χώρες. Πιστεύω, όμως, ότι γρήγορα και επειδή το άθλημα, όντας πολύ δημοφιλές, αγαπήθηκε, χρειάστηκε να γίνουν γήπεδα, για την υποδοχή των φιλάθλων, παρά το γεγονός ότι αρχικά δεν υπήρχαν κερκίδες ή μικρό μόνο μέρος του γηπέδου διέθετε τέτοιες. Οι θεατές, κατά το πλείστον παρακολουθούσαν όρθιοι.
Έτσι, οι ομάδες χρειάστηκαν κάποια χρήματα, για να χτίσουν και συντηρήσουν το γήπεδο, για αγορά ποδοσφαιρικού υλικού, για έξοδα διοίκησης. Όταν μάλιστα ξεκίνησαν να οργανώνονται τοπικά πρωταθλήματα, τα έξοδα μεγάλωναν, καθώς χρειάζονταν και μετακινήσεις των παικτών και σε άλλες πόλεις, αλλά και σε άλλες χώρες.
Το άθλημα ήταν ερασιτεχνικό και οι ποδοσφαιριστές δεν πληρώνονταν. Ο καθένας είχε το επάγγελμά του και στο περιθώριο του χρόνου που διέθετε, επροπονείτο. Θυμάμαι ότι ο Γιάννης Βάζος ήταν χασάπης, ο Χατζησταυρίδης ήταν υπάλληλος στην Εταιρεία Υδάτων, ο Σούρπης φοιτητής και ύστερα γιατρός. Οι παίκτες έπαιζαν για την τιμή της φανέλας τους.
Μεταπολεμικά όμως, άρχισαν τα πράγματα γρήγορα να μεταβάλλονται. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων απαιτούσε βελτίωση της απόδοσής τους, γεγονός που προϋπέθετε βελτίωση της απόδοσης των ποδοσφαιριστών. Τούτο σήμαινε ότι η ποδοσφαιρική ενασχόληση έπρεπε να είναι αυξημένη, για να αχθούμε, ταχέως, στην καθημερινή προπόνηση και εκ τούτου στον επαγγελματισμό των ποδοσφαιριστών, (κάποια λίγα χρόνια αυτό δεν είχε θεσπιστεί επίσημα και εξακολουθούσαμε να μιλάμε για ερασιτέχνες, αν και αμείβονταν) και την αμοιβή τους, για τη σύμβαση εργασίας με την οποία συνδέονταν με την επιχείρηση.
Μίλησα πια για επιχείρηση. Ήταν η κατ’ ανάγκην κατάληξη του επαγγελματισμού. Απαιτούνταν σημαντικά κεφάλαια και φθάσαμε στην ίδρυση ποδοσφαιρικών ανωνύμων εταιρειών. Η καλή πορεία της ομάδας απαιτεί καλούς ποδοσφαιριστές, για την πρόσληψη των οποίων απαιτούνται υψηλότερες αμοιβές. Γρήγορα επετράπη και πρόσληψη αλλοδαπών ποδοσφαιριστών και έχουμε φθάσει πλέον (διεθνές το φαινόμενο) οι ομάδες, κατά μεγάλη πλειοψηφία παικτών, να απαρτίζονται από αλλοδαπούς. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων είναι αμείλικτος, ώστε να βρεθούν επικεφαλής των εθνικών πρωταθλημάτων και να μετάσχουν έτσι και στις διοργανώσεις των παγκόσμιων πρωταθλημάτων, γεγονός το οποίο αποδίδει αξιοσημείωτα κέρδη για τις μετέχουσες ομάδες.
Είναι ευχερώς αντιληπτό ότι για την κίνηση των επιχειρήσεων αυτών, που κινούνται μέσα στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς (έχει παύσει, από μακρού χρόνου, να υπάρχει ο ερασιτεχνισμός του αθλητικού ιδεώδους), απαιτούνται πολύ υψηλά κεφάλαια.
Πώς θα εξευρεθούν; Μια από τις πηγές είναι η αυτοχρηματοδότηση, από τον αριθμό των διατιθέμενων εισιτηρίων. Λογικό να επιχειρείται η διάθεση όλο και περισσότερων και ακριβότερων εισιτηρίων. Τούτο βέβαια προϋποθέτει αύξηση του αριθμού των οπαδών της ομάδας, το οποίο επιχειρείται με την αδιάκοπη βελτίωσή της, διότι εάν η ομάδα δεν έχει επιτυχίες, οι κερκίδες κινδυνεύουν να αδειάσουν, με μείωση των εισιτηρίων. Απαιτείται και πρόσληψη (αγορά δηλαδή) όλο και καλύτερων και άρα όλο και ακριβότερων παικτών, ώστε να μιλάμε για εκατομμύρια ευρώ. Εξάλλου, για την υποδοχή μεγαλύτερου αριθμού οπαδών, απαιτούνται και μεγαλύτερα γήπεδα, υψηλότερης χωρητικότητας. Άλλα εκατομμύρια και γι’ αυτά.
Κάποιοι λεφτάδες που ελέγχουν κάποιες ομάδες χρηματοδοτούν. Από ψώνιο μόνο ή και γιατί κάτι προσδοκούν; Το ζήτημα είναι ότι αυτές κάπως κουτσοπορεύονται. Οι άλλες ψωμολυσσάνε. Τα δάνεια πάνε κι έρχονται και τα χρωστούμενα αυγαταίνουν. Ομάδες αποκλείονται από το πρωτάθλημα γιατί δεν μπορούν να προσκομίσουν το απαραίτητο πιστοποιητικό μη οφειλής. Ο Παναθηναϊκός ψάχνεται μ’ έναν Σαουδάραβα πρίγκιπα. Ο Άρης φυτοζωεί και ο ΠΑΟΚ κρούει τη θύρα Αράβων και Αυστραλών για να βρει παράδες. Και αν κάποια στιγμή η Πολιτεία κάνει πράξη την εξαγγελία της, να κλείσει τους κρουνούς του ΟΠΑΠ, τότε στις προθήκες των γραφείων σχεδόν όλων των ομάδων, θα κολληθούν τα γνωστά «πωλείται», χωρίς λεφτά. Ήδη η οικογένεια Βαρδινογιάννη το έκανε για τις μετοχές της και αγοραστής δεν βρέθηκε. Ο Ολυμπιακός υποτίθεται ότι με τον Μαρινάκη πρέπει να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Τι θα γίνει αν την επόμενη χρονιά μείνει εκτός Τσάμπιονς Λιγκ; Φέτος μεγάλο μέρος των μεταγραφών του καλύφθηκαν από πώληση ποδοσφαιριστή.
Η προσφυγή στην πλάγια οδό της παρανομίας δεν είναι μακριά, προς άντληση χρημάτων. Τα στημένα παιχνίδια είναι εδώ, προσφέροντας τη σωτήρια λύση. Κάποια αποκαλύπτονται και η δικαιοσύνη ανασκουμπώνεται. Κάποια, (άραγε τα περισσότερα;) μένουν στο κρυφτό. Οι ομάδες που κρίθηκαν υπόλογες, αποκλείστηκαν από το επαγγελματικό πρωτάθλημα και στάλθηκαν στη Δ’ ερασιτεχνική κατηγορία. Τίποτα δεν αποκλείει, περαιτέρω ανακρίσεως να μειώσουν ακόμη περισσότερο τον αριθμό των ομάδων του επαγγελματικού πρωταθλήματος.
Μυστήριο είναι κάποιες περίεργες συμπεριφορές της Δικαιοσύνης, περί τον έλεγχο των υπαρχόντων στοιχείων, είτε την απόλυση του φευγάτου Ψωμιάδη, ως μη υπόπτου φυγής. Ομάδες, που αρχικά υποβιβάστηκαν, εντέλει αθωώθηκαν, πλην μιας. Ας αναμένουμε λοιπόν, τον τελικό λόγο της «Δικαιοσύνης».
Πριν κλείσω, θα ήθελα να προσθέσω κάτι τελευταίο. Ξεκίνησα αποκαλύπτοντας την ομορφιά αυτού του αθλήματος, με πολύ θέρμη, για να καταλήξω στην αλητεία της κερκίδας και στην εγκληματική παραβατικότητα των ηγετών των ποδοσφαιρικών επιχειρήσεων.
Πρέπει να λεχθεί ότι το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό.
Ο χουλιγκανισμός είναι αλλοδαπός, με διεθνή έκταση και στοίχισε πολλά, ακόμη και σε νεκρούς. Η μεγάλη κυρία του ιταλικού ποδοσφαίρου, η Γιουβέντους, συλληφθείσα να κλέβει οπώρας σε στημένα παιχνίδια, υποβιβάστηκε. Τα στημένα παιχνίδια έγραψαν και αυτά, διεθνή θητεία.
Χουλιγκανισμός, αλητεία, αθλιότητες, στημένα παιχνίδια. Ζουν και αναπτύσσονται και αυτά, στο πλαίσιο, στο κυρίαρχο πλαίσιο της χώρας μας, που είναι η διαφθορά και η παράνομη συναλλαγή. Έτσι, τίποτα πια δεν μας εκπλήσσει. Οι αργυρώνητοι εφοριακοί και τελωνειακοί, το απεριόριστο ρουσφέτι, με ανταλλαγή ψήφων, που εκτινάσσει τον πληθωρισμό του δημόσιου τομέα. Μια πολεοδομία που υποτίθεται ότι δεν αντελήφθη ότι χτίστηκαν ένα εκατομμύριο αυθαίρετα. Η απέραντη κρατική διάλυση, που τίποτα πια δεν ελέγχει, που επιτρέπει τις καταλήψεις ακόμη και των υπουργείων, με κατειλημμένα εκπαιδευτήρια λεηλατημένα από τους μαθητές, με τις εισαγγελικές παραγγελίες ανεκτέλεστες, με καθηγητές να υποκύπτουν στον εκβιασμό των φοιτητικών μειονοτήτων, με δικαστές που δηλώνουν ότι θα δουλεύουν τρεις μόνο ώρες και ότι δεν θα εκδίδουν αποφάσεις, με Προέδρους Δημοκρατίας να ευτελίζονται, με εθνικές επετείους να καταλύονται, με πόλεις πλημμυρισμένες από σκουπίδια, μια χώρα παγκόσμιο υπόδειγμα οικονομικής και ηθικής κατάρρευσης, με την Ελλάδα να αποσύρεται σταδιακά από την ευρωπαϊκή σκηνή.
Τα εξέθεσα όλα αυτά, όχι τόσο για να κάνω πολιτική (δεν αποκλείω να κάνω και πολιτική, έστω και αν δεν είναι του παρόντος – στο κάτω-κάτω εδώ πολιτική συζητούμε), όσο για να καταδείξω το συνολικό πλαίσιο της χώρας, μέσα στο οποίο τεκταίνονται οι δυσωδίες του ποδοσφαίρου, σε πλήρη συνάφεια με το συνολικό κλίμα.
Να αναζητήσουμε υπεύθυνους; Να κατακεραυνώσουμε τους κυβερνήτες για την καταρράκωση θεσμών και αξιών και μαζί με αυτούς, βέβαια και την χαρακτηριζόμενη ως μαινάδα κα Άγγελα Μέρκελ; Η εκτόξευση κατηγοριών, δικαιολογημένα, είναι εύκολη ιστορία, για έναν λαό που στενάζει από την ανεργία και την ανυπόφορη στέρηση και που κατακλύζει, με το δίκιο του, τις πλατείες και τους δρόμους. Δεν είναι, όμως, δουλειά του απελπισμένου να προτείνει λύσεις. Πολλά χρόνια ανεύθυνης διακυβέρνησης και λαϊκίστικης ρητορικής από κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις, οδήγησαν τα πράγματα σε μια κατάσταση που εξελίσσεται δυναμικά σε κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, που υποσκάπτει ραγδαία το σύνολο των θεσμών και των προσώπων που σχετίζονται με αυτό.
Αναζητείται, όμως, αυτή η πρόταση προς λύση του προβλήματος της ανύπαρκτης μέχρι σήμερα ικανής και ηθικής διακυβέρνησης. Αναζητείται η πρόταση από τα πολιτικά κόμματα. Αυτά, όμως, ποντάροντας στον μέγιστο αριθμό ψήφων, γαργαλώντας το δημόσιο αίσθημα και αψηφώντας την καταστροφή, σιωπούν, αρνούνται την πρόταση. Το πρόβλημα ελέγχεται ως άλυτο. Δεν αισιοδοξώ.
Κι εμείς; Ο ελληνικός λαός; Είμαστε άραγε άμοιροι ευθυνών; Να επαναλάβω άλλη μια φορά, το βασανιστικό ερώτημα: να φταίει το πλάτεμα της δημοκρατίας, που μεταφράζεται ότι ο καθένας μπορεί, με την επίκληση του υπαρκτού ή ανύπαρκτου δίκιου του, να κάνει ό,τι του κατεβάσει η κούτρα του ατιμωρητί;
Πριν λίγο καιρό, διάβασα ένα συγκλονιστικό, για μένα, σημείωμα, αυτό που έγραψε λίγες μέρες πριν πεθάνει ο Μαγκάκης. Το παραθέτω: «Αυτός ο κόσμος που αφήνω πίσω μου, σίγουρα δεν είναι πια η Ελλάδα μου. Αυτός είναι άλλος τόπος, με ανθρώπους άλλης φυλής. Δεν με αφορούν. Τι θέλω εγώ ανάμεσά τους;»
Εύκολα μπορούμε, βέβαια, να κατηγορήσουμε τον μακαρίτη, για αλαζονεία απέναντι στον λαό που ανήκει. Κατά άλλη λογική, μπορεί να απαλλαγεί. Ο καθένας εισπράττει το μήνυμα του σημειώματος με τις δικές του προσλαμβάνουσες κι εγώ με τις δικές μου.
Από παιδί έμαθα κι έζησα κάποια πράγματα που με συνοδεύουν μέχρι σήμερα. Διαπιστώνω ότι κουβαλώντας αυτά (δεν ισχυρίζομαι ότι αυτά είναι τα καλύτερα, όμως «αυτά είναι»), δυσχεραίνομαι να συμμεριστώ και αποδεχτώ πράγματα που συμβαίνουν γύρω μου. Το ακόμη χειρότερο, να βρω ίδια λαλιά με νεότερούς μου. Επαναλαμβάνω ότι δεν διεκδικώ κάποιο δίκιο. Ίσως, όμως, δυσχεραίνομαι να συνυπάρξω. Είμαι σε προχωρημένη πια ηλικία για να αλλάξω.
Αρκετά πια με την πολιτική, ας επιστρέψουμε στο ποδόσφαιρο.
Θα πρέπει να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα, σε κάποιες θέσεις, σε κάποιες συμπεριφορές. Οι αμαρτίες, που περιγράψαμε, είναι τόσο καίριες, εκτεταμένες και αποφασιστικές, που ευτελίζουν το άθλημα σε βαθμό που μας οδηγούν στην απάρνηση; Θα ανακράξουμε «sic transit gloria mundi» και θα τελειώσουμε με το ποδόσφαιρο; Προσωπικά, οφείλω να ομολογήσω ότι έχω κι εγώ υποστεί καθίζηση.
Αλλά εκατομμύρια ανθρώπων σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου, χαίρονται την ομορφιά του ποδοσφαίρου, κατακλύζοντας τις κερκίδες, χωρίς να ανοίξει μύτη.
Και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με τα εκατοντάδες εκατομμύρια λιρών δανεικά, τιμά με την εντιμότητά της, την καπιταλιστική της επιχείρηση, χωρίς να καταφεύγει στην αλητεία των στημένων παιχνιδιών.
Λοιπόν, τι κάνουμε; Θα έλεγα, τελικά, μην πάψετε να παίζετε μπάλα!!

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Τα Κάλαντα τού ΚΣΜ - 2012


- Καλήν εσπέραν φίλτατοι, του κράτους συνεταίροι,
στο “δούναι”, διότι στο “λαβείν” αυτό δεν έχει ταίρι,
ενόσω οι ανάγκες του φουσκώνουν σα μπαλόνι.
Αλίμονο στο φουκαρά που όλα τα δηλώνει!
- Ο Αη-Βασίλης έρχεται από την εφορία,
που, στην απελπισία της, μ’αυτή την ευκαιρία
και μπουγιουρντί για τζερεμέ ασμένως αποστέλλει,
με έξτρα φόρους, εισφορές, χαρτόσημα και τέλη!
Εις μάτην, λείπουνε ευρώ, το δείχνουν τα τεφτέρια,
δεν φτούρησαν τα μαγικά που ξέρουν τα ξεφτέρια,
που στις σπατάλες δεν τολμούν να βάλουνε μαχαίρι,
αλλά στην τσέπη μας βαθειά το χώνουνε το χέρι!
Και όσοι δεν αντέχουνε ξεχύνονται στο δρόμο,
μα τους εκμεταλλεύονται αυτοί που σπέρνουν τρόμο
κι αρχίζουν πετροπόλεμο με την αστυνομία.
Τα κάνουν λίμπα, κρύβονται και δεν πληρώνουν μία!
Από κοντά, ξετσίπωτοι, μπροστάρηδες στη γκρίνια,
οι άπληστοι που άνοιξαν την πόρτα στα μπουρίνια.
Με μούντζες, ξύλο και βρισιές τα πάντα ξευτιλίζουν,
μαζί με τους ξεδιάντροπους που τους υποδαυλίζουν.
- Εξ Εσπερίας έρχεται, με βούλα τεχνοκράτη,
ο νέος μας πρωθυπουργός, τα δέοντα να πράττει,
μα βολοδέρνει μοναχός· οι άλλοι τον χαβά τους,
σ’αρχηγιλίκια κι εκλογές στυλώνουν τα στραβά τους!
Αυτός που κληρονόμησε του θρόνου δαχτυλίδι
και έκανε το open gov του στέμματος στολίδι,
για ένα δημοψήφισμα, ιδέα της “παρέας”,
στα σκέλια βάζει την ουρά πριν γίνει της Κορέας!
Κι ο άλλος, ο επίδοξος, στον κάλαμον καβάλα,
δεν βλέπει πως δεν σταματά αυτή η κουτρουβάλα.
Στην άβυσσο ακροβατεί με “ήξεις” και “αφήξεις”
και πιότερο μας ζώνουνε τους άμοιρους οι σφίξεις.
Και κάνανε τη χώρα μας ρεζίλι οι γραικύλοι,
μας κλαίν’οι κότες και γελούν με μας ως και οι σκύλοι!
- Χαμός γεννάται σήμερον στης μπάλας το δοβλέτι:
μια κλίκα το κατάντησε αυτόνομο μιλέτι.
Μαφία! Νίκες χάριζε και έστηνε αγώνες.
Και μείναν οι αρμόδιοι με χαίνουσες σιαγόνες,
λες και δεν είχαν οσμιστεί το τι καπνό φουμάρει.
Ο κόσμος το’χε τούμπανο κι αυτοί κρυφό καμάρι!
Οι ίδιοι, του κυκλώματος με στάμπα παρακλάδι,
της σπείρας τους εγκέφαλους τους βγάζουν όλους λάδι
κι αναρωτιούνται από πού η βία απορρέει,
σαν μένουν ατιμώρητοι, φευ, οι κατεργαραίοι!
- Λαμπρά αστέρια οδηγούν απατηλά τα πλήθη,
που έτσι τη μιζέρια τους τη ρίχνουνε στη λήθη,
σε σώου χορού και τραγουδιών, με στάθμη φρικαλέα,
προσφέροντας παρηγοριά μια δόξα φευγαλέα!
- Εν ταις πλατείαις τίκτεται, εις χώρας των Αράβων,
σε πείσμα σμπίρων, μυστικών και κάθε είδους μπράβων,
μια “άνοιξη” με άμορφο προς το παρόν σουλούπι.
μιας και δεν μπαίνει σε γνωστό από τα χτες καλούπι.
Και μεις που την πατήσαμεν ως αι μωραί παρθένοι,
η κούτρα μας εκ των λαθών ουδέποτε μαθαίνει,
στον Μουαμάρ εκάναμεν ποδήρεις τεμενάδες
και τώρα προσποιούμαστε τις άδολες αμνάδες.
- Αρχή που γένηκε σεισμός και σείστηκε η πλάση
και φούσκωσε η θάλασσα και ήρθε να χαλάσει
τα έργα του ανθρώπινου κιβδήλου μεγαλείου,
εκεί στου Ανατέλλοντος τη χώρα του Ηλίου.
- Καλήν εσπέραν φίλτατοι κι ας πέσει η αυλαία,
πριν η βαριεστημάρα σας γενεί αβυσσαλέα.
Τι βλέπω; Πείνα έπεσε κι ο σίελός σας τρέχει;
Κοπιάστε! Οίνον και μεζέ το ΚουΣουΜου παρέχει!

Λέανδρος Σλάβης
09.01.2012

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Να πιστεύουμε στα μάτια μας;

("Νέα Αγχίαλος"/τεύχος 73/Οκτώβριος - Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2011)

Εδώ και είκοσι πέντε σχεδόν αιώνες ο Ηρόδοτος έγραφε ότι: «στα αυτιά συμβαίνει να πιστεύουν οι άνθρωποι λιγότερο απ’ότι στα μάτια τους (ώτα γαρ τυγχάνει ανθρώποις εόντα απιστότερα οφθαλμών)». Και ήταν φυσικό να θεωρεί ένα άτομο πιο αξιόπιστο το γεγονός που βλέπει με τα ίδια του τα μάτια, δηλαδή άμεσα, από αυτό που του μεταφέρεται, έμμεσα, με διηγήσεις, στις οποίες μπορεί να μεσολαβήσει στην μεν καλύτερη περίπτωση μία ασθενής μνήμη ή κάποιος καλοπροαίρετος τερατολόγος, στη δε χειρότερη ένας ενσυνείδητος διαστρεβλωτής, ένας κακοπροαίρετος συκοφάντης ή κάποιο όργανο παραπληροφόρησης.
Σ’αυτό το πνεύμα κινείται και η έκφραση που δηλώνει – όχι μόνο στα ελληνικά –έντονη έκπληξη: «δεν πίστευα στα μάτια μου», αλλά και εκείνη που δηλώνει την αδυναμία να συνέλθει κάποιος από την έκπληξή του: «τρίβω τα μάτια μου».
Πολύ αργότερα, από τον 19ο ήδη αιώνα, η αξιοπιστία της αυτοψίας ενός γεγονότος μεταφέρθηκε και στην απεικόνισή του. Έτσι, θεωρήθηκε τεκμήριο πιστής αποτύπωσης της πραγματικότητας η φωτογραφία (και, στη συνέχεια, η ταινία) και κατάντησε στερεότυπο η έκφραση που χρησιμοποιείται ευρέως εδώ και κάποιες δεκαετίες για να καμφθούν οι επιφυλάξεις τυχόν “απίστων Θωμάδων”: «μα το έδειξαν και οι ειδήσεις!» (κάποιου τηλεοπτικού διαύλου εννοείται)!
Είναι, όμως, έτσι; Ή, μ’άλλα λόγια, μπορούμε να εμπιστευόμαστε ανεπιφύλακτα κάτι που έχει αποτυπωθεί είτε σε μία παγωμένη είτε σε μία εξελισσόμενη εικόνα; Μερικά παραδείγματα θα βοηθούσαν την απάντηση.
Παράδειγμα πρώτο:
Αστυνομικοί κυνηγάνε κάποιο κακοποιό στοιχείο. Αυτό χώνεται σε καφενείο που συχνάζει το σινάφι του, το οποίο σπεύδει να εμποδίσει την είσοδο των διωκτών του. Κάμερα καταγράφει το συμβάν από το σημείο της προσπάθειας εισόδου των αστυνομικών στο καφενείο ή σβήνει την καταδίωξη που προηγήθηκε. Το απόσπασμα που προβάλλεται δίνει τελικά την εντύπωση της απρόκλητης εισβολής αστυνομικής δύναμης σε καφενείο και διατάραξης της ησυχίας των θαμώνων του.
Παράδειγμα δεύτερο:
Υποψήφιος δήμαρχος επιχειρεί να προσεγγίσει τους δημότες και να τους δελεάσει για να του προσφέρουν την ψήφο τους. Σε μία εξόρμησή του τον πλησιάζει κάποιο άγνωστό του άτομο και του προτείνει το χέρι του, λέγοντάς του χαμογελαστά: «Καλή επιτυχία κε Δήμαρχε!» ή κάτι σχετικό. Ο υποψήφιος άρχων ανταποδίδει το χαμόγελο και ολοκληρώνει την χειραψία. Κάποιος αδιάκριτος φακός απαθανατίζει το στιγμιότυπο. Αργότερα, το άτομο αποδεικνύεται διόλου αξιοσύστατο, ο δε εκλεγμένος πλέον Δήμαρχος αρνείται κάθε σχέση μαζί του. Τότε, ο “καλοθελητής” φωτογράφος ανασύρει από το αρχείο τη φωτογραφία και ο δημοσιογράφος που είχε στήσει τη “δουλειά” τον “κολλάει στον τοίχο”.
Παράδειγμα τρίτο:
Η αστυνομία “έχει βάλει στο μάτι” κάποιο άτομο που “έχει μπει στη μύτη” είτε της ίδιας είτε κάποιου ισχυρού παράγοντα ενός καθεστώτος. Με κάποια αφορμή, που δεν αργεί να έρθει, εισβάλλει καθόλα νομότυπα με συνοδεία συνεργείων μέσων ενημέρωσης σε κάποιο άντρο του “ενοχλητικού”, όλοι δε μαζί βρίσκονται μπροστά σε στοιχεία που είτε ενοχοποιούν άμεσα τον απόντα “ενοχλητικό” είτε προδιαθέτουν αρνητικά εναντίον του την κοινή γνώμη. Οι τηλεοπτικές και φωτογραφικές κάμερες, ωστόσο, δεν έχουν “δει” τους συναδέλφους των αστυνομικών, οι οποίοι είχαν προηγουμένως εισβάλει από κάποιον φωταγωγό στο άντρο και είχαν εμπλουτίσει το βιός του “ενοχλητικού” με τα ενοχοποιητικά στοιχεία.
Τα τρία παραδείγματα, οποιαδήποτε σχέση των οποίων με υπαρκτά πρόσωπα και πράγματα είναι τελείως τυχαία (όπως προειδοποιούσαν κάποτε οι καλές παλιές ελληνικές ταινίες), ίσως να θυμίζουν σε πολλούς πρόσφατες ιστορίες από την ελληνική και διεθνή επικαιρότητα. Διόλου απίθανο. Το θέμα, όμως, δεν είναι αυτό, αλλά το ότι δεν θα πρέπει να δείχνει κανείς απόλυτη πίστη σε ό,τι του “σερβίρουν” τα οπτικά ντοκουμέντα, το οποίο αποτελεί και απάντηση στο ερώτημα που προηγήθηκε της παράθεσης των παραδειγμάτων.
Η εσκεμμένη παραποίηση της πραγματικότητας δεν είναι συνυφασμένη με την απεικόνιση. Την υφίστανται εξίσου, εδώ και αμνημόνευτα χρόνια, τα γραπτά κείμενα. Ωστόσο, τις δύο περιπτώσεις τις χωρίζει μία αβυσσαλέα διαφορά: η αποτελεσματικότητά της στην περίπτωση των γραπτών κειμένων είναι σαφώς υποδεέστερη, γιατί αυτά δεν διαθέτουν την εμβέλεια, την προβολή και την υποβολή που διαθέτει η εικόνα. Πρόσθετα, είναι πολύ πιο πειστική η αμφισβήτηση της αυθεντικότητας και της αυθεντίας ενός κειμένου από αυτές μιας φωτογραφίας ή μιας ταινίας.
Σημειωτέον ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στην παραποίησή τους, αλλά επεκτείνεται και στο “στήσιμό” τους. Κάλλιστα, η πόζα ή η θέση των αντικειμένων, αλλά και κάποιο δευτερεύον στοιχείο, μπορεί να “μεταδίδει” μηνύματα χωρίς να το αντιλαμβάνεται ο παθητικός δέκτης των. Έτσι, για παράδειγμα, μια πυραμιδοειδής τοποθέτηση μιας οικογένειας μπροστά στον φακό, με κορυφή τον πατέρα, υποβάλλει εντελώς “αθώα” την πατριαρχική δομή του κοινωνικού κύτταρου. Ενώ, ένα ανώδυνο φωτογραφικό ή κινηματογραφικό στιγμιότυπο, με φόντο κάποια συνθήματα σε έναν τοίχο, προπαγανδίζει αφανώς τα τελευταία. Σχετικά, πριν από αρκετά χρόνια ο ιστορικός Σαράντος Καργάκος είχε αναφέρει ένα παράδειγμα από ένα πείραμα που είχε γίνει στην μεταπολεμική Μόσχα: «σε μια ταινία αισθηματικού περιεχομένου», έγραφε, «ενσφηνώθηκαν επιτηδείως εικόνες από γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεων. Έτσι, όταν οι θεατές, στο τέλος της προβολής, ρωτήθηκαν τι αισθάνθηκαν, απάντησαν: αποτροπιασμό για τα γερμανικά εγκλήματα. Απάντηση που ήταν άσχετη προς το θέμα της ταινίας!».
Η σημασία αυτής της μεθόδου έγινε γρήγορα αντιληπτή από τους επιχειρηματικούς κύκλους και έτσι ορίστηκε τι είναι η “μαύρη διαφήμιση” (δηλαδή η διαφήμιση ενός προϊόντος με την προβολή του σε άσχετο φωτογραφικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό στιγμιότυπο) και θεσμοθετήθηκαν οι διατάξεις καταστολής της.
Η αδυναμία του ατόμου να “αποκρυπτογραφήσει” τον υστερόβουλο στόχο μιας “πειραγμένης” στάσιμης ή εν εξελίξει εικόνας δικαιώνει τον γάλλο σημειολόγο Frédéric Lambert, που υπογράμμιζε τον “αναλφαβητισμό” του κόσμου σε σχέση με την ανάγνωση της γραφής με εικόνες. Παίζοντας με τις λέξεις και βάζοντας στο κέντρο του στόχαστρού του τις φωτογραφίες που προβάλλει ο τύπος, διαπίστωνε: «Αυτή τη γραφή, δεν ξέρουμε να τη διαβάσουμε: είμαστε εκατομμύρια “αναλφωτόβητοι” που καταναλώνουμε φωτογραφικά σύμβολα έχοντας πείσει τον εαυτό μας ότι καταναλώνουμε την πραγματικότητα.»!
Τη δύναμη της εικόνας, που «αξίζει όσο χίλιες λέξεις» (αν και σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αποδεικνύουν οι πάμπολλες ανεπιτυχείς μεταφορές μυθιστορημάτων στη μεγάλη ή στη μικρή οθόνη, ισχύει κάτι περίπου αντίστροφο), την συνειδητοποίησαν έγκαιρα οι “εγκέφαλοι” της προπαγάνδας όλων των καθεστώτων και, εύλογα, θέλησαν να την βάλουν στην υπηρεσία των καθεστώτων. Γιαυτό και ο Τζωρτζ Όργουελ, πολύ προτού γίνει γνωστή ευρέως η εκμετάλλευση της παραχάραξης της εικόνας από τους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς των καθεστώτων, είχε περιλάβει τόσο τις φωτογραφίες όσο και τις ταινίες στο αντικείμενο του “Τμήματος Αρχείων” του “Υπουργείου Αλήθειας”, όπου εργαζόταν ο Ουΐνστον Σμιθ, ο ήρωας του έργου του «1984»: «Αυτή η διαδικασία των συνεχών διορθώσεων δεν αφορούσε μόνο τις εφημερίδες, αλά και τα βιβλία, τα περιοδικά, τα φυλλάδια, τις αφίσες, τα έντυπα, τις ταινίες, τις ηχητικές εγγραφές, τα κινούμενα σχέδια, τις φωτογραφίες», έγραφε.
Εύλογα, πάλι, η ευρύτητα της προσφυγής σ’αυτό το εγχείρημα ήταν εκθετικά αντιστρόφως ανάλογη προς το εύρος των ελευθεριών σε ένα καθεστώς: είναι προφανές ότι όσο μεγαλύτερες ελευθερίες επικρατούν σε ένα καθεστώς, τόσο ευκολότερα μπορεί να αποκαλυφθεί το εγχείρημα εξαπάτησης του κοινού. Έστω και αργά, όπως συνέβη με τον “βουτηγμένο στο πετρέλαιο” κορμοράνο, που είχαν χρησιμοποιήσει για τις προπαγανδιστικές τους ανάγκες οι αμερικανικές υπηρεσίες κατά τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου. Συνέπεια αυτής της “αδυναμίας” των σκοτεινών μηχανισμών ενός πολιτικά φιλελεύθερου καθεστώτος και – αντίρροπα – της δύναμης των ελευθεριών της κοινωνίας είναι όχι μόνον η τελική αποκατάσταση της αλήθειας, αλλά και η καταρράκωση της αξιοπιστίας αυτών που απεργάζονται την παραπλάνηση της κοινής γνώμης. Όχι ότι αυτό το ενδεχόμενο τους αποθαρρύνει νομοτελειακά, ιδιαίτερα όταν η αποκατάσταση της αλήθειας δεν θα μπορεί να ανατρέψει αναδρομικά τα αποτελέσματα της παραποίησής της!
Όπως, λοιπόν, αναφέρθηκε, η προβολή ενός αληθοφανούς (λόγω της “αδιάψευστης” μαρτυρίας της εικόνας) ψεύδους εξυπηρέτησε, με διαβαθμίσεις, όλα τα καθεστώτα (ή τις ηγεσίες τους), για τις ανάγκες της προπαγάνδας τους ή/και της πλύσης του εγκεφάλου του λαού τους. Ο εκάστοτε στόχος της εντάσσεται σε μία κλίμακα που πηγαίνει από τον απλό εξωραϊσμό ενός ήσσονος σημασίας γεγονότος ως την πλήρη διαστρέβλωση ενός ιστορικού γεγονότος. Διαφωτιστικά για το εύρος και την θρασύτητα αυτής της μεθόδευσης είναι τα με οργουελλιανής έμπνευσης τίτλους βιβλία «Le commissariat aux archives» του γάλλου δημοσιογράφου και κινηματογραφιστή Alain Jaubert και «The Commissar vanishes» του άγγλου ιστορικού της φωτογραφίας David King.
Μέχρι πριν από λίγο καιρό, τα μέσα "πειράγματος" εικόνων και ταινιών ήταν συγκεντρωμένα στα χέρια των πανίσχυρων κρατικών μηχανισμών και των επαγγελματιών του σιναφιού των φωτογράφων και των κινηματογραφιστών. Τα δεδομένα, όμως, άλλαξαν με την διάδοση των τεχνικών της “ψηφιακής εικόνας”, αλλά και της διάδοσης τόσο της εύχρηστης ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής όσο και της βιντεοκάμερας, τάση που έφτασε στο αποκορύφωμά της με τη δυνατότητα χρήσης ως φωτογραφικής μηχανής ή κάμερας ενός εξαρτήματος που συνοδεύει σε κάθε βήμα του τον σημερινό άνθρωπο: του κινητού τηλεφώνου! Έκτοτε, ο οποιοσδήποτε μπορεί να προμηθευτεί και να χειριστεί τα αναγκαία όργανα για να προβάλει την πραγματικότητα της αρεσκείας του. Όπως διευκρινίζει ο Fred Ritchin, που διδάσκει φωτογραφία και οπτικό πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης: «Η φωτογραφία με άλατα αργύρου είναι ένα αποτύπωμα των πραγμάτων, ενώ η ψηφιακή φωτογραφία είναι πολύ πιο εύπλαστη. Το πίξελ δεν έχει καμία σχέση με τον κόκκο αλάτων αργύρου· είναι ένα μωσαϊκό, του οποίου μία ψηφίδα είναι εύκολο να αφαιρεθεί ή να τροποποιηθεί.». Έτσι, χάρις στις σύγχρονες τεχνικές: «δεν φωτογραφίζουμε πλέον αυτό που βλέπουμε, αλλά αυτό που θα θέλαμε να δούμε». Διαπίστωση που θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί σε σχέση με τις πρακτικές των μέσων ενημέρωσης (αλλά και πολλών χρηστών του διαδικτύου) ως εξής: «δεν δείχνουμε στο κοινό αυτό που φωτογραφίζουμε (ή κινηματογραφούμε), αλλά αυτό που θέλουμε να του δείξουμε.»!
Το ότι πλέον τη δυνατότητα εξαπάτησης δεν την έχουν μόνο κρατικοί μηχανισμοί και ισχυρά μέσα ενημέρωσης δεν είναι άνευ σημασίας. Τα τελευταία, κυρίως τα ηλεκτρονικά, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της αποκλειστικής ενημέρωσης, καταφεύγουν όλο και συχνότερα στην προβολή ερασιτεχνικών βιντεοσκοπήσεων (αλλά και φωτογραφιών), δηλαδή ντοκουμέντων, τα οποία δεν διστάζουν – στο κυνήγι της “πρωτιάς” – να δημοσιοποιήσουν προτού επιβεβαιώσουν για την αξιοπιστία τους. Πρόσθετα, οι διάφορες ιστοσελίδες και τα προσωπικά “blog” – όπου αναρτώνται ανεξέλεγκτα κείμενα, πληροφορίες, ακουστικό αλλά και οπτικό υλικό – αποτελούν πλέον μία καθιερωμένη, έστω και άκρως επισφαλή, ειδησεογραφική πηγή, που αφενός μεν διευρύνει την εμβέλεια των προσωπικών συνεισφορών στην πληροφόρηση, αφετέρου δε καθιστά ελκυστικότερο και ευχερέστερο τον πειρασμό διοχέτευσης της “επιθυμητής” από τον εκάστοτε ανθρώπινο πομπό πραγματικότητας.
Αυτή είναι η μία πλευρά. Η άλλη είναι ότι η απόπειρα εξαπάτησης εξατομικεύεται. Κοντολογίς, ο στόχος της παραπλάνησης μπορεί πλέον να μην είναι ένα ευρύ κοινό, αλλά μία μικρή ομάδα ατόμων ή και ένα μόνο άτομο. Σε αυτήν την περίπτωση, μπορεί αυτό που διακυβεύεται να μην είναι τόσο σοβαρό, αλλά η επίτευξη της επιδίωξης (δηλαδή της παραπλάνησης) είναι πολύ πιθανότερη γιατί όσο πολυπληθέστερο είναι το κοινό που αποτελεί στόχο τόσο πιθανότερο είναι να αποκαλυφθεί η κιβδηλεία του “αποδεικτικού” υλικού.
Το θέμα δεν είναι “φιλολογικό”. Οι διαστάσεις του φαινομένου έχουν πάρει μεγάλες διαστάσεις και αν η καλλιτεχνική πτυχή του (δηλαδή το γεγονός ότι παραβιάζεται η αισθητική αμεσότητα) μπορεί να αγνοηθεί, η κοινωνική του πτυχή είναι άκρως σημαντική. Άλλωστε, το τον τελευταίο καιρό η ελληνική κοινή γνώμη βομβαρδίζεται με αμφίβολης πιστότητας ή πληρότητας αποσπασματικά στιγμιότυπα, τα οποία, ωστόσο, διαμορφώνουν – δυστυχώς – εδραίες εντυπώσεις σε μεγάλο μέρος της. Και την αλήθεια την γνωρίζει μόνο όποιος βρισκόταν πίσω από την κάμερα!

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ: Απάντησις ευχάριστος - Απάντησις δυσάρεστος

του ΑΝΤΩΝΗ ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ὁ Ὁδηγός Ἐρωτικῆς Ἀλληλογραφίας, ἕνα ἀξιολογώτατο βιβλίο πού γιά τήν ἔλλειψη ἀναγνωσμάτων στό βουνό πού διέμενα πάνω ἀπό τή Δράμα, διάβασα πολλές φορές, περιεῖχε ὑποδείγματα προτάσεων, ἀλλά καί ἀπαντήσεων. Οἱ ἀπαντήσεις σέ κάθε πρόταση ἦταν διπλές. Μία Ἀπάντησις Εὐχάριστος («κι ἐγώ, Λάκη μου, αἰσθάνομαι ὁμοίως»). Καί μία Ἀπάντησις Δυσάρεστος («νομίζω, κ. Λάκη, πώς εἴμαστε ἀμφότεροι ἀνετοίμαστοι διά μίαν τέτοιαν σχέσιν»).
Στό ἐρώτημα τοῦ ποιό θά εἶναι τό μέλλον τῆς κυβέρνησης Παπαδήμου ἔχω καί μία εὐχάριστη πρόγνωση καί μία δυσάρεστη ἐναλλακτικά. Ἡ εὐχάριστη εἶναι, ὅτι θά κατορθώσει νά βγάλει ἀπό αὐτήν τούς κομματικούς καί θά κυβερνήσει τήν χώρα μέ τεχνοκράτες τῆς ἴδιας ὑφῆς μέ ἐκεῖνον καί θά τήν βγάλει ἀπό τήν κρίση. Ἡ δυσάρεστη εἶναι, ὅτι τά κόμματα, ὅταν θά μᾶς δώσουν οἱ Εὐρωπαῖοι τήν ἑπόμενη, γιγαντιαία, δόση θά τόν πετάξουν ἀπό τήν κυβέρνηση, καί θά μοιράζουν τά λεφτά κατά τήν ἐπιθυμία τους.
Ὁ Παπαδῆμος δίνει ἕναν πολυμέτωπο ἀγώνα. Στό ἐξωτερικό προσπαθεῖ νά πείσει τούς Εὐρωπαίους νά συναινοῦν στήν ἐλάφρυνση τῶν ὅρων τους πού ἐπικεντρώνονται στήν ἀποπληρωμή τοῦ χρέους καί ἐμποδίζουν τίς ἐπενδύσεις γιά τήν ἀνάπτυξη. Στό ἐσωτερικό δίνει μάχη μέ τούς πάσης λογῆς ἀντιμνημονιακούς καί ἰδιαίτερα μέ ἐκείνους πού ζητοῦν τήν ἐπιστροφή στήν δραχμή. Μέσα στήν κυβέρνηση, οἱ ὑπουργοί ἀπό τήν Ν.Δ. ἀξιώνουν τό ταχύτερο ἐκλογές, ἐνῶ οἱ ὑπουργοί ἀπό τό ΠΑΣΟΚ ἔχουν ἐπικεντρωθεῖ στήν ἐκλογή τοῦ ἑπόμενου ἀρχηγοῦ τους.
Τά μεγάλα ἀτοῦ τοῦ Παπαδήμου εἶναι ὁ πραγματισμός στίς ἐνέργειές του καί ἡ εἰλικρίνεια πού ἀποπνέει ὅταν μιλᾶ στήν τηλεόραση. Δέν πρόκειται γιά ἱκανότητα ἠθοποιϊας ὅταν βρίσκεται μπροστά στόν φακό, διότι τά λόγα ἐναρμονίζονται μέ τήν κυβερνητική συμπεριφορά του. Ἔχει ἔτσι λαϊκή ἀπήχηση καί ἄν τόν ρίξουν τά κόμματα, θά εἶναι εἰς θέσιν, ἄν τό θελήσει, νά φτιάξει ὁ ἴδιος κόμμα, μεγαλύτερο ἀπό τά ὑπάρχοντα.
Θά τό θελήσει ὅμως; Οἱ ἐπικριτές του τοῦ ἀποδίδουν μιά ἀτολμία ἀπέναντι στό κοινοβουλευτικό κατεστημένο. Λένε πώς ὅταν τοῦ προσέφεραν τήν πρωθυπουργία τόν Ὀκτώβριο, ἔπρεπε νά θέσει τούς ὅρους του γιά τήν σύνθεση καί τήν διάρκεια τῆς κυβέρνησης του καί νά ἀποκρούσει τήν πλαισίωσή του μέ τούς ἐκπροσώπους τῶν κομμάτων. Ἀλλά ξεχνοῦν, ὅτι τά λεφτά στόν δημόσιο κορβανᾶ ἐπαρκοῦσαν τότε γιά λίγες μόνο ἡμέρες. Καί σάν τίς δύο μητέρες μπροστά στήν σπάθα τοῦ Σολομῶντα, ἦταν ἡ ὑπευθυνότητα τοῦ Παπαδήμου πού τόν ἔκανε νά ὑποχωρήσει μπροστά στόν τυχοδιωκτισμό τῶν κομμάτων.
Ἄν μέ τά λεφτά τῆς ἑπόμενης, γιγαντιαίας, δόσης στό κρατικό κεμέρι, πού θά ἐξασφαλίσει αὐτός, τόν πετάξουν οἱ πολιτικοί ἀπό τήν κυβέρνηση, δέν θά ἔχει λόγο νά μήν ὑπηρετήσει τήν χώρα μέ τήν σύσταση δικοῦ του κόμματος. Χωρίς τόν Παπαδῆμο πρωθυπουργό, Ν.Δ. καί ΠΑΣΟΚ δέν θά μπορέσουν νά συνεχίσουν τήν συγκυβέρνηση καί σύντομα θά σπρωχθοῦν σέ ἐκλογές, οἱ ὁποῖες θά εἶναι ἡ πραγματική ὥρα τοῦ Παπαδήμου.
Μέ τόν συνυπολογισμό ὅλων αὐτῶν τῶν στοιχείων προκρίνω τήν "Εὐχάριστον Ἀπάντησιν" καί λέω, ὅτι ἀπό κάποτε ἀπό τό 2012 θά ἔχουμε γιά τέσσερα χρόνια κυβερνήτη τόν Λουκᾶ Παπαδῆμο.