Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥ: Το ποδόσφαιρο ως άθλημα, ως θέαμα, ως επιχείρηση

(ομιλία της 7ης Νοεμβρίου 2011)

Πιστεύω ότι μάλλον μαντεύετε ότι αιτία αυτής της ομιλίας που σκαρώσαμε, ως ΚΣΜ, είναι τα πρόσφατα αποκαλυφθέντα περιστατικά στημένων ποδοσφαιρικών αγώνων.
Η ιδέα ήταν του Αντώνη και εγώ πρότεινα να μην περιορίσουμε τον έλεγχο μόνο στο σκάνδαλο της διαπλοκής, αλλά στο ποδόσφαιρο στο σύνολό του, κατά τις εκδοχές που τιτλοφορούν την ομιλία, αφού η ποδοσφαιρική επιχείρηση δεν νοείται χωρίς το πολύ διαδεδομένο θέαμα που οδηγεί σε αυτήν, ενώ η εξήγηση του φαινομένου αυτής της διάδοσης, συμπλέκεται με την έρευνα του είδους και της ποιότητας του αθλήματος.
Στο σημείο αυτό νιώθω την ανάγκη να κάνω μιαν εξομολόγηση. Όταν είχα διαμορφώσει μέσα στο κεφάλι μου τον κορμό της ομιλίας μου και είχα κρατήσει και κάποιες σημειώσεις, ένοιωσα μια τρομάρα. Φοβήθηκα ότι η ομιλία θα ήταν αποκρουστέα ως αδιάφορη, λόγω θέματος και εκτός πάσης συγκυρίας. Σε τούτην εδώ την αίθουσα, κάθε Δευτέρα, καταπιανόμαστε με σοβαρά θέματα. Με πολιτική, με οικονομία, με εθνικά, πολιτιστικά και εργασιακά θέματα, με την ενέργεια, με την εκπαίδευση. Το ποδόσφαιρο αποτελεί σοβαρή υπόθεση για να κινήσει το ενδιαφέρον; Κι ακόμη, η πατρίδα μας διανύει μια τραγική τροχιά, εξαιτίας της οποίας, το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού της αντιμετωπίζει οξύτατα προβλήματα διαβίωσης. Με το football θ’ ασχοληθούμε; Εδώ καράβια πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζετε.
Στην προσπάθειά μου να κατανικήσω τους φόβους μου, σκέφθηκα ότι ο αθλητισμός εντάσσεται στο πολιτιστικό γίγνεσθαι κάθε χώρας, έχει αρχαιότατες ρίζες και αποτελούσε, μαζί με τις αμφικτιονίες και την κοινή αντιμετώπιση από τους Έλληνες της μηδικής εισβολής, ένα συνεκτικό ιστό των αρχαίων Ελλήνων, των οποίων τα κράτη-πόλεις μπορεί να σκοτωνόντουσαν μεταξύ τους, αλλά νοιώθοντας όλοι Έλληνες, συναθροίζονταν για την ειρηνική αθλητική άμιλλα. Σκέφθηκα ακόμη ότι και σήμερα ο αθλητισμός αποτελεί μια γιγάντια κοινωνική εκδήλωση σε παγκόσμια έκταση και επομένως δεν μπορεί να αμελείται σαν τέτοια. Και τέλος, ότι αξίζει τον κόπο να αφήνουμε κάποτε-κάποτε το μυαλό μας να ξεγλιστράει πέρα από την καθημερινή αγωνία. Κατανικώντας, λοιπόν, τους φόβους μου, σας παρουσιάζω αυτό το πόνημα. Αν βρείτε κάτι ενδιαφέρον και χρήσιμο, κρατείστε το. Αν όχι, υπομονή. Την επιείκειά σας.
Σας έφαγα το χρόνο με τις φοβίες μου. Ας ξεκινήσουμε το θέμα μας.
Γεννήτορες του αθλήματος οι Άγγλοι κατά τα μέσα του 19ου αιώνα και, όπως λέγεται, οι πρώτοι αγώνες έγιναν από ομάδες ελευθεροτεκτόνων (μασόνων). Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι κάτι σαν ποδόσφαιρο παιζόταν στις αρχαίες Ελλάδα και Ρώμη, στην Κίνα και στην Ινδία, με κάποιο αντικείμενο που δεν ήταν μπάλα. Όπως είναι γνωστό το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που παίζεται με τα πόδια ανάμεσα σε δυο ομάδες, με 11 παίκτες η κάθε μια, οι οποίοι κινούνται επί 90 λεπτά της ώρας και με τη χρήση μιας μπάλας επιχειρούν την επίτευξη του μεγαλύτερου αριθμού τερμάτων. Δεν μπαίνω σε άλλες λεπτομέρειες, αφού όλα αυτά είναι κοινώς γνωστά, οι όροι του παιχνιδιού δηλαδή, ενώ αυτό δε θα προσθέσει τίποτα στην ανάπτυξη του θέματός μας.
Ο ορισμός που παρέθεσα είναι αρκετά γενικευμένος και πιστεύω ότι θα χρειαζόταν κάποια περαιτέρω διευκρίνιση.
Στα αθλήματα που εντάσσονται στον αθλητισμό στίβου, και τα οποία είναι ατομικά και όχι ομαδικά, όπως στο ποδόσφαιρο, το ευμενές αποτέλεσμα, η νίκη, επιτυγχάνεται κατά βαθμό σχεδόν αποκλειστικό, με καταβολή της μέγιστης σωματικής δύναμης. Τούτο, τόσο στα αγωνίσματα δρόμου, όπου κερδίζει ο ταχύτερος ή ο διαθέτων τη μεγαλύτερη αντοχή, όσο και στις ρίψεις, με νικητή τον δυνατότερο αλλά και στα άλματα, όπου επικρατεί αυτός που πετυχαίνει το μακρύτερο ή υψηλότερο άλμα. Όλα είναι αποτέλεσμα σωματικής δύναμης, χωρίς να παραγνωρίζεται και η τεχνική και με μακρά άσκηση βελτίωση των σωματικών δυνατοτήτων.
Στο ποδόσφαιρο τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Ο ποδοσφαιριστής δεν πετυχαίνει το μέγιστο αποτέλεσμα γι’ αυτόν και την ομάδα του, συνεπεία της σωματικής προσπάθειας που αναπτύσσει, παρά μόνο κατά ένα μέρος, που, όπως θεωρώ, δεν είναι και το αποφασιστικό.
Εξηγούμαι: η ταχύτητα που αναπτύσσει ο ποδοσφαιριστής για να προλάβει την μπάλα πριν από τον αντίπαλό του, είναι κίνηση καθαρά σωματική. Το άλμα που επιχειρεί για να κερδίσει την κεφαλιά, είναι ομοίως σωματικό εγχείρημα.
Ο αντικειμενικός στόχος κάθε ομάδας είναι η επίτευξη τερμάτων περισσότερων εκείνων που θα δεχθεί, ώστε να πετύχει νίκη.
Αυτό όμως, πέρα από τρεξίματα ή άλλες σωματικές ενέργειες, προϋποθέτει κάποιες μεθοδεύσεις. Τόσο στον επιθετικό τομέα, ώστε να διασπάσει την αντίπαλη άμυνα, όσο και στον αμυντικό για να διαφυλάξει άτρωτη την εστία του. Τούτο σημαίνει ότι πέρα από την καταβολή σωματικών κινήσεων, πρέπει να επιστρατεύσει, τόσο ατομικά κάθε ποδοσφαιριστής, όσο και συνολικά ως ομάδα, την ενεργοποίηση εγκεφαλικών λειτουργιών.
Για να μην παρεξηγηθώ και θεωρηθεί ότι ισχυρίζομαι πως το ποδόσφαιρο είναι πνευματική άσκηση (προς θεού, δεν είναι κάτι σαν το σκάκι), τονίζω άλλη μια φορά ότι είναι άθλημα. Επί 90 λεπτά οι ποδοσφαιριστές βρίσκονται σε σχεδόν αδιάκοπη κίνηση, επιστρατεύοντας στο έπακρο τις σωματικές τους δυνάμεις. Όμως, επί 90 λεπτά καλούνται να βρίσκονται ανά πάσαν στιγμήν σε εγρήγορση, κινητοποιώντας τον νου και ακόμη και τη διαίσθησή τους, προκειμένου να προβούν σε οποιαδήποτε κίνηση απαιτηθεί, επ’ ωφελεία της ομάδας τους. Απαιτεί τον έλεγχο, πολλές φορές αστραπιαίο, τις υφιστάμενης στο γήπεδο κατάστασης πραγμάτων, της θέσης της μπάλας, των θέσεων των ποδοσφαιριστών αμφοτέρων των ομάδων, ώστε εκ τούτου να επιχειρηθεί η κατάλληλη κίνηση του παίκτη. Αυτά όλα, είναι αδιάκοπες και πρωτεύουσες νοηματικές ενέργειες, που αποτελούν και τον ιστό του ποδοσφαιρικού παιχνιδιού.
Όμοιες λειτουργίες που προσδιορίζουν τη σωματική κίνηση του παίκτη είναι (παραθέτω παραδείγματα μόνο), η προσπάθεια του ποδοσφαιριστή που κατέχει την μπάλα, να ντριπλάρει τους αντιπάλους του, δηλαδή να τους ξεπεράσει χωρίς να του αποσπάσουν την μπάλα. Η προσπάθεια γίνεται με τα πόδια, αλλά με κίνητρο την ποδοσφαιρική ευφυΐα του παίκτη, η οποία δίδει την εντολή για τις απαιτούμενες κινήσεις.
Η αποστολή της μπάλας σε συμπαίκτη, απαιτεί την σύλληψη με το νου, της θέσης που θα βρίσκεται ο συμπαίκτης κατά τη στιγμή που θα φτάσει σε αυτόν η μπάλα, καθώς και η κινητοποίηση, κατόπιν εγκεφαλικής εντολής, της δύναμης του λακτίσματος και η κατεύθυνση που θα δοθεί.
Η επιχείρηση αλώσεως της αντίπαλης εστίας, από ποδοσφαιριστή που βρίσκεται σε θέση βολής, δεν ενεργείται με οποιοδήποτε λάκτισμα, αλλά με επιδεξιότητα, ήτοι, σύγχρονη επιλογή του χρόνου και της δύναμης του λακτίσματος και της κατεύθυνσης της μπάλας, δηλαδή πνευματικών εντολών, με μοναδική σωματική κίνηση το σπρώξιμο της μπάλας.
Έφερα μόνο τρία παραδείγματα ενεργοποίησης των λειτουργιών του νου, από τα άπειρα που μπορούν να προκύψουν κατά τη διάρκεια ενός αγώνα.
Προτείνω, κατά συνέπεια, το συμπέρασμα της πρωτεύουσας σημασίας και κυριαρχίας, έναντι του σωματικού στοιχείου, εκείνου των πνευματικών λειτουργιών.
Σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, αυτούς που συμμετέχουν σε αυτές, τους διακρίνουμε σε αδέξιους, σε μετρίων ικανοτήτων, σε ικανούς, σε ιδιοφυείς, σε μεγαλοφυείς. Ανάλογα με το είδος της δραστηριότητας, απαιτούνται οι ειδικές ικανότητες που ανταποκρίνονται σε αυτό το συγκεκριμένο είδος. Μιλάμε, λοιπόν, για το εύρος και την έκταση του ταλέντου.
Στο ποδοσφαιρικό παιχνίδι, αναζητούνται οι ικανοί για να πλαισιώσουν επιτυχώς τις ποδοσφαιρικές ομάδες. Δεν σπανίζουν οι υψηλές ικανότητες, εξικνούμενες σε ποδοσφαιρικές ιδιοφυΐες και γιατί όχι σε ποδοσφαιρικές μεγαλοφυΐες, που έμειναν αξέχαστες στην ιστορία του αθλήματος (Πελέ, Μαραντόνα, Ζιντάν, Μπέκενμπαουερ).
Μιλήσαμε για ταλέντα και μεγαλοφυΐες που αντιστοιχούν στο είδος της δραστηριότητας. Στις καλές τέχνες αυτές διακρίνονται από την ύψιστη ικανότητά τους, στη σύνθεση των ήχων, την έγχρωμη και γλυπτική απεικόνιση, την αρχιτεκτονική κατασκευή, στη φιλοσοφία στη διαμάχη των ιδεών, της ύλης και του πνεύματος, στην επιχειρηματικότητα, την εφευρετικότητα και το άνοιγμα νέων δρόμων στη βιομηχανία και στο εμπόριο. Μιλάμε λοιπόν, για έναν Μότσαρτ, έναν ντα Βίντσι, έναν Λε Κορμπιζιέ, έναν Καντ, έναν Ωνάση.
Μπορούμε άραγε να μιλήσουμε για κάτι αντίστοιχο για το ποδόσφαιρο, αφού και αυτό αποτελεί μιαν ανθρώπινη δραστηριότητα, έντονα εκτεταμένη;
Θα απαντούσα, αδίστακτα, καταφατικά.
Αλλά ποιο είναι το ταλέντο και η ιδιοφυΐα ή μεγαλοφυΐα (αν φτάσουμε και σε αυτή την ακρότητα) του ποδοσφαιριστή; Σε τι συνίσταται αυτή; Απαντώ: στη μοναδική ποδοσφαιρική ευφυΐα του.
Σπεύδω αμέσως να δηλώσω ότι η ποδοσφαιρική ευφυΐα δεν έχει καμία σχέση με τη φυσική ευφυΐα και με το IQ του ανδρός, το οποίο καθόλου δεν αποκλείεται να είναι κάτω του μετρίου, καθ’ ον όμοιο τρόπο, το IQ ενός εκ των μεγίστων συνθετών, ζωγράφων ή γλυπτών, δεν είναι αναγκαίο να είναι υψηλό. Οι ειδικές ικανότητες στις διαφορετικές ανθρώπινες δραστηριότητες, είναι άσχετες με τις φυσικές ευφυΐες.
Σήμερα, παγκοσμίως, για την απόκτηση των μέγιστων ποδοσφαιριστών, τα ποσά ανέρχονται σε μερικές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ. Τυχαία πλασάρω τρία ονόματα: Μέσι, Ρονάλντο, Ρούνεϊ.
Σε τι συνίσταται η ποδοσφαιρική τους ευφυΐα, που τους κάνει ξεχωριστούς;
Σπεύδω πάλι να δηλώσω ότι δεν έχει καμία σχέση, ή αν έχει αυτή είναι περιορισμένη, με τις σωματικές του ικανότητες. Καθόλου δεν αποκλείεται, συγκρινόμενος με τους συμπαίκτες του, να μην είναι ούτε ο ταχύτερος, ούτε ο ικανότερος στα άλματα.
Είναι, όμως, ο Μέσι των δεκάδων εκατομμυρίων. Που ξέρει, έχοντας προβλέψει, να βρίσκεται στην κατάλληλη θέση την πρέπουσα στιγμή για να παραλάβει την μπάλα, που πρόκειται να του αποσταλεί, που έχει προβλέψει, ελέγχοντας την κατάσταση στο γήπεδο, ότι ο συμπαίκτης του μπορεί να βρεθεί σε θέση βολής και να του αποστείλει την μπαλιά, που μπορεί να ντριπλάρει με την μπάλα στα πόδια, αριθμό αντιπάλων ποδοσφαιριστών, ή που έχοντας την μπάλα απέναντι από την αντίπαλη εστία θα την στείλει αλάνθαστα εκεί που πρέπει, νικώντας τον αντίπαλο τερματοφύλακα, που μπορεί με την ικανότητά του και την ευρηματικότητά του, να κατευθύνει την επιθετική δραστηριότητα των συμπαικτών του.
Είναι ο ηγεμόνας και γκολτζής της παρέας.
Και καθώς μιλάμε για ιδιοφυΐες και μεγαλοφυΐες, όπως ο Μικελάντζελο Μπουοναρότι και οι βοηθοί του, έτσι και αυτός και οι συμπαίκτες του – μη γελάσετε παρακαλώ – μπορούν να συνθέσουν πάνω στο πράσινο χορτάρι του γηπέδου μια ποδοσφαιρική Καπέλα Σιξτίνα.
Μίλησα πολύ πάνω στην πρώτη εκδοχή, εκείνη του αθλήματος. Ίσως το παράκανα. Είναι όμως, το καίριο στοιχείο, αφού αναδεικνύει την ποιότητα του αθλήματος, την έντονη συμμετοχή της προσωπικότητας και του ποδοσφαιρικού νου των παικτών, πράγματα που οδηγούν στη δεύτερη εκδοχή, εκείνη του θεάματος.
Όλα όσα λεπτομερώς, μέχρι τώρα εξέθεσα, περιγράφοντας το ποδόσφαιρο ως άθλημα, καταδεικνύουν ότι αυτό διαθέτει ένα ενδιαφέρον ή ακόμη και μια ομορφιά για ένα πλήθος ανθρώπων, που προσέρχονται στον τόπο του αθλήματος, για να χαιρετίσουν τις προσπάθειες των παικτών και για να χαρούν όχι μόνο για το τυχόν ευμενές αποτέλεσμα της ομάδας της οποίας είναι οπαδοί, αλλά και για ό,τι εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια τους επί 90 λεπτά της ώρας. Στο διάστημα αυτό η συνεχής κίνηση και προσπάθεια των παικτών, δημιουργεί αδιάκοπα, ταχύτατες εναλλαγές φάσεων, που κρατούν σε ένταση το ενδιαφέρον των θεατών, αλλά και δημιουργούν απολαύσεις, όταν η δεξιοτεχνία των ποδοσφαιριστών πραγματοποιεί αριστοτεχνικούς συνδυασμούς που ανατρέπουν την αντίπαλη αντίσταση. Είναι στιγμές που αδίστακτα θα μπορούσα να χαρακτηρίσω ποιητικές, όταν η ατομική προσπάθεια ενός παίκτη ή ο συνδυασμός κινήσεων παικτών σε αφήνει άφωνο, από το μαγευτικό αποτέλεσμα αυτού του σπάνιου εγχειρήματος, που υπερβαίνει κατά πολύ το μέσο όρο των προσπαθειών.
Είναι βέβαιο ότι το ποδόσφαιρο έχει κατακτήσει την πρωτιά, ως το πιο δημοφιλές άθλημα. Δεν είναι τυχαίο, ύστερα από τα όσα πρωτύτερα περιέγραψα. Οι κερκίδες κατακλύζονται από την αδιαμφισβήτητη ομορφιά του. Δεν θα αρνηθώ ότι υπάρχουν και περιπτώσεις κάποιας ποδοσφαιρικής συνάντησης μέτριας ή κακής ποιότητας. Τούτο βέβαια, δεν αίρει τον κανόνα της υψηλής ποιότητας του αθλήματος.
Είναι προφανές βέβαια, ότι το άθλημα δεν θέλγει το σύνολο των πληθυσμιακών μαζών. Πολυπληθείς μερίδες του παραμένουν αδιάφορες, είτε γιατί δεν ενδιαφέρονται να παρακολουθήσουν 22 ανθρώπους να κυνηγούν ένα φουσκωμένο μπαλόνι, είτε γιατί δε βρέθηκαν ποτέ σε ένα περιβάλλον οικογενειακό ή φιλικό που να τους προτρέψει ή να τους υποδείξει το ενδιαφέρον του αθλήματος.
Ουδείς ψόγος βέβαια γι’ αυτούς, όπως ουδείς ψόγος για εμένα που δεν θέλγομαι από τις ταυρομαχίες, χωρίς φυσικά να θεωρώ παλαβούς αυτούς που αλαλάζουν στις αρένες, επευφημώντας τον τορεαντόρ για τις εκπληκτικές κινήσεις του, με τις οποίες αποφεύγει τις επιθέσεις του ταύρου.
Έτσι, όπως θερμά περιέγραψα τον κατακλυσμό των κερκίδων από ενθουσιώδεις φιλάθλους, θα απεκόμιζε κανείς την εντύπωση και βεβαιότητα ότι αναφέρομαι σε ένα ευτυχές κοινό ανθρώπων που συρρέουν για να εμβαπτισθούν στην ευγένεια και την ομορφιά του αθλήματος.
Τα γεγονότα όμως, έχουν διαψεύσει αυτές τις προσδοκίες. Η συχνότητα των βίαιων επεισοδίων που προκαλούνται από μειοψηφίες έστω, αν και όχι ασήμαντες σε αριθμό, δημιουργούν καταστάσεις και προβλήματα, κάθε άλλο παρά αμελητέα.
Κάποτε, στα νιάτα μου, θυμάμαι ότι πήγαινα στο γήπεδο παρέα με τους φίλους μου, οπαδούς αντίθετης ομάδας από εκείνη που εγώ υποστήριζα. Αγκαλιά πηγαίναμε, αγκαλιά φεύγαμε και όλοι οι θεατές, ασχέτως ποδοσφαιρικής ιδεολογίας, είμαστε ανακατεμένοι μέσα στις κερκίδες και ο καθένας εκδήλωνε τη χαρά του για το γκολ, χωρίς να φοβάται ότι θα ξυλοκοπηθεί από τον πλαϊνό του.
Εδώ και πολύ καιρό, όμως, τα πράγματα έχουν ανατραπεί και πια, είτε ο αγώνας διεξάγεται με την παρουσία των οπαδών μόνο της γηπεδούχου ομάδας, είτε αν επιτραπεί και σε οπαδούς της φιλοξενούμενης ομάδας, αυτοί περιορίζονται σε κάποιες περιφραγμένες κερκίδες, ώστε να μην έρχονται σε επαφή με τους αντίπαλους θεατές, ειδοποιούνται δε, ότι μετά το τέλος του αγώνα πρέπει να μείνουν στη θέση τους, έως ότου αδειάσει το γήπεδο από τους θεατές της γηπεδούχου. Τούτο βέβαια δεν αποκλείει ούτε τη σύγκρουση των οπαδών εκτός γηπέδου ούτε ακόμη, στην περίπτωση της παρουσίας μόνο των οπαδών της μιας ομάδας στο γήπεδο, να ξηλωθούν, να καούν ή να εκτοξευθούν καθίσματα, να σπάσουν κάγκελα, να υπάρξουν συγκρούσεις με τα ΜΑΤ, οπότε πέφτουν και δακρυγόνα, με όποιο πρόσχημα περάσει από το μυαλό των αλητών, λεγόμενων φιλάθλων. Μπορεί αυτό να είναι η ήττα της γηπεδούχου, οπότε θα φταίει ο διαιτητής ή κάποιοι ποδοσφαιριστές της αντίπαλης ομάδας.
Πολλοί γονείς άρχισαν να αποφεύγουν να παίρνουν τα παιδιά τους στο γήπεδο.
Η συχνότητα των επεισοδίων είναι πια πολύ πυκνή. Σχεδόν δεν υπάρχει Σαββατοκύριακο, που σε κάποιο ή κάποια γήπεδα της χώρας να μην έχουν συμβεί έκτροπα, με ζημιές, με τραυματισμούς, με συγκρούσεις με αστυνομικές δυνάμεις, με συλλήψεις. Δεν έχουν λείψει και οι νεκροί. Πριν λίγο καιρό κουκουλοφόροι, σε έναν αγώνα βόλεϊ γυναικών στο Μαρκόπουλο έριξαν μολότοφ σε κερκίδα με 250 παιδιά. Ευτυχώς, δεν θρηνήσαμε θύματα.
Και διερωτάται κανείς. Τι συνέβη μέσα σε δύο δεκαετίες; Άλλαξε το φρόνημα του ελληνικού λαού; Οι ευγενείς άνθρωποι, που σύχναζαν στα γήπεδα, μετατράπηκαν σε στίφη μανιακών και επιθετικών αλητών, που επιδιώκουν να εκτονώσουν ό,τι πιο βάρβαρο και κτηνώδες αναβλύζει από μέσα τους;
Φοβούμαι ότι το ερώτημα δεν αφορά μόνο το χώρο του ποδοσφαίρου. Εντάσσεται σε ένα γενικότερο επιθετικό κλίμα, που εμφανίζεται όλο και πιο συχνά και που μετατρέπει, με πρόσχημα τις ειρηνικές εκδηλώσεις των πολιτών, σε ευκαιρία καταστροφών, λεηλασιών, τρομοκρατίας και κάθε είδους βιαιοτήτων από τους κουκουλοφόρους και τους μπαχαλάκηδες. Από μια κατηγορία μειοψηφική μεν, αλλά που, αφήνει πια τα σημάδια της στη ζωή μας, με καταστροφές περιουσιών ιδιωτών, όχι κατ’ ανάγκη πλουσίων, αλλά απλών καταστηματαρχών, σπιτιών, δημοσίων περιουσιών, υπουργείων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, του περικαλέστερου κτίσματος της πόλης μας, της Ακαδημίας.
Ποια είναι η αιτία αυτής της κτηνώδους καταστροφικής μανίας, αυτής της μειοψηφικής πληθυσμιακής μερίδας, που σημαδεύει και στιγματίζει έντονα πια τη ζωή μας; Δεν είναι η πολιτική ούτε η ποδοσφαιρική διαμαρτυρία. Οι πολίτες διαδηλώνουν ειρηνικά, φωνάζουν, διαμαρτύρονται, μουντζώνουν, αλλά δεν καταστρέφουν. Οι φίλαθλοι στην πλειοψηφία τους είναι ειρηνικοί, μπορούν να έχουν γνώμες, απόψεις για τη διαιτησία και τους αθλητικούς παράγοντες, θα περιοριστούν όμως στην απλή φωνασκία ή και κάποια χειρονομία.
Τι προτρέπει, λοιπόν, αυτές τις μειοψηφίες στη βία; Πρέπει να είναι κάποια αιτία ταυτόσημη για όλες τις βίαιες εκδηλώσεις, οπουδήποτε και αν συμβαίνουν, σε οποιοδήποτε είδος εκδηλώσεων.
Σκέπτομαι: υπάρχει άραγε μια ασίγαστη διάθεση σ’ αυτούς τους νέους, να ζήσουν κάτι συναρπαστικό και μη έχοντας κάποια άλλα ενδιαφέροντα να πληρούν τη ζωή τους ξεσπούν σε αγριότητες, χωρίς φραγμούς, χωρίς συγκρατημό, χωρίς δισταγμούς, χωρίς τύψεις, μόνο και μόνο για να γεμίσουν κάποιες ώρες της άδειας ζωής τους; Πρόκειται περί αλητών με έντονο αντικοινωνισμό, που εντάσσεται σε εγκληματικές προθέσεις. Παραπέμπω σε λίγες γραμμές από δύο αξιόλογα, σχετικά άρθρα εφημερίδων. «Γι’ αυτή την κατηγορία νέων, η σύγκρουση είναι λόγος ύπαρξης. Δεν πρόκειται για ιδεολόγους. Πρόκειται για αγέλες νεαρών που έλκονται από την αισθητική της καταστροφής, που έχουν μεταλλαχθεί σε τεχνικούς της βίας. Χωρίς πολιτική πλατφόρμα, χωρίς ιδεολογικούς περιορισμούς, είναι απρόσωποι, dark, ριψοκίνδυνοι, καταστροφείς, σκληροί στις μάχες του δρόμου και με διάθεση να βεβηλώσουν τα «ιερά και τα όσια». «Τριάντα χρόνια τώρα η αυθαιρεσία, η βία, το έγκλημα κουκουλώνονται, η Ελλάδα εθίστηκε στην κουκουλοφορία. Έτσι φτάσαμε «φυσιολογικά» και στις αγέλες των δυστυχισμένων, ψυχικά διαταραγμένων παιδιών, που ανήγαγαν τη βία σε ηδονή, την καταστροφή και το έγκλημα (την επιδίωξη να δολοφονήσουν) σε αυτοσκοπό. Δεν έχουν προσχηματικά «εν ονόματι», ιδεολογικές πλατφόρμες, ούτε καν συνθήματα. Κατεβαίνουν στους δρόμους «για να χτυπηθούν» και αν το καταφέρουν, να σκοτώσουν. Τον ψυχισμό τους τον διαμόρφωσε η επιβολή του «όλα επιτρέπονται», ο μηδενισμός των «προοδευτικών δυνάμεων» της μεταπολίτευσης. Την Ελλάδα που ανέχθηκε όλα να τα κουκουλώνει, την αποτελειώνουν σήμερα οι κουκουλοφόροι».
Κλείνοντας τον έλεγχο αυτής της εκδοχής, του ποδοσφαιρικού θεάματος και αναφερόμενος πάλι στο ερώτημα, αν μέσα σε λίγα χρόνια άλλαξε το φρόνημα του ελληνικού λαού, θυμάμαι ότι τα περασμένα χρόνια, όταν έμπαιναν στο γήπεδο οι ποδοσφαιριστές της φιλοξενούμενης ομάδας, οι οπαδοί της γηπεδούχου σιωπούσαν. Σήμερα το γήπεδο, ίσως και σε πλειοψηφικό ποσοστό, γιουχάρει τους αντίπαλους παίκτες κατά την είσοδό τους. Σήμερα, η φερόμενη ως πατροπαράδοτη αίσθηση της φιλοξενίας έχει καταρρεύσει. Η μεταβολή, εν προκειμένω, του φρονήματος, είναι κατάδηλη.
Τέλος και για να κλείσω αυτή την εκδοχή, διερωτώμαι και πάλι για τις αιτίες της καινοφανούς βίας (εννοώ αυτής που δεν υπήρχε τα περασμένα χρόνια), όπως την περιέγραψα. Άραγε το πλάτεμα της δημοκρατίας, ιδιαίτερα μετά τη μεταπολίτευση, μπορεί να έχει μεταφραστεί από κάποια μερίδα πολιτών (όχι μόνο από τους καταστροφείς) ότι παρέχει το δήθεν δημοκρατικό δικαίωμα, της όποιας εκτροπής, ως τέτοιας νοούμενης της παραβίασης των κανόνων διαβίωσης και της κείμενης νομοθεσίας; είναι και αυτό μια σκέψη, την οποία καταθέτω, πάντα ανήσυχος.
Ας επιχειρήσουμε πια, να ψηλαφίσουμε και την εκδοχή της ποδοσφαιρικής επιχείρησης.
Όταν ξεκίνησε, κάποτε, να παίζεται το ποδόσφαιρο, παιζόταν στις γειτονιές, σε κάποιες πλατείες, σε κάποιες αλάνες. Θυμάμαι ότι η γιαγιά μου, μου διηγιόταν ότι στον Πειραιά έπαιζαν μπάλα στην πλατεία Αλεξάνδρας, πριν γίνει γήπεδο σ’ αυτή την πόλη. Κάτι ανάλογο, υποθέτω, θα γινόταν και σε άλλες χώρες. Πιστεύω, όμως, ότι γρήγορα και επειδή το άθλημα, όντας πολύ δημοφιλές, αγαπήθηκε, χρειάστηκε να γίνουν γήπεδα, για την υποδοχή των φιλάθλων, παρά το γεγονός ότι αρχικά δεν υπήρχαν κερκίδες ή μικρό μόνο μέρος του γηπέδου διέθετε τέτοιες. Οι θεατές, κατά το πλείστον παρακολουθούσαν όρθιοι.
Έτσι, οι ομάδες χρειάστηκαν κάποια χρήματα, για να χτίσουν και συντηρήσουν το γήπεδο, για αγορά ποδοσφαιρικού υλικού, για έξοδα διοίκησης. Όταν μάλιστα ξεκίνησαν να οργανώνονται τοπικά πρωταθλήματα, τα έξοδα μεγάλωναν, καθώς χρειάζονταν και μετακινήσεις των παικτών και σε άλλες πόλεις, αλλά και σε άλλες χώρες.
Το άθλημα ήταν ερασιτεχνικό και οι ποδοσφαιριστές δεν πληρώνονταν. Ο καθένας είχε το επάγγελμά του και στο περιθώριο του χρόνου που διέθετε, επροπονείτο. Θυμάμαι ότι ο Γιάννης Βάζος ήταν χασάπης, ο Χατζησταυρίδης ήταν υπάλληλος στην Εταιρεία Υδάτων, ο Σούρπης φοιτητής και ύστερα γιατρός. Οι παίκτες έπαιζαν για την τιμή της φανέλας τους.
Μεταπολεμικά όμως, άρχισαν τα πράγματα γρήγορα να μεταβάλλονται. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων απαιτούσε βελτίωση της απόδοσής τους, γεγονός που προϋπέθετε βελτίωση της απόδοσης των ποδοσφαιριστών. Τούτο σήμαινε ότι η ποδοσφαιρική ενασχόληση έπρεπε να είναι αυξημένη, για να αχθούμε, ταχέως, στην καθημερινή προπόνηση και εκ τούτου στον επαγγελματισμό των ποδοσφαιριστών, (κάποια λίγα χρόνια αυτό δεν είχε θεσπιστεί επίσημα και εξακολουθούσαμε να μιλάμε για ερασιτέχνες, αν και αμείβονταν) και την αμοιβή τους, για τη σύμβαση εργασίας με την οποία συνδέονταν με την επιχείρηση.
Μίλησα πια για επιχείρηση. Ήταν η κατ’ ανάγκην κατάληξη του επαγγελματισμού. Απαιτούνταν σημαντικά κεφάλαια και φθάσαμε στην ίδρυση ποδοσφαιρικών ανωνύμων εταιρειών. Η καλή πορεία της ομάδας απαιτεί καλούς ποδοσφαιριστές, για την πρόσληψη των οποίων απαιτούνται υψηλότερες αμοιβές. Γρήγορα επετράπη και πρόσληψη αλλοδαπών ποδοσφαιριστών και έχουμε φθάσει πλέον (διεθνές το φαινόμενο) οι ομάδες, κατά μεγάλη πλειοψηφία παικτών, να απαρτίζονται από αλλοδαπούς. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων είναι αμείλικτος, ώστε να βρεθούν επικεφαλής των εθνικών πρωταθλημάτων και να μετάσχουν έτσι και στις διοργανώσεις των παγκόσμιων πρωταθλημάτων, γεγονός το οποίο αποδίδει αξιοσημείωτα κέρδη για τις μετέχουσες ομάδες.
Είναι ευχερώς αντιληπτό ότι για την κίνηση των επιχειρήσεων αυτών, που κινούνται μέσα στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς (έχει παύσει, από μακρού χρόνου, να υπάρχει ο ερασιτεχνισμός του αθλητικού ιδεώδους), απαιτούνται πολύ υψηλά κεφάλαια.
Πώς θα εξευρεθούν; Μια από τις πηγές είναι η αυτοχρηματοδότηση, από τον αριθμό των διατιθέμενων εισιτηρίων. Λογικό να επιχειρείται η διάθεση όλο και περισσότερων και ακριβότερων εισιτηρίων. Τούτο βέβαια προϋποθέτει αύξηση του αριθμού των οπαδών της ομάδας, το οποίο επιχειρείται με την αδιάκοπη βελτίωσή της, διότι εάν η ομάδα δεν έχει επιτυχίες, οι κερκίδες κινδυνεύουν να αδειάσουν, με μείωση των εισιτηρίων. Απαιτείται και πρόσληψη (αγορά δηλαδή) όλο και καλύτερων και άρα όλο και ακριβότερων παικτών, ώστε να μιλάμε για εκατομμύρια ευρώ. Εξάλλου, για την υποδοχή μεγαλύτερου αριθμού οπαδών, απαιτούνται και μεγαλύτερα γήπεδα, υψηλότερης χωρητικότητας. Άλλα εκατομμύρια και γι’ αυτά.
Κάποιοι λεφτάδες που ελέγχουν κάποιες ομάδες χρηματοδοτούν. Από ψώνιο μόνο ή και γιατί κάτι προσδοκούν; Το ζήτημα είναι ότι αυτές κάπως κουτσοπορεύονται. Οι άλλες ψωμολυσσάνε. Τα δάνεια πάνε κι έρχονται και τα χρωστούμενα αυγαταίνουν. Ομάδες αποκλείονται από το πρωτάθλημα γιατί δεν μπορούν να προσκομίσουν το απαραίτητο πιστοποιητικό μη οφειλής. Ο Παναθηναϊκός ψάχνεται μ’ έναν Σαουδάραβα πρίγκιπα. Ο Άρης φυτοζωεί και ο ΠΑΟΚ κρούει τη θύρα Αράβων και Αυστραλών για να βρει παράδες. Και αν κάποια στιγμή η Πολιτεία κάνει πράξη την εξαγγελία της, να κλείσει τους κρουνούς του ΟΠΑΠ, τότε στις προθήκες των γραφείων σχεδόν όλων των ομάδων, θα κολληθούν τα γνωστά «πωλείται», χωρίς λεφτά. Ήδη η οικογένεια Βαρδινογιάννη το έκανε για τις μετοχές της και αγοραστής δεν βρέθηκε. Ο Ολυμπιακός υποτίθεται ότι με τον Μαρινάκη πρέπει να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Τι θα γίνει αν την επόμενη χρονιά μείνει εκτός Τσάμπιονς Λιγκ; Φέτος μεγάλο μέρος των μεταγραφών του καλύφθηκαν από πώληση ποδοσφαιριστή.
Η προσφυγή στην πλάγια οδό της παρανομίας δεν είναι μακριά, προς άντληση χρημάτων. Τα στημένα παιχνίδια είναι εδώ, προσφέροντας τη σωτήρια λύση. Κάποια αποκαλύπτονται και η δικαιοσύνη ανασκουμπώνεται. Κάποια, (άραγε τα περισσότερα;) μένουν στο κρυφτό. Οι ομάδες που κρίθηκαν υπόλογες, αποκλείστηκαν από το επαγγελματικό πρωτάθλημα και στάλθηκαν στη Δ’ ερασιτεχνική κατηγορία. Τίποτα δεν αποκλείει, περαιτέρω ανακρίσεως να μειώσουν ακόμη περισσότερο τον αριθμό των ομάδων του επαγγελματικού πρωταθλήματος.
Μυστήριο είναι κάποιες περίεργες συμπεριφορές της Δικαιοσύνης, περί τον έλεγχο των υπαρχόντων στοιχείων, είτε την απόλυση του φευγάτου Ψωμιάδη, ως μη υπόπτου φυγής. Ομάδες, που αρχικά υποβιβάστηκαν, εντέλει αθωώθηκαν, πλην μιας. Ας αναμένουμε λοιπόν, τον τελικό λόγο της «Δικαιοσύνης».
Πριν κλείσω, θα ήθελα να προσθέσω κάτι τελευταίο. Ξεκίνησα αποκαλύπτοντας την ομορφιά αυτού του αθλήματος, με πολύ θέρμη, για να καταλήξω στην αλητεία της κερκίδας και στην εγκληματική παραβατικότητα των ηγετών των ποδοσφαιρικών επιχειρήσεων.
Πρέπει να λεχθεί ότι το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό.
Ο χουλιγκανισμός είναι αλλοδαπός, με διεθνή έκταση και στοίχισε πολλά, ακόμη και σε νεκρούς. Η μεγάλη κυρία του ιταλικού ποδοσφαίρου, η Γιουβέντους, συλληφθείσα να κλέβει οπώρας σε στημένα παιχνίδια, υποβιβάστηκε. Τα στημένα παιχνίδια έγραψαν και αυτά, διεθνή θητεία.
Χουλιγκανισμός, αλητεία, αθλιότητες, στημένα παιχνίδια. Ζουν και αναπτύσσονται και αυτά, στο πλαίσιο, στο κυρίαρχο πλαίσιο της χώρας μας, που είναι η διαφθορά και η παράνομη συναλλαγή. Έτσι, τίποτα πια δεν μας εκπλήσσει. Οι αργυρώνητοι εφοριακοί και τελωνειακοί, το απεριόριστο ρουσφέτι, με ανταλλαγή ψήφων, που εκτινάσσει τον πληθωρισμό του δημόσιου τομέα. Μια πολεοδομία που υποτίθεται ότι δεν αντελήφθη ότι χτίστηκαν ένα εκατομμύριο αυθαίρετα. Η απέραντη κρατική διάλυση, που τίποτα πια δεν ελέγχει, που επιτρέπει τις καταλήψεις ακόμη και των υπουργείων, με κατειλημμένα εκπαιδευτήρια λεηλατημένα από τους μαθητές, με τις εισαγγελικές παραγγελίες ανεκτέλεστες, με καθηγητές να υποκύπτουν στον εκβιασμό των φοιτητικών μειονοτήτων, με δικαστές που δηλώνουν ότι θα δουλεύουν τρεις μόνο ώρες και ότι δεν θα εκδίδουν αποφάσεις, με Προέδρους Δημοκρατίας να ευτελίζονται, με εθνικές επετείους να καταλύονται, με πόλεις πλημμυρισμένες από σκουπίδια, μια χώρα παγκόσμιο υπόδειγμα οικονομικής και ηθικής κατάρρευσης, με την Ελλάδα να αποσύρεται σταδιακά από την ευρωπαϊκή σκηνή.
Τα εξέθεσα όλα αυτά, όχι τόσο για να κάνω πολιτική (δεν αποκλείω να κάνω και πολιτική, έστω και αν δεν είναι του παρόντος – στο κάτω-κάτω εδώ πολιτική συζητούμε), όσο για να καταδείξω το συνολικό πλαίσιο της χώρας, μέσα στο οποίο τεκταίνονται οι δυσωδίες του ποδοσφαίρου, σε πλήρη συνάφεια με το συνολικό κλίμα.
Να αναζητήσουμε υπεύθυνους; Να κατακεραυνώσουμε τους κυβερνήτες για την καταρράκωση θεσμών και αξιών και μαζί με αυτούς, βέβαια και την χαρακτηριζόμενη ως μαινάδα κα Άγγελα Μέρκελ; Η εκτόξευση κατηγοριών, δικαιολογημένα, είναι εύκολη ιστορία, για έναν λαό που στενάζει από την ανεργία και την ανυπόφορη στέρηση και που κατακλύζει, με το δίκιο του, τις πλατείες και τους δρόμους. Δεν είναι, όμως, δουλειά του απελπισμένου να προτείνει λύσεις. Πολλά χρόνια ανεύθυνης διακυβέρνησης και λαϊκίστικης ρητορικής από κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις, οδήγησαν τα πράγματα σε μια κατάσταση που εξελίσσεται δυναμικά σε κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, που υποσκάπτει ραγδαία το σύνολο των θεσμών και των προσώπων που σχετίζονται με αυτό.
Αναζητείται, όμως, αυτή η πρόταση προς λύση του προβλήματος της ανύπαρκτης μέχρι σήμερα ικανής και ηθικής διακυβέρνησης. Αναζητείται η πρόταση από τα πολιτικά κόμματα. Αυτά, όμως, ποντάροντας στον μέγιστο αριθμό ψήφων, γαργαλώντας το δημόσιο αίσθημα και αψηφώντας την καταστροφή, σιωπούν, αρνούνται την πρόταση. Το πρόβλημα ελέγχεται ως άλυτο. Δεν αισιοδοξώ.
Κι εμείς; Ο ελληνικός λαός; Είμαστε άραγε άμοιροι ευθυνών; Να επαναλάβω άλλη μια φορά, το βασανιστικό ερώτημα: να φταίει το πλάτεμα της δημοκρατίας, που μεταφράζεται ότι ο καθένας μπορεί, με την επίκληση του υπαρκτού ή ανύπαρκτου δίκιου του, να κάνει ό,τι του κατεβάσει η κούτρα του ατιμωρητί;
Πριν λίγο καιρό, διάβασα ένα συγκλονιστικό, για μένα, σημείωμα, αυτό που έγραψε λίγες μέρες πριν πεθάνει ο Μαγκάκης. Το παραθέτω: «Αυτός ο κόσμος που αφήνω πίσω μου, σίγουρα δεν είναι πια η Ελλάδα μου. Αυτός είναι άλλος τόπος, με ανθρώπους άλλης φυλής. Δεν με αφορούν. Τι θέλω εγώ ανάμεσά τους;»
Εύκολα μπορούμε, βέβαια, να κατηγορήσουμε τον μακαρίτη, για αλαζονεία απέναντι στον λαό που ανήκει. Κατά άλλη λογική, μπορεί να απαλλαγεί. Ο καθένας εισπράττει το μήνυμα του σημειώματος με τις δικές του προσλαμβάνουσες κι εγώ με τις δικές μου.
Από παιδί έμαθα κι έζησα κάποια πράγματα που με συνοδεύουν μέχρι σήμερα. Διαπιστώνω ότι κουβαλώντας αυτά (δεν ισχυρίζομαι ότι αυτά είναι τα καλύτερα, όμως «αυτά είναι»), δυσχεραίνομαι να συμμεριστώ και αποδεχτώ πράγματα που συμβαίνουν γύρω μου. Το ακόμη χειρότερο, να βρω ίδια λαλιά με νεότερούς μου. Επαναλαμβάνω ότι δεν διεκδικώ κάποιο δίκιο. Ίσως, όμως, δυσχεραίνομαι να συνυπάρξω. Είμαι σε προχωρημένη πια ηλικία για να αλλάξω.
Αρκετά πια με την πολιτική, ας επιστρέψουμε στο ποδόσφαιρο.
Θα πρέπει να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα, σε κάποιες θέσεις, σε κάποιες συμπεριφορές. Οι αμαρτίες, που περιγράψαμε, είναι τόσο καίριες, εκτεταμένες και αποφασιστικές, που ευτελίζουν το άθλημα σε βαθμό που μας οδηγούν στην απάρνηση; Θα ανακράξουμε «sic transit gloria mundi» και θα τελειώσουμε με το ποδόσφαιρο; Προσωπικά, οφείλω να ομολογήσω ότι έχω κι εγώ υποστεί καθίζηση.
Αλλά εκατομμύρια ανθρώπων σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου, χαίρονται την ομορφιά του ποδοσφαίρου, κατακλύζοντας τις κερκίδες, χωρίς να ανοίξει μύτη.
Και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με τα εκατοντάδες εκατομμύρια λιρών δανεικά, τιμά με την εντιμότητά της, την καπιταλιστική της επιχείρηση, χωρίς να καταφεύγει στην αλητεία των στημένων παιχνιδιών.
Λοιπόν, τι κάνουμε; Θα έλεγα, τελικά, μην πάψετε να παίζετε μπάλα!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου