Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Γράμμα 16

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια 16
 
Οἱ τρεῖς ἀρχηγοί πού συγκυβερνοῦν μελετοῦν νέες περικοπές μισθῶν, συντάξεων, ἐφάπαξ, δώρων, ἐπιδομάτων. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἐλάττωση τῶν κρατικῶν δαπανῶν ἀνακουφίζει τόν δημόσιο προϋπολογισμό. Τοῦ στερεῖ ὅμως ἔσοδα ἀπό φόρους καί ἀπό τήν κίνηση τῆς ἀγορᾶς. Ἡ πτώση τῆς οἰκονομίας μεγαλώνει.
Ὅλοι ἀνεξαρτήτως μιλοῦν γιά τήν ἀνάγκη ἀνάπτυξης. Ἀλλά δέν γίνεται τίποτε στήν πράξη γι’αὐτό. Ἡ κυβέρνηση εὐελπιστεῖ, ὅτι μακροχρονίως καί μέ τήν τήρηση τοῦ σχεδίου τῆς Τρόϊκας θά ὑπάρξουν νέες ἐπενδύσεις. Ἡ πεῖρα τό διαψεύδει. Αὐτό πού χρειάζεται εἶναι ἐδῶ καί τώρα νά πέσει μέ τά μοῦτρα ἡ ἑλληνική κοινωνία στήν αὔξηση τῆς παραγωγῆς.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ: Οἱ ἐκλογές καί τό μέλλον

("Ἐφημερίδα τοῦ Κ.Σ.Μ."/τεῦχος 160/Ἰούνιος 2012)
 
Ἡ ἐπιλογή πού καλούμαστε νά κάνουμε στίς 17 Ἰουνίου εἶναι πολύ ἁπλῆ. Παραμονή στήν ζώνη τοῦ εὐρώ ἤ πήδημα στό χάος.
Ἡ διάζευξη αὐτή ἔχει διανθισθεῖ μέ ἐκτεταμένη πολιτική φιλολογία. Ὅτι καί ἄν ψηφίσουμε ἐναντίον τῆς παραμονῆς μας στό εὐρώ, δέν θά πάψουν νά μᾶς δίνουν χρήματα οἱ ἑταῖροι μας γιά νά μήν κλονισθεῖ τό κῦρος τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης... Ὅτι χρειάζεται νά τιμωρηθοῦν αὐτοί πού μᾶς ἔφεραν στήν σημερινή δεινή κατάσταση... Ὅτι καί τό κόμμα πού ἀπειλεῖ τήν καταγγελία τῶν Μνημονιῶν, ἐρχόμενο στά πράγματα θά ὑπαναχωρήσει... Οἱ ὑποθέσεις γιά τήν συνέχεια πού θά ἔχει ἡ ἐτυμηγορία τῆς 17ης Ἰουνίου εἶναι δαιδαλώδεις καί ἀτέλειωτες.
Στό σημεῖο ὅμως πού βρισκόμαστε μέ τά διαθέσιμα τοῦ Δημοσίου νά λήγουν στό τέλος τοῦ μήνα, ὅπως προειδοποίησε πρόσφατα ὁ Παπαδῆμος, δέν συγχωρεῖται νά πάρουμε κανένα ρίσκο. Ἡ ψῆφος ὑπέρ τοῦ εὐρώ δίνει μιά παράταση τῆς ὕπαρξης μας, ἡ ἀντίθετη ἀνοίγει τήν πόρτα τῆς καταστροφῆς.
Στό προηγούμενο φύλλο αὐτῆς τῆς Ἐφημερίδας ὁ ὑπογράφων εἶχε ἐκφράσει τήν ἀγανάκτησή του γιά τόν Σαμαρᾶ πού ἡ δίψα του νά ἀνεβεῖ στήν πρωθυπουργία καί ἡ ἐπιπολαιότητά του προκάλεσαν τίς πρόωρες ἐκλογές. Στό ἴδιο φύλλο ὑπῆρχε ἕνα σημείωμα γιά τά τρομακτικά σφάλματά του στό Σκοπιανό. Σφάλματα πού δείχνουν ἔλλειψη πολιτικῆς εὐθυκρισίας. Προσυπογράφω αὐτό τό σημείωμα καί μέ τά δύο μου χέρια.
Σήμερα ὅμως δέν βλέπω ἄλλη λύση παρά τήν ὑπερψήφιση τῆς Νέας Δημοκρατίας μέ τόν Σαμαρᾶ ἀρχηγό της. Τό κλειδί τοῦ ἀποτελέσματος θά εἶναι τό  ἀνήθικο μπόνους τῶν 50 ἑδρῶν, τό ὁποῖο εἰσήγαγαν τά δύο μεγάλα κόμματα πού ἐναλλάχθηκαν στήν ἐξουσία ἀπό τήν μεταπολίτευση. Καί  μία ψῆφο παραπάνω νά πάρει πρῶτο κόμμα ἀπό τό δεύτερο, θά εἶναι καθοριστική γιά τήν συνέχεια.
Τό ΠΑΣΟΚ ἔδειξε ἡ ψῆφος τῆς 6ης Μαϊου καί οἱ δημοσκοπήσεις πού ἀκολούθησαν ἀποκλείεται νά ἔρθει πρῶτο κόμμα. Θά ἐπανέλθουν στίς τάξεις του ὀπαδοί του, πού δέν τό ψήφισαν τήν προηγούμενη φορά. Καί θά εἶναι χρήσιμη ἡ ἄνοδος τοῦ ποσοστοῦ του γιά τόν σχηματισμό πλειοψηφίας φιλοευρωπαϊκῆς στήν νέα Βουλή. Πρῶτο κόμμα ὅμως εἶναι ἀδύνατον νά γίνει.
Ἀναγκαστικά λοιπόν, ἐξαιτίας τοῦ μπόνους, ἡ πλειοψηφία τῶν εὐρωπαϊστῶν πρέπει νά ψηφίσει τήν Νέα Δημοκρατία.
Τά παράπονα ἐναντίον τῆς Εὐρώπης
Στήν συμπεριφορά τους ἀπέναντι στήν Ἑλλάδα, καθένας ἀπό τούς ἑταίρους μας κύτταξε πρωτίστως τά συμφέροντά του. Τό ἴδιο ὅμως ἔχουμε κάνει κι ἐμεῖς. Μιά πανευρωπαϊκή ἀντίληψη πού συνδυάζει τά ἰδιαίτερα συμφέροντα τῶν κρατῶν-μελῶν μέ τό κοινό συμφέρον τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, παραμένει τό ζητούμενο. Αὐτό δέν πρέπει νά τό λησμονοῦμε οἱ εὐρωπαϊστές καί μέσα σέ ὅλες τίς ἀντιξοότητες πού ἀντιμετωπίζει ἡ κάθε χώρα, καί ἰδιαίτερα ἡ δική μας, πρέπει νά προάγουμε τήν ἰδέα τῆς ἑνοποίησης.
Ἡ πολιτική τῶν Μνημονίων ἦταν κατάφωρα λανθασμένη. Ἡ Ἐφημερίδα αὐτή τό ἔχει γράψει ἐπανειλημμένα ἀπό τήν ἀρχή. Ὁ οἰκονομικός νεοφιλελευθερισμός πού κυριαρχοῦσε τά τελευταῖα χρόνια στήν Ε.Ε., προσπάθησε νά ἐξυγιάνει τά οἰκονομικά τῆς Ἑλλάδας ἀναγκάζοντας τήν κυβέρνησή της νά περικόψει τίς δημόσιες δαπάνες.
Καί ναί μεν ἡ κατάργηση τῆς σπατάλης μέ τούς κομματικούς διορισμούς καί μέ τίς ἀλλόγιστες παροχές πρός ὁρισμένες ὁμάδες γιά ψηφοθηρικούς λόγους θά ἦταν  εὐλογημένη. Ἀλλά ἡ περιστολή τῆς κρατικῆς δαπάνης γιά δημόσια ἔργα καί ἀναπτυξιακές ἐπενδύσεις ἦταν καταστροφική. Μιά τέτοια γραμμή ἀκολούθησε ἡ Ἀμερική μετά τήν κρίση τοῦ 1929 καί ἡ ὕφεση ἐπιδεινώθηκε. Ἡ ἀνάκαμψη ξεκίνησε, ὅταν ἐκλεγόμενος ὁ Ροῦσβελτ αὔξησε τό 1933 τήν κρατική δαπάνη, ἔρριξε χρῆμα στήν ἀγορά καί τόνωσε τήν λαϊκή ζήτηση.
Ἡ μονεταριστική φιλοσοφία τῆς πλειονότητας τῶν εὐρωπαϊκῶν κυβερνήσεων ἀγνόησε αὐτό τό δίδαγμα καί πῆγε νά πολεμήσει τήν οἰκονομική κρίση τῆς χώρας μας μέ τά παλαιά ἀποτυχημένα μέτρα. Ἡ κυβέρνηση τοῦ Γιώργου Παπανδρέου ἀεροβατοῦσε μέχρις ὅτου ἔφθασε ὁ κόμπος στό χτένι καί τότε δέχθηκε χωρίς νά τά μελετήσει ὅλα τά μέτρα πού ζητοῦσε ἡ Τρόϊκα, ἐπιφυλασσομένη νοερά νά μήν τά ἐφαρμόζει, ὅπου θά τά ἔκρινε ἀσύμφορα. (Γιά τόν τόπο ἤ γιά τήν ἴδια.)
Ἐπαναδιαπραγμάτευση
Καταγγελία τῶν Μνημονίων, ἤ ἔστω μή συνέχιση τῆς ἐφαρμογῆς μέσα στήν χώρα τῶν μέτρων πού ὁρίζουν, μέ τήν δήλωση, ὅτι ὁ λαός τά καταψήφισε - ὅπως λέει ἡ πλευρά Τσίπρα – δέν θά ἀποδεχθοῦν οἱ Εὐρωπαῖοι. Μᾶς τό ἔχουν πεῖ μέ χίλια στόματα. Ἀκόμη καί ἐκεῖνοι πού ἔχουν πάρει μέ ἐνθουσιασμό τό μέρος μας καί κακολογοῦν βαρύτερα τήν Ε.Ε. ἀπό ὅ,τι πραγματικά τῆς ἀξίζει.
Ἡ ἐπαναδιαπραγμάτευση τοῦ μνημονιακοῦ καθεστῶτος εἶναι ἀπαραίτητη, ἀλλά μπορεῖ νά γίνει μόνο ἄν δηλώσουμε, ὅτι τά συμφωνημένα, νομικά μᾶς δεσμεύουν. Πρόκειται γιά ἕνα ψυχολογικό κατασκεύασμα, ὅμως ἡ πολιτική ὁλόκληρη γίνεται σέ ψυχολογική βάση.
Στήν οὐσία ἡ ἐπαναδιαπραγμάτευση εἶναι μία ἤδη κερδισμένη ὑπόθεση. Ἡ Ε.Ε. μέ τήν ἐκλογή τοῦ Ὁλλάντ καί  τήν γενική αὔξηση τῆς ἐπιρροῆς τῶν σοσιαλιστικῶν κομμάτων ἔχει ἀλλάξει. Ἡ ἐξάπλωση τῆς κρίσης, πού ἀπό τήν Ἰταλία πέρασε στήν Ἱσπανία καί τήν Πορτογαλία καί ἀπειλεῖ πλέον καί τίς πλούσιες βορειοευρωπαϊκές χῶρες, σπρώχνει καί τήν κ. Μέρκελ καί τούς ὁμόφρονές της νά ἐγκαταλείψουν τίς πρίν ἀπό τό 1933 οἰκονομικές συνταγές τους.
Μένει στήν κυβέρνηση Σαμαρᾶ, τήν ἐκλογή τῆς ὁποίας ἐπιδιώκουμε, νά διαπραγματευθεῖ μέ τήν ὑποστήριξη τοῦ ὄγκου τῶν εὐρωπαίων πού θέλουν τήν παραμονή τῆς χώρας μας στό εὐρώ, μιά νέα συμφωνία μέ τήν Τρόϊκα. (Τά περί νομικῆς ἀδυναμίας νά συμφωνήσει τό ΔΝΤ ἀποτελοῦν ἀστειότητες.) Μιά συμφωνία πού θά ρίχνει τό βάρος της στήν ἀνάπτυξη, τήν ὁποίαν  ὀρθά ἔχει χαρακτηρίσει ἀπό τήν ἀρχή ὁ  Σαμαρᾶς ἀπαραίτητη.
Τό αὔριο
Γιά ἕνα μακρύ διάστημα μιά συγκυβέρνηση τῶν ἑλληνικῶν εὐρωπαϊστικῶν κομμάτων θά εἶναι ἐπωφελής καί χρήσιμη. Θά ἐξασφαλει τήν συνέχιση τῆς χορηγίας. Θά προσελκύσει ξένους ἐπενδυτές.
Δέν λύνει ὅμως μακροχρόνια τήν ἀνάγκη αὐτῆς τῆς χώρας νά σταθεῖ γερά στά πόδια της. Ὁ κρατικός μηχανισμός εἶναι ἀξιοθρήνητος. Ἁπλούστατες συναλλαγές μαζί του ἀκολουθοῦν ἕνα δαιδαλώδη δρόμο. Γιά τήν θεραπεία τῶν ἀδυναμιῶν τῆς διοίκησης καί τόν περιορισμό τῶν ἀπωλειῶν ἀπό τήν διαφθορά, αὐξάνουν συνεχῶς οἱ ἔλεγχοι. Ἱδρύονται νέα ὄργανα καί τό κόστος τῆς διοίκησης μεγαλώνει.
Δέν λείπουν διόλου οἱ τίμιοι καί ἐργατικοί ἄνθρωποι στόν κρατικό μηχανισμό. Κάμπτεται ὅμως ἡ ἀποδοσή τους ἀπό τά συμφέροντα τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας, ἀλλά καί τῆς συνδικαλιστικῆς, ἡ ὁποία καλλιεργεῖ στήν βάση της τήν νοοτροπία πώς ὅσο καί ἄν ὑποφέρει ἡ χώρα, οἱ ἐπιδιώξεις τῆς μικροομάδας δέν ἐπιδέχονται ἀναβολή.
Χρειαζόμαστε σαφῶς ἕνα κόμμα μέ θέληση νά ἀρθεῖ πάνω ἀπό τίς ἀθλιότητες τῆς σημερινῆς πραγματικότητας, ἄτεγκτο στόν ἴδιο τόν ἑαυτό του καί ἱκανό νά ἐμπνεύσει ἐνθουσιασμό στό λαό.
Ὅταν διηύθυνε τήν κυβέρνηση ὁ Παπαδῆμος καί ἐπέτυχε τήν συνέχιση τῆς βοήθειας τῶν Εὐρωπαίων καί ἐπιδιδόταν στήν ἐξυγίναση τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ, θέλαμε τήν συνέχιση τῆς θητείας του μέχρι τήν ἐξάντληση τῆς τετραετίας τῆς Βουλῆς πού ὁρίζει τό Σύνταγμα. Σέ περίπτωση πού τά κόμματα ἐπιβάλουν πρόωρες ἐκλογές, ἔγραψε αὐτή ἡ Ἐφημερίδα, θά πρέπει ὁ Παπαδῆμος, πού δεχόταν ἀκλόνητος τά χτυπήματα τῶν ἀνόητων καί μικροψύχων, νά προσφέρει μιά μεγαλύτερη ἀκόμη θυσία τῆς προσωπικῆς του γαλήνης: Νά ἱδρύσει ἕνα καινούργιο κόμμα, νά κατεβεῖ στίς ἐκλογές καί νά σαρώσει χάρις στήν δημοτικότητά του πού ξεπερνοῦσε τά 2/3 τῆς κοινῆς γνώμης.
Τό ὅ,τι δέν εἶχε ποτέ ἀσχοληθεῖ μέ τά ἐκλογικά, δέν θά ἐμπόδιζε τήν νίκη του. Γιατί μέ τήν σωφροσύνη πού τόν διακρίνει θά μποροῦσε νά ἀνακαλύψει τόν κατάλληλο ἄνθρωπο γιά κάθε θέση τῆς μάχης.
Ἡ πενία τοῦ ΚΣΜ σέ ἐπικοινωνιακά μέσα δέν ἐπέτρεψε τήν διάδοση αὐτῆς τῆς πρότασης.
Τό νέο κόμμα πού ἔχει ἀνάγκη αὐτό ὁ τόπος πρέπει νά σχηματισθεῖ ἐκ τῶν κάτων. Πρᾶγμα πολύ δύσκολο. Τά παλαιά κόμματα ἔχουν χάσει τήν ἀξιοπιστία τους καί τό στελεχιακό δυναμικό τους δέν μπορεῖ νά χρησιμοποιηθεῖ. Ὅλα πρέπει νά ξεκινήσουν ἀπό τήν ἀρχή.
Ὑπάρχουν διάφορες ὁμάδες ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι θέλουν ἔντιμα νά συγκροτήσουν τό κόμμα τῆς ἀνανέωσης. Πρέπει νά βροῦμε γιά τήν συνεννόηση μεταξύ μας μιά κοινή γλῶσσα. Νά θέσουμε κατά μέρος ἰδεολογικές διαφορές σέ μιά ἐποχή πού τό κόστος/ὠφέλεια γιά τό σύνολο πρέπει νά συγκεράσει τά ἰδιαίτερα συμφέροντα. Καί πρέπει αὐτοί πού θά τό ξεκινήσουμε νά ἀνοίξουμε τόν δρόμο τῆς συμμετοχῆς στούς ἄλλους τούς πολλούς, πού θέλουν τήν ἀνανέωση, γιά νά μετάσχουν σέ ἕνα κίνημα μαζικό. Χωρίς νά ξεγελαστοῦν ἀπό τίς μεταμφιέσεις πού θά ἐπιχειρήσει ὁ παλαιοκομματισμός.
Τό πρᾶγμα εἶναι πολύ δύσκολο, ὅπως ἔγραψα παραπάνω. Θά ἀπαιτήσει μακρά καί ἐπίπονη προσπάθεια. Ἀλλά αὐτή πρέπει νά ξεκινήσει τήν ἐπαύριο τῶν ἐκλογῶν.

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΧΕΛΙΝΟΣ: Δρόμοι επίδρομοι (σε πεζόδρομους, τροχιόδρομους και σύνδρομες ιδεοληψίες)

("Εφημερίδα του Κ.Σ.Μ."/τεύχος 160/Ιούνιος 2012)

Όσοι έχουν προλάβει τους δίσκους βινυλίου θα θυμούνται την έκφραση: «κόλλησε η βελόνα». Αρχικά σήμαινε ότι εξαιτίας κάποιου σκουπιδιού ή κάποιας γρατζουνιάς η βελόνα που “διάβαζε” ό,τι είχε αποτυπωθεί στις αυλακώσεις του δίσκου αναπηδούσε και, μετά από μια μικρή παύση, επανερχόταν στην καταγραφή που είχε μόλις αναπαραγάγει ηχητικά. Στη συνέχεια, η χρήση της έκφρασης είχε επεκταθεί και υποδήλωνε την εμμονή ενός ατόμου σε ένα θέμα, το οποίο επανέφερε συνεχώς στην επιφάνεια. Σιγά-σιγά, ωστόσο, η έκφραση άρχισε να χάνεται από το λεξιλόγιο των νεωτέρων που δεν είχαν τις ανάλογες εμπειρίες. Επιζεί, ωστόσο, ως φαινόμενο, στις τάξεις διαφόρων πολιτικών, διανοουμένων κ.λπ., οι οποίοι επανέρχονται με επιμονή σε ένα θέμα χωρίς να ενδιαφέρονται αν κουράζουν, αν είναι κατάλληλες οι συνθήκες κ.λπ.
Δύο από τα (μη μουσικά) θέματα, στα οποία «έχει κολλήσει η βελόνα» εδώ και δεκαετίες είναι και η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου σε συνδυασμό με τη διέλευση του τραμ από την Πατησίων. Την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου την είχε οραματισθεί ένας από τους πιο προωθημένους οραματιστές της 10ετίας του 1980, ο Αντώνης Τρίτσης. Εξαιτίας της συγκεκριμένης ιδέας του ο Νίκος Δήμου είχε γράψει: «Τίποτε δεν είναι πιο ολέθριο από έναν οραματιστή στην εξουσία.». Αυτό, όμως, δεν εμπόδισε τον οραματισμό να επιζήσει του οραματιστή και να υιοθετηθεί από μία νεώτερη γενιά οραματιστών, ως άσκηση επί χάρτου. Ευτυχώς!
Ωσότου ένας νέος οραματιστής, θηλυκού γένους, ήλθε στην εξουσία και ενέταξε τον οραματισμό σε μια συρραφή τοπικών παρεμβάσεων, στην οποία δόθηκε ο βαρύγδουπος τίτλος «Αθήνα – Αττική 2014». Η Τίνα Μπιρμπίλη δεν μακροημέρευσε στον υπουργικό θώκο της, άφησε, όμως, τον οραματισμό της παρακαταθήκη στους επιγόνους της που βάλθηκαν να τον υλοποιήσουν. Βρήκαν δε αρωγό/χορηγό στα πλάνα τους το Κοινωφελές Ίδρυμα «Αλέξανδρος Ωνάσης», που προκήρυξε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για το έργο. Έτσι, η πρωτεύουσα βρίσκεται ένα βήμα πριν δει τον οραματισμό να παίρνει σάρκα και οστά με τη μορφή πλακόστρωσης (ή κυβόλιθων).
Είναι, μάλλον, νωρίς για να μια συνολική κριτική της προοπτικής που ανοίγεται, αλλά αυτό δεν θα πρέπει να αναστείλει την διατύπωση ορισμένων σοβαρών, σοβαρότατων, επιφυλάξεων, παρά την τρομοκρατία των κυρίαρχων ιδεοληψιών της εποχής. Χρειάζεται τόλμη!
Μία πεζοδρόμηση δεν είναι εξ ορισμού αρνητική παρέμβαση. Αντίθετα, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να αποβεί ευεργετική. Το θέμα είναι αν πληρούνται οι εκάστοτε προϋποθέσεις, καθώς επίσης και αν θα συνοδευτεί από τα αναγκαία συνοδά έργα και τη σωστή διαχείριση της υποδομής που θα διαμορφωθεί. Δυστυχώς δε, η πείρα δείχνει ότι, μέχρι στιγμής, ούτε οι κατάλληλες προϋποθέσεις υφίστανται, ούτε τα συνοδά έργα υλοποιούνται ούτε η σωστή διαχείριση εφαρμόζεται. Τουλάχιστον στην Αθήνα!
Στη συγκεκριμένη περίπτωση της πεζοδρόμησης της Πανεπιστημίου είναι, κατ’αρχάς, αμφίβολη η σκοπιμότητα του έργου υπό τις παρούσες συνθήκες. Η χώρα περνά μία περίοδο ενδημικής ύφεσης. Τα μέτρα που εφαρμόστηκαν για να αντιμετωπισθούν οι στρεβλώσεις της τελευταίας 30ετίας έχουν φέρει κόσμο και κοσμάκη σε απόγνωση. Αυτό, λοιπόν, που χρειάζεται επειγόντως ο τόπος είναι η ανάπτυξη. Και αυτή δεν πρόκειται να τροφοδοτηθεί από πεζοδρομήσεις, ακόμα και του κεντρικότερου δρόμου της Αθήνας. Αν «λεφτά υπάρχουν» σε κάποιον κρατικό λογαριασμό, καλό θα ήταν να δοθούν για κάποιο από τα έργα με έντονη αναπτυξιακή διάσταση που έχουν κολλήσει χρόνια. Ενώ η συγκεκριμένη ανάπλαση έχει περιορισμένη αναπτυξιακή διάσταση (αν έχει καθόλου). Εξαιτίας δε αυτού και μόνον του λόγου η συζήτηση θα έπρεπε να είχε κλείσει και το θέμα να παραπεμφθεί, μεσοπρόθεσμα τουλάχιστον, στις ελληνικές καλένδες. Δυστυχώς, όμως, δεν παραπέμπεται και, ως εκ τούτου, η συζήτηση δεν κλείνει.
Υποστηρίζεται ότι το έργο θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας στη διάρκεια της κατασκευής. Όντως. Αλλά θέσεις εργασίες θα δημιουργούσε την ίδια περίοδο οποιοδήποτε άλλο από τα έργα που λιμνάζουν. Το οποίο, όμως, θα διέθετε και έναν πολύ μεγαλύτερο πολλαπλασιαστή ανάπτυξης. Δηλαδή, θα ήταν το εφαλτήριο για πολύ περισσότερες παραγωγικές δραστηριότητες. Τι ανάπτυξη μπορεί να προσφέρει η πεζοδρόμηση; Στην καλύτερη περίπτωση κάποιες καφετέριες, κανένα εστιατόριο, άντε και μια αύξηση του “τζίρου” ορισμένων καταστημάτων του κέντρου.
Όμως, οι καφετέριες και τα εστιατόρια δεν προηγούνται της ανάπτυξης. Έπονται αυτής. Η ιδέα θυμίζει “ανάπτυξη” της 10ετίας του 1980, όταν η χώρα γέμιζε (και τότε) πεζόδρομους και πλατείες, όχι όμως από το περίσσευμα της ανάπτυξης της παραγωγής, όπως θα έπρεπε, αλλά από την σπατάλη των πόρων που εισρέανε στη χώρα για ενδυνάμωση του παραγωγικού δυναμικού της! Όσο για τις “πιένες” που ονειρεύονται οι καταστηματάρχες του κέντρου, αυτές, αν δεν έχει προηγηθεί ανάπτυξη, θα προέλθουν (αν δεν αποδειχθούν ευσεβείς πόθοι), από αντίστοιχη μείωση του κύκλου εργασιών της περιφέρειας, δηλαδή ανακατανομή. Συνεπώς, το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα θα είναι ένα ολοστρόγγυλο “μηδενικό”!
Αλλά, ακόμα και αν αυτές οι ευοίωνες προοπτικές ευοδωθούν, δεν εξασφαλίζουν την ευόδωση της αναβάθμισης του κέντρου της πρωτεύουσας, που ευαγγελίζονται οι εμπνευστές και οι θιασώτες του σχεδίου. Για να συμβεί αυτό ο πεζόδρομος της Πανεπιστημίου θα πρέπει να παραμένει ζωντανός και μετά το κλείσιμο των γραφείων και των μαγαζιών στη γύρω περιοχή. Σήμερα αυτό δεν συμβαίνει. Και για να συμβεί θα πρέπει να εξασφαλισθούν ορισμένες συνθήκες.
Μία από αυτές είναι να εμπνέει αίσθημα ασφάλειας η περιοχή. Αυτό συνεπάγεται διαρκή και συστηματική αστυνόμευση, για να μην μετατραπεί ο πεζόδρομος σε άντρο οχληρών και απωθητικών δραστηριοτήτων, π.χ. εμπορίου ναρκωτικών, πορνείας, υπαίθριας “φιλοξενίας” αστέγων κ.λπ. Υπάρχουν άραγε η βούληση και τα μέσα για αυτόν τον σκοπό; Αν ναι, γιατί δεν είναι διαθέσιμα και για άλλες περιοχές που πλήττονται ήδη από παρόμοια φαινόμενα;
Μία δεύτερη προϋπόθεση είναι η άνετη πρόσβαση στην περιοχή. Και άνετη πρόσβαση δεν σημαίνει μόνο μετάβαση, αλλά και παραμονή. Δηλαδή στάθμευση. Τι από αυτά εξασφαλίζεται σήμερα; Τίποτε. Το δίκτυο του μόνου αξιόπιστου μέσου μαζικής μετακίνησης, του μετρό, παρά τους τρεις σταθμούς που βρίσκονται στην αρχή, στη μέση και στο τέλος της Πανεπιστημίου, είναι ανεπαρκέστατο για να ικανοποιήσει την προσέλευση από τις διάφορες γειτονιές της πόλης. Λόγω δε ωραρίου, δεν εξασφαλίζει την επιστροφή του κοινού μετά από μια ορισμένη ώρα. Επομένως, για να αποφασίσει κάποιος να κατέβει στο κέντρο θα πρέπει να ελπίζει ότι θα μπορέσει να βρει χώρο να αφήσει το Ι.Χ. του, για να μην μετατρέψει σε υπαίθριο χώρο στάθμευσης τον ίδιο τον πεζόδρομο. Συνεπώς, η πεζοδρόμηση θα πρέπει να συνοδευτεί από την ανάπτυξη χώρων στάθμευσης στις παρυφές της περιοχής του πεζοδρόμου. Υπάρχει πρόνοια; Και αν ναι, έχει εξασφαλισθεί η συγκατάθεση της δημοτικής παράταξης της «Ανοιχτής Πόλης» που “βγάζει σπυράκια” και ξεσηκώνει τον κόσμο (τρόπος του λέγειν – για μια μειοψηφία πρόκειται) μόλις ακούσει τη λέξη “γκαράζ”;
Μια τρίτη προϋπόθεση είναι να εξασφαλιστούν συνθήκες ηρεμίας πεζοδρόμου “όνομα και πράμα”. Δηλαδή να πατάσσεται η παράνομη στάθμευση σε όλη τη διάρκεια του 24ώρου. Και, ιδίως τις εργάσιμες ώρες, το πλακόστρωτο να μην προσφέρει δωρεάν στάθμευση σε όσους γράφουν συστηματικά τους νόμους στα παλαιότερα των υποδημάτων τους, δηλαδή σε κυβερνητικούς παράγοντες, σε “σελέμπριτις”, σε μεγαλόσχημους επιχειρηματίες και, κυρίως, στους “μάγκες” της νεοελληνικής ασυδοσίας. Να υπάρχει συνεχής και αυστηρός έλεγχος και να μην αφεθεί ο πεζόδρομος στο έλεος των θρασύτατων οδηγών των διτρόχων που κάνουν τη ζωή κόλαση στους υπόλοιπους αθηναϊκούς (και όχι μόνο) πεζόδρομους. Υπάρχει πρόβλεψη και πρόθεση; Πολύ αμφίβολο, αν κρίνει κανείς από το τι επικρατεί ακόμα και σε όμορους κεντρικούς πεζόδρομους. Μία λύση θα ήταν η εγκατάσταση εμποδίων. Αλλά δεν είναι εφικτή, αφού προβλέπεται ότι στον (δήθεν) πεζόδρομο θα κυκλοφορούν μέσα μαζικής μετακίνησης, τουτέστιν τραμ (που αναφέρονται ρητά), αλλά και άλλα!
Μια τέταρτη προϋπόθεση είναι η μη επιδείνωση, αν όχι η βελτίωση, των κυκλοφοριακών συνθηκών. Τίποτε δεν εγγυάται ότι θα επιτευχθεί. Η πεζοδρόμηση θα τις επιδεινώσει αναπόφευκτα στο κέντρο της πόλης. Ό,τι και να σκαρφιστούν οι μελετητές της παρέμβασης, αποκλείεται η Σταδίου να απορροφήσει ομαλά την κυκλοφορία της Ακαδημίας και η τελευταία να δεχτεί απρόσκοπτα την κυκλοφορία της διπλάσιας σε πλάτος Πανεπιστημίου. Το αποτέλεσμα θα είναι καθυστερήσεις, απώλεια ανθρωποωρών, ψυχική καταπόνηση των οδηγών και επιβατών, σπατάλη σε καύσιμα, φθορά οχημάτων, ρύπανση… “Λεπτομέρειες” για τους φωστήρες των πεζοδρομήσεων, οι οποίοι, ακόμα και αν δεν το ομολογούν, ποντάρουν – κούνια που τους κούναγε – στην στροφή των κατοίκων του λεκανοπεδίου στα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Από αυτή την άποψη (και μόνο) θα ήταν καλοδεχούμενη μία πεζοδρόμηση χωρίς καν τις κάθετες διελεύσεις που προβλέπονται, αν υπήρχε η πρόθεση να δημιουργηθεί γύρω-γύρω ένας δακτύλιος (Ακαδημίας – Πατησίων/Αιόλου – Σταδίου – Βασ. Γεωργίου/Βασ. Σοφίας) συνεχούς και ταχείας ροής, αλλά και κάποιες επιπλέον (πανάκριβες δυστυχώς) παρεμβάσεις για αποφυγή του κέντρου (αποτελεσματικές παρακάμψεις, οδικές σήραγγες, πολλαπλασιασμός του δικτύου του μετρό) . Αυτό, όμως, θα προϋπέθετε γερό στένεμα των πεζοδρομίων της Σταδίου και της Ακαδημίας. Κάτι που δεν θα ενθουσίαζε του καταστηματάρχες του κέντρου. Γιατί, δυστυχώς, η πεζοδρόμηση θα γίνει στην Πανεπιστημίου, αλλά τα καταστήματα υπάρχουν στην Σταδίου και, δευτερευόντως, στην Ακαδημίας!
Τελικά, αν το σχέδιο προχωρήσει, το πιθανότερο είναι ότι οι αρνητικές παρενέργειες θα υπερισχύσουν των θετικών επιπτώσεων. Και θα πάνε στράφι κάποια εκατομμύρια ευρώπουλα.
Είναι, βέβαια, και το τραμ. Το οποίο αποδεικνύει περίτρανα ότι τα παθήματα δεν γίνονται μαθήματα! Για τα μειονεκτήματά του και για την ακαταλληλότητά του για μια πόλη όπως η Αθήνα έχουν γραφτεί αρκετά. Πέρα, όμως, από αυτά, στ’αλήθεια πιστεύει κανείς ότι τα λεφτά για την επέκτασή του ως την Πλατεία Αιγύπτου θα πιάσουν τόπο; Ήδη, οι περισσότεροι από το περιορισμένο κοινό του που έχουν προορισμό το Σύνταγμα κατεβαίνουν στο σταθμό του Νέου Κόσμου, άντε στο σταθμό του Φιξ, και συνεχίζουν με το μετρό. Και στην επιστροφή ξεκινάνε με μετρό και μετεπιβιβάζονται στους εν λόγω σταθμούς στο τραμ. Γιατί θα προτιμήσουν τώρα να συνεχίσουν ως την Ομόνοια ή την Πλατεία Βικτωρίας με ένα αργοκίνητο μέσο, όταν θα μπορούν να κάνουν την ίδια διαδρομή με ένα ταχύτερο και πιο αξιόπιστο, άντε με μία αλλαγή, αν πάνε ως το τέρμα της Πλατείας Αιγύπτου (ή αν, αντίστροφα, ξεκινάνε από αυτό);

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: “Ουκ εν τω πολλώ το ευ" (πλειοψηφίες και πολιτισμικές επιλογές)

("Εφημερίδα του Κ.Σ.Μ."/τεύχος 160/Ιούνιος 2012)

Πέρασε κιόλας ένα εξάμηνο από την εξαγγελία της συρρίκνωσης της Ε.Ρ.Τ., αλλά πραγματική συρρίκνωση δεν φάνηκε στον ορίζοντα. Μόνο νιοστές επαναλήψεις ή βουβές εκπομπές χωρίς ειρμό. Ίσως να επρόκειτο για μερικά ακόμα λόγια, των οποίων ο προορισμός είναι να εμπλουτίσουν τη συλλογή των ελλήνων πολιτικών από «έπεα πτερόεντα». Ακόμα και η ανάμνηση της πολυήμερης σιγής των σταθμών της, λόγω της απεργίας διαμαρτυρίας του προσωπικού της, έχει αρχίσει να ξεθωριάζει.
Το ποιοι είχαν (και εξακολουθούν να έχουν) δίκιο, αυτοί που κρίνουν σκόπιμη μια “κούρα αδυνατίσματος” αυτού του αδηφάγου παχυδέρμου ή αυτοί που μάχονται με νύχια και με δόντια να συντηρήσουν τα “ψωμάκια” του («τα πάχη μου τα κάλλη μου» έλεγαν οι παλιότεροι), είναι ένα θέμα. Ένα άλλο θέμα, όμως, είναι το τι συνεπάγονται ορισμένα από τα επιχειρήματα, των οποίων έγινε επίκληση στην αντιπαράθεσή τους, όταν τα πνεύματα ήταν ακόμα εξημμένα.
Ένα από αυτά, των αντιπάλων του status quo, εστιαζόταν στην μικρή απήχηση των προγραμμάτων της Ε.Ρ.Τ. και στo ότι, ως εκ τούτου, περνούσε απαρατήρητη η σιωπή των σταθμών της. Αυτό, ωστόσο, το επιχείρημα ήταν η «αχίλλειος πτέρνα» της επιχειρηματολογίας τους. Εδώ και χρόνια την ραδιο-τηλεοπτική αγορά την διαμορφώνουν οι μετρήσεις τηλεθέασης και ακροαματικότητας. Και τα προγράμματα των σταθμών προσαρμόζονται στις προτιμήσεις της κατά περίπτωση πλειοψηφίας. Η κάθε δε “περίπτωση” συμπίπτει με μία χρονική “ζώνη” του 24ώρου. Έτσι, όταν, λόγου χάριν, η πλειονότητα των τηλεθεατών μιας πρωινής ζώνης ρέπει προς την ακατάσχετη και ανούσια αδολεσχία των καλλίγραμμων παρουσιαστριών και του εσμού των περιπλανώμενων ανά τους τηλεοπτικούς διαύλους κενολόγων “μαϊντανών”, τότε όλα τα κανάλια της τηλεόρασης προβάλλουν την δική τους εκδοχή του χαζοχαρούμενου “μπλα-μπλα”. Όταν δε έρθει η ώρα του βραδινού δελτίου ειδήσεων, τα πάντα εκτοπίζονται για να κυριαρχήσουν οι περισπούδαστες φιγούρες των τηλεπαρουσιαστών και των τροφίμων των “τηλε-παραθύρων”.
Επακόλουθο αυτής της έλλειψης πλουραλισμού είναι η παντελής απουσία εκπομπών που απευθύνονται στις ανά ζώνη μειοψηφίες, δηλαδή στις ομάδες ακροατών ή τηλεθεατών που δεν ικανοποιούνται από τις προτιμήσεις της εκάστοτε πλειοψηφίας. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, ο “κανόνας της πλειοψηφίας”, που υποτίθεται ότι εφαρμόζεται, μετατρέπεται σε “τυραννία” ή “δικτατορία” της κάθε συγκυριακής πλειοψηφίας. Χώρια που στο τέλος η “πλειοψηφία” δεν αποκλείεται να προκύπτει ως συνέπεια μιας “αυτοεκπληρούμενης προφητείας”. Η έλλειψη ή/και η σπάνις επιλογών προκαλεί εθισμό στις πληθυσμιακές ομάδες που δεν έχουν την ευχέρεια να αναζητήσουν σε άλλο μέσο διέξοδο. Αλίμονο δε σε αυτούς που ανήκουν σε μόνιμα μειοψηφικές ομάδες και αντιστέκονται. Είναι άραγε θεμιτό;
Κατ’αρχάς, η βαθύτερη ουσία της δημοκρατίας και των συμβιωτικών κανόνων που διέπουν μια δημοκρατική κοινότητα δεν είναι η δυνατότητα της πλειοψηφίας να επιβάλλει την άποψή της, αλλά η προστασία των μειοψηφιών από τις αυθαιρεσίες και τις υπερβολές της κατά περίπτωση πλειοψηφίας. Όπως το διατυπώνει ο λιβανέζος συγγραφέας Αμίν Μααλούφ: «Ο νόμος της πλειοψηφίας δεν είναι πάντοτε συνώνυμο της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της ισότητας· μερικές φορές είναι συνώνυμο της τυραννίας, της υποταγής και της διάκρισης.»(1).
Πρόσθετα, οι σημερινές κοινωνίες και ιδιαίτερα οι (έστω και ατελώς) πολυφωνικές ανεκτικές και ανοικτές κοινωνίες δυτικού τύπου είναι ατομοκεντρικές. Αυτό συνεπάγεται ότι παρέχουν το δικαίωμα, την ελευθερία και τη δυνατότητα στα μέλη τους να αναπτύξουν την προσωπικότητά τους με βάση τις προσωπικές τους επιλογές, χωρίς καταναγκασμούς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν περιορίζουν τις αντίστοιχες προϋποθέσεις ανάπτυξης της προσωπικότητας ενός εκάστου των υπολοίπων. «Ως φορέας των ήδη θεσπισμένων και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων του, το άτομο πρέπει επιπλέον να μπορεί να προικίζεται με το “πρόσθετο” δικαίωμα να προσδιορίζει την “ταυτότητά” του και να διεκδικεί τη “διαφορετικότητά” του.»(2), διαπιστώνει ο καθηγητής της κοινωνιολογίας στο Αθήνησι, Κωνσταντίνος Τσουκαλάς. Αυτή η ευχέρεια συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, την συνύπαρξη πληθώρας αισθητικών αντιλήψεων (γούστων), καθεμία από τις οποίες μπορεί να μην είναι πάνδημης αποδοχής. Είναι επιβεβλημένο, ωστόσο, να είναι πάνδημης ανοχής. Γιατί, όπως έλεγαν και κάποιοι σχολαστικοί λατινομαθείς πριν από τρεις-τέσσερις αιώνες, «de gustibus non est disputandum»!
Τέλος, και ανεξάρτητα από την υποχρέωση προστασίας των μειοψηφιών και την ελευθερία προσωπικής διαφοροποίησης, σε θέματα πολιτισμού, όπως το συγκεκριμένο, η ομοιομορφία και ο εθισμός σε στερεότυπα που επιβάλλουν “πλειοψηφίες” και “διασημότητες” αποτρέπουν τον πλουραλισμό στις επιλογές θεματολογίας (και όχι παραλλαγών ενός και του αυτού θέματος). Αυτός δε ο κομφορμισμός δεν επιτρέπει την έγκαιρη αντανάκλαση των εκάστοτε πολιτισμικών επιλογών της κοινωνίας, αφού κάθε μεταβολή επιβάλλεται εκ των άνω και ερήμην αυτής. Δεν επιτρέπει ούτε την άμεση προσαρμογή στις νέες συνθήκες και την εξέλιξη των προτιμήσεων του κοινού, ούτε, τέλος, την ίδια την πολιτισμική εξέλιξη. Αντίθετα, η πραγματική (=θεματολογική) πολυφωνία και ευελιξία ευνοούν τις πολιτισμικές διεργασίες και, ιδίως, την άνοδο της μέσης πολιτισμικής στάθμης. Τηρουμένων των αναλογιών ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό που αναφέρει ο Ολιβιέ Μορέν για τις στρατηγικές των μελών παραδοσιακών κοινωνιών απέναντι σε κατεστημένες παραδόσεις: «Οι στρατηγικές που δεν ακολουθούν την κοινωνική επιρροή με κλειστά τα μάτια και συνυπολογίζουν άλλες πληροφορίες, πέρα από αυτές που τους παρέχουν οι επιλογές της πλειοψηφίας και των ατόμων με κύρος, είναι ευεργετικές. Η εξέλιξη δεν θα έπρεπε να ευνοεί την εμφάνισή των;»(3). Σε αντίθετη περίπτωση, η καθολική επιβολή των επιλογών μιας πλειοψηφίας δεν συνιστά μόνο έναν “πολιτισμικό αποκλεισμό”, αλλά καταλήγει σε μία σαρωτική υποβάθμιση του πολιτισμικού επιπέδου, κάτι που «βγάζει μάτια» στο σύγχρονο ελληνικό ραδιοτηλεοπτικό τοπίο.
Γιαυτό και πρέπει να ισχύει η αρχή που έχει αναφέρει ο καθηγητής του Ε.Μ. Πολυτεχνείου Θεοδόσης Τάσιος: «Στα πολιτισμικά όμως ζητήματα οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται με τον αριθμητικό κανόνα της πλειοψηφίας.»(4). Βέβαια, η διαφορετική λογική, την οποία συνεπάγεται η άποψή του, δεν συνάδει με τις οικονομικίστικες επιταγές των ακραιφνών οπαδών της οικονομίας της αγοράς, για τους οποίους απόλυτο κριτήριο είναι η ανταποδοτικότητα (ήγουν τα έσοδα που αποφέρουν οι επιλογές του κοινού). Δεν συνάδει ούτε με τον λαϊκισμό των αριστερών, για τους οποίους το (λαϊκό) πλήθος είναι αλάνθαστο (εκτός και αν “παρασύρεται” και διαφοροποιείται από τη γραμμή τους)!
Άλλωστε, η ίδια η πλειοψηφική επιλογή στο συγκεκριμένο θέμα θα πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Αν, για παράδειγμα, κλείσει ένα από τη σωρεία των καναλιών που προσφέρουν ταυτόχρονα ομοειδείς εκπομπές, τότε το κακό είναι μικρό. Μπορεί να περιοριστούν οι δυνατότητες επιλογής, αλλά θα αφορούν παραλλαγές του ιδίου θέματος και σχεδόν το σύνολο του κοινού του θα μετακινηθεί σε κανάλια που κινούνται στο ίδιο πάνω-κάτω μήκος κύματος. Αν, όμως, σταματήσει να εκπέμπει ένα κανάλι που απευθύνεται σε ένα περιορισμένο κοινό, τότε ενδέχεται το κοινό του να μην αναζητήσει διέξοδο αλλού, αλλά να αποστρέψει προς άλλες κατευθύνσεις τα ενδιαφέροντά του και το συνολικό κοινό της τηλεόρασης να μειωθεί. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να αποτυπωθεί άνοδος των ποσοστών των υπολοίπων καναλιών ή υψηλότερο ποσοστό τηλεθέασης του καναλιού που τυχόν πάρει τη θέση του, προς τέρψιν εκείνων που μετρούν τα πάντα με όρους εμπορικότητας, αλλά αυτή θα είναι φαινομενική, γιατί, στο μεταξύ, θα έχει συρρικνωθεί το πεδίο αναφοράς. Κοντολογίς, το 100% της τηλεθέασης θα αφορά σε ένα μικρότερο τμήμα του κοινού! Αν, λοιπόν, ο περιορισμός του αριθμού των σταθμών ή/και της ποικιλότητας των εκπομπών οδηγεί σε διαδοχικές εξόδους μειοψηφιών από την “αγορά”, τότε η πλειοψηφία του ενεργού κοινού, όπως θα διαμορφώνεται εκάστοτε, δεν θα είναι παρά μία ακόμα μειοψηφία στο σύνολο του εν δυνάμει κοινού.
Με αυτά τα δεδομένα καθίσταται προφανές ότι η αποκλειστική ικανοποίηση της πλειοψηφίας δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τη διατήρηση σε ζωή ενός ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού ή και μιας εκπομπής των. Και, γενικότερα, για την παροχή ενός πολιτισμικού αγαθού. Ακόμα και αν η οποιασδήποτε φύσης παροχή του δεν είναι ανταποδοτική οικονομικά. Γιατί με την ίδια λογική θα έπρεπε να κλείσουν στα δημόσια νοσοκομεία οι κλινικές για έρευνα – θεραπεία – νοσηλεία ασθενών που πάσχουν από σπάνιες ασθένειες!
Αλλά, ακόμα και αυτή η οικονομική ανταποδοτικότητα πρέπει να αμφισβητηθεί. Θα μπορούσε να γίνει επίκλησή της μόνον αν η παρακολούθηση μιας εκπομπής είχε αντίτιμο. Η έμμεση, ωστόσο, χρηματοδότηση ραδιοτηλεοπτικών σταθμών και εκπομπών αναιρεί το κύρος της. Και καθιστά άδικη κάθε πλήρη επικράτηση της οποιασδήποτε “πλειοψηφίας”.
Η δημόσια ραδιο-τηλεόραση, για παράδειγμα, χρηματοδοτείται εν μέρει από τις υποχρεωτικές εισφορές του συνόλου κάθε χώρου (νοικοκυριό, γραφείο, μαγαζί κ.λπ.) της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι χρηματοδοτείται από το σύνολο του πληθυσμού, ακόμα και από αυτούς τους οποίους δεν ικανοποιούν τα προγράμματά της. Ίσως, μάλιστα, πολλοί από αυτούς να καταβάλλουν κάτι παραπάνω απ’ό,τι τους αναλογεί, λόγω ιδιαίτερων κοινωνικών συνθηκών. Θα ήταν, ως εκ τούτου, δίκαιο οι εκπομπές της να ήταν κατανεμημένες και ποσοστιαία και χρονικά έτσι ώστε να ικανοποιούνται ισότιμα και αυτοί. Έστω και με μία κατ’εκτίμησιν στάθμιση των προτιμήσεων, εφόσον η απόλυτη αποτύπωσή τους είναι αδύνατη.
Την χρηματοδότησή της συμπληρώνουν τα έσοδα από διαφημίσεις, τα οποία αποτελούν και τα μοναδικά έσοδα της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης, με εξαίρεση τα συνδρομητικά κανάλια. Αλλά και η διαφήμιση, αυτός ο προεξάρχων διαστροφέας της αγοράς, προσπορίζεται τα έσοδά του από το σύνολο των καταναλωτών και όχι από το κλάσμα τους που εκπροσωπείται από τις τυχάρπαστες “πλειοψηφίες”. Και σε αυτήν την περίπτωση, μάλιστα, δεν θα ήταν αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι μέρος τουλάχιστον των “αποκλεισμένων” συμβάλλει δυσανάλογα περισσότερα στην κατανάλωση και, εμμέσως, στα έσοδα των διαφημιστικών εταιρειών. Άρα, για λόγους δικαιοσύνης και ισοτιμίας, και εξ αυτού του λόγου τόσο η δημόσια όσο και η ιδιωτική ραδιοτηλεόραση δεν θα έπρεπε να «γυρίζουν την πλάτη τους» αδιάντροπα, όπως κάνουν κατά κανόνα, σε αυτές τις μειοψηφίες.
Και αν κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει την ιδιωτική ραδιοτηλεόραση να σεβαστεί αυτό το κοινό, η δημόσια ομόλογός της θα πρέπει να το λάβει σοβαρά υπόψη της, πριν καταργήσει σταθμούς και περικόψει προγράμματα αλόγιστα και άκριτα. Όπως θα πρέπει να το συνειδητοποιήσουν και όσοι κρίνουν τα πάντα μόνον με την ψυχρή λογική κάποιων αριθμών!
___________________________________________________________________________
(1) Amin Maalouf: «Les identités meurtières». Εκδ. Grasset & Fasquelle, 2011, σελ. 176.
(2) Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: «Η επινόηση της ετερότητας». Εκδ. Καστανιώτη, 2010, σελ. 17.
(3) Olivier Morin: «Comment les traditions naissent et meurent». Εκδ. Odile Jacob, 2011, σελ. 98.
(4) Θ. Π. Τάσιος: «Ποια μουσική και για ποιο λαό;» στην εφημερίδα «Το Βήμα» της 6ης Ιουνίου 2004.

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Γράμμα 15

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια 15
 
Ὁ Στουρνάρας εἶναι ὁ Παπαδῆμος αὐτῆς τῆς ἐποχῆς. Παλεύει γιά νά κρατήσει ἀνοιχτή τήν χρηματοδότησή μας ἀπό τήν Εὐρώπη – τήν ὁποίαν ἔχουμε ἀπόλυτη ἀνάγκη. Οἱ ἄλλοι ὑπουργοί κάνουν ὁ καθένας λίγο-πολύ τά δικά του. Ἄλλος γιά νά συγκρατήσει τό μισθολογικό ἐπίπεδο τῶν ὑφισταμένων του, ἄλλος γιά νά ἐπαυξήσει τήν προσφορά τῶν ὑπηρεσιῶν πού παρέχει τό ὑπουργεῖο του στήν χώρα. Καί ὅλοι μαζί προσπαθοῦν νά καταπείσουν τούς ξένους, ὅτι θά βροῦμε ὑποκατάστατα ἔσοδα τῶν κονδυλίων, τά ὁποῖα αὐτοί ἀξιώνουν νά περικόψουμε.
Ἐντωμεταξύ ἀνεβαίνει τό νερό μέσα στήν βάρκα πάνω στήν ὁποίαν κλυδωνιζόμαστε.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Γράμμα 14

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια 14
 
Χειρότερη φαντασία ἀπό τήν ἰδέα μιᾶς συλλογικῆς διαπραγμάτευσης μέ τήν Τρόϊκα, στήν ὁποίαν νά συμμετέχουν ἀπό τήν πλευρά μας καί τά τρία κόμματα πού στηρίζουν τήν κυβέρνηση, καί ἐπιπλέον καί ἡ ἀξιωματική ἀντιπολίτευση, δέν μποροῦσε νά ὑπάρξει.
Μιά διαπραγμάτευση εἶναι ἕνα πάρε-δῶσε. Νά ἀποσιωπήσεις ἤ νά ψιμυθιώσεις κάποιαν ἀλήθεια. Νά ζητήσεις κάποιες ὑπερβολές γιά νά τίς ἐγκαταλείψεις ἀργότερα, γιά νά φανεῖς ὑποχωρητικός. Νά πάρεις ὡς δεδομένες τίς ὑποχωρήσεις πού θά κάνει ἡ ἄλλη πλευρά γιά νά ζητήσεις περισσότερα κ.ο.κ.
Χρειάζεται γι’αὐτό νά εἶναι ἕνας νοῦς καί μία φωνή πού νά διαπραγματεύεται. Ὅταν φορεῖς διαφορετικῶν, μέχρι καί ἀντιθέτων, ἀπόψεων συγκροτοῦν τήν διαπραγματευική σου ὁμάδα, αὐτό ἐξυπηρετεῖ ἐσωτερικές ἰσορροπίες καί ἐξασφαλίσεις, ὄχι τήν ὑπόθεσή σου ἀπέναντι τῶν ξένων.

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Γράμμα 13

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια 13
 
Πολλοί ἀπό τούς παραλῆπτες αὐτῶν τῶν Γραμμάτων μᾶς ἀπαντοῦν, ὅτι συμφωνοῦν στήν ἐπιτακτική ἀνάγκη νά ἀγωνιστοῦμε ὅσοι ἀγαποῦμε αὐτόν τόν τόπο, γιά νά βγεῖ ἀπό τήν δεινή κατάσταση στήν ὁποίαν ἔχει περιέλθει. Ἀλλά διαφέρουν ὁ καθένας ὡς πρός τήν σειρά τῶν ἐνεργειῶν πού πρέπει νά γίνουν.
Ἄλλος δίνει προτεραιότητα στήν κάθαρση: νά τιμωρηθοῦν καί νά πληρώσουν ὅλοι αὐτοί πού ἔκλεψαν. Ἄλλος στήν ἀνασύνταξη τῆς δημόσιας διοίκησης. Ἄλλος στήν περιστολή τῆς κρατικῆς σπατάλης μέ τήν ὁποίαν αὐξάνει συνεχῶς τό ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ.
Τά πράγματα ὅμως εἶναι περίπλοκα. Μοιάζουν σάν μιά τράπουλα ἁπλωμένη στό τραπέζι, πού ὅταν πᾶς νά κινήσεις ἕνα χαρτί ἐμποδίζεσαι ἀπό τήν θέση πού κατέχει ἕνα ἄλλο.
Ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι ἡ λύση τοῦ ἀδιεξόδου βρίσκεται πρωτίστως στήν συγκρότηση τοῦ καινούργιου κόμματος, πού δέν θά διαθέτει ἕτοιμες συνταγές στήν σημερινή ρευστή κατάσταση, ἀλλά θά κατέχεται ἀπό τό πάθος νά ὑπηρετήσει χωρίς ἰδιοτέλειες καί καριερίστικες ἐπιδιώξεις τήν πατρίδα μας.

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Η δουλεία… των μύθων

("Νέα Αγχίαλος"/τεύχος 75/Απρίλιος - Μάιος - Ιούνιος 2012)
 
Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα ενός βιβλιόφιλου ή/και ενός μελετητή στην Ελλάδα να μην είναι η επιλογή από τον αριθμό των τίτλων που εκδίδονται, ακόμα και τώρα με τη σχετική συγκράτηση που επέβαλε η μειωμένη αγοραστική δύναμη του κοινού. Αντίθετα, ίσως το σημαντικότερο πρόβλημά του να είναι η αδυναμία της αποφυγής της παγίδας που στήνεται (όχι πάντα κακοπροαίρετα) από εκείνους που, παραφράζοντας μια παλιά ραδιοφωνική διαφήμιση, «διαλέγουν πριν από αυτόν γι’αυτόν». Είναι δε προφανές ότι αυτό το φιλτράρισμα παγιδεύει περισσότερο εκείνους που δεν έχουν τη δυνατότητα είτε να ενημερωθούν για την διεθνή εκδοτική δραστηριότητα είτε να βρουν καταφύγιο σ’αυτήν.
Το κακό θα ήταν μικρό αν από αυτήν την διήθηση περνούσαν τα ευπώλητα “λογοτεχνικά σκουπίδια”, των οποίων ο προορισμός, έτσι και δεν προλάβει να τα διαβάσει ο αγοραστής τους όσο έχει το χρόνο να σιγοψήνεται νωχελικά στις ξαπλώστρες των ακτών, είναι, στην καλλίτερη περίπτωση, η διακόσμηση μιας βιβλιοθήκης. Δυστυχώς, από την ίδια διαδικασία περνάνε τόσο τα έργα επιφανών κλασικών και σύγχρονων λογοτεχνών όσο και τα δοκίμια, οι μελέτες, οι έρευνες κ.λπ. Πληθώρα αξιόλογων γραπτών κειμένων μπαίνει στο περιθώριο για χάρη των “δουνάβεων της σκέψης” και των πρωταθλητών του λογοτεχνικού μάρκετινγκ! Είναι θλιβερή, για παράδειγμα, η διαπίστωση ότι το «Επιστροφή από τη Σοβιετική Ένωση», που έγραψε ο Αντρέ Ζιντ το 1936, εκδόθηκε στην Ελλάδα μόλις το 2011 ή ότι το ελληνικό κοινό είχε την πρώτη επαφή του με την άκρως ενδιαφέρουσα «Επιπεδοχώρα» του Έντγουϊν Άμποττ το 1988, δηλαδή 104 ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή της, ή ότι δεν επανεκδίδονται πλείστα όσα αριστουργήματα, των οποίων οι τελευταίες ελληνικές μεταφράσεις είτε είναι δυσεύρετες είτε έχουν εξαντληθεί, ή, τέλος, ότι παραμένουν αμετάφραστα έργα που θα έπρεπε να έχουν αποτελέσει απαραίτητο ανάγνωσμα ακόμα και εκείνων που δεν θα χαρακτηρίζονταν ως “βιβλιοφάγοι”.
«Μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου», θα μπορούσε να αναλογιστεί κανείς με τη σκέψη στα υπόλοιπα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία. Ναι, αν και η ελλιπής ενημέρωση και ο ελλιπής προβληματισμός της ίσως να έχουν συμβάλει σε αυτά, γιατί της επιτρέπουν να ζει με μύθους. Με μύθους, όπως αυτοί που επιβιώνουν ακόμα και σχετικά με την αρχαία ιστορία του τόπου, παρά το ότι η χρονική απόσταση θα έπρεπε να έχει αμβλύνει την ιδεοληπτική διάστασή τους.
Ένας από τους μύθους που αντέχει ανεξήγητα είναι αυτός που θέλει την αθηναϊκή δημοκρατία δυνατή χάρις στη δουλοκτησία των αρχαίων Αθηναίων και στα άπλετα περιθώρια σχόλης των πολιτών που συνεπαγόταν. Λογικά, θα έπρεπε να έχουν κλονίσει αυτή την εντύπωση ερεθίσματα από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη ή και του Μένανδρου. Αλλά και αναφορές άλλων έργων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ή η απάντηση σ’ένα ερώτημα που θα μπορούσε να απευθύνει στον εαυτό του: «Μα καλά, όλοι αυτοί οι πολίτες, που μετείχαν στα κοινά, είχαν δούλους ή είχαν τόσους δούλους που τους επιτρέπανε να αδιαφορούν για τον βιοπορισμό τους;». Για το τελευταίο θα μπορούσε να βρει την απάντηση στο παλιό έργο «Η ζωή στην Αρχαία Ελλάδα», όπου οι Κ.Μ. Κολόμποβα – Ε.Λ. Οζερέτσκαϊα αναφέρουν: «Ύστερα απ’αυτό το πρόγευμα, ο αθηναίος έβγαινε στην πόλη. Τον ακολουθούσαν δύο δούλοι: αυτοί θα μεταφέρανε τα ψώνια ή θα πηγαίνανε κάποια είδηση στο σπίτι ή σε κάποιο φίλο. Αν δεν ήταν πολύ πλούσιος τον ακολουθούσε ένας δούλος. Κι’αν δεν είχε τη δυνατότητα να κρατάει έστω κι’ένα δούλο. Θα συμφωνούσε έναν αχθοφόρο στην αγορά, όπου πρώτα-πρώτα θα κατευθυνθεί.».
Για τα υπόλοιπα, όμως, ο αναγνώστης δεν έχει δυστυχώς πάντα την ευχέρεια να βγάλει από ένα κείμενο ένα επιμέρους συμπέρασμα ή μία αποσπασματική πληροφορία και, ιδίως, να τα συνδυάσει με άλλα διάσπαρτα, αλλά σχετικά με το ίδιο θέμα, για να σχηματίσει μία γενικότερη εικόνα επ’αυτού. Αρκείται, λοιπόν, να την αναζητά σαν «μασημένη τροφή» σε ευανάγνωστα έργα ακάματων μελετητών. Στην Ελλάδα δε, πολύ συχνά ξένων, ακόμα και για θέματα της ελληνικής ιστορίας, αφού τα περισσότερα εγχώρια πονήματα διέπονται από το πνεύμα είτε μιας νωθρής προγονοπληξίας είτε ενός προκλητικού αποδομισμού.
Ένα έργο αυτού του είδους που ασχολείται με τη σχέση δουλοκτησίας και σχόλης στην αρχαία Αθήνα είναι το βιβλίο του σχετικά νέου τυνήσιου ελληνιστή, που σταδιοδρομεί στην Γαλλία, Σαμπέρ Μανσουρί «Η αθηναϊκή δημοκρατία, μια υπόθεση αργόσχολων;» και, επικουρικά, η μελέτη του ίδιου «Η Αθήνα με τη ματιά των μετοίκων της», που δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, προς το παρόν τουλάχιστον.
Ο Μανσουρί δεν αμφισβητεί την ύπαρξη δούλων, ούτε αγνοεί τη μοίρα τους σε ορισμένες περιπτώσεις. Δεν αγνοεί μήτε την ύπαρξη μετοίκων. Μάλιστα, επισημαίνει τη σημαντική συμβολή και των δύο στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Και διασκεδάζει την εντύπωση μιας απόλυτα κλειστής κοινωνίας, αναφέροντας περιπτώσεις που αποδόθηκε η ιδιότητα του πολίτη σε μέτοικους με σημαντική συνεισφορά στην πόλη, ακόμα δε και σε δούλους (τραπεζίτες, αστυνόμους κ.λπ.!). Απλά αποκαλύπτει ότι πλάι τους υπήρχαν και αθηναίοι πολίτες που ασχολούνταν με ανάλογες χειροτεχνικές και εμπορικές δραστηριότητες και δεν ήσαν μόνο γαιοκτήμονες ή αγρότες. Η δε ενασχόλησή τους με τα συγκεκριμένα επαγγέλματα δεν περιοριζόταν στην ιδιοκτησία εργαστηρίων ή καταστημάτων, όπου δούλευαν γι’αυτούς κάποιοι δούλοι, αλλά επεκτεινόταν στην ενεργό συμμετοχή τους στη λειτουργία των επιχειρήσεών τους. Έτσι, οι ειδικότητες των αθηναίων πολιτών, όπως του αλφιτοποιού, του κεραμέως, του εξωμιδοποιού, του σκυτοτόμου κ.ά., που αναφέρει ο Ξενοφών στα «Απομνημονεύματά» του (και, ευτυχώς, διδάσκονται πια στα σημερινά ελληνόπουλα) και άλλες που γνωρίζουμε από άλλες πηγές, όπως του ανδριαντοποιού, δεν αναφέρονται μόνον στην επιχειρηματική δραστηριότητα των ατόμων, αλλά και στην επαγγελματική ειδικότητά των. Και, όπως αναφέρει ο Ξενοφών, από αυτήν την τέχνη τους εξασφάλιζαν τα προς το ζειν! Τούτο ήταν πιο φανερό στην περίπτωση των ναυκλήρων (πλοιοκτητών, ναυτικών) και των καπήλων (μικρών λιανεμπόρων/μικροπωλητών). Όπως, μάλιστα, αναφέρεται, για κάποια έργα στην Ελευσίνα αθηναίοι πολίτες ήταν οι 21 από τους 94 ειδικευμένους εργάτες και 9 από τους 27 εργολάβους.
Ο συγγραφέας, λοιπόν, αντλώντας και άλλες πληροφορίες από αρχαιοελληνικές πηγές, αποδεικνύει ότι: «Στη διάρκεια του 4ου αιώνα, οι πολίτες επιδίδονταν εξίσου ενεργά στο εμπόριο και σε χειροτεχνικά επαγγέλματα, ενώ έφερναν εις πέρας μία πολιτική σταδιοδρομία.»! Άλλωστε, ο ίδιος ο Σωκράτης, από τη μία αποκαλεί, στην «Απολογία» του, τους χειροτέχνες για τις ικανότητές τους «αγαθούς δημιουργούς», αλλά από την άλλη εκφράζει τη δυσαρέσκειά του, στον «Πρωταγόρα», γιατί παίρνουν τον λόγο στις συνελεύσεις για γενικά θέματα. Αυτό και μόνο επιβεβαιώνει τον Μανσουρί («Οι Αθηναίοι εργάζονταν και έκαναν πολιτική») και αποδεικνύει την παράλληλη ενασχόληση των αθηναίων πολιτών με δύο (τουλάχιστον) “τέχνες”: την επαγγελματική και την πολιτική.
Η πραγματικότητα, λοιπόν, όπως αναδύεται από την μελέτη όλων των πηγών – και όχι μόνον των φιλοσοφικών κειμένων – πόρρω απέχει από την εικόνα που δίνουν ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ακόμα και ο Ξενοφών, οι οποίοι δεν διστάζουν να απαξιώνουν τις εμπορικές και χειροτεχνικές ασχολίες, δηλαδή τα οικονομικά/παραγωγικά επαγγέλματα, τα οποία θεωρούν ως ανάξια για τον “πολιτικό” πολίτη. Μόνο που, κατά πάσαν πιθανότητα, η εικόνα που μεταδίδουν δεν αντικατοπτρίζει την καθημερινή ζωή της σύγχρονής τους πόλης, αλλά την ιδεατή ζωή της πόλης που οραματίζονται.
Ήδη, τα στερεότυπα που μας κληροδότησαν τα ουτοπικά διανοήματά τους υποχωρούν και τα “ρεάλια” των αρχαίων πηγών αναδεικνύουν την όχι και τόσο εξωραϊσμένη πραγματικότητα. Ακόμα και στην Ελλάδα, με κάποια, ωστόσο, χρονική υστέρηση. Ίσως, γιατί ο μύθος των αέναης σχόλης και της ακατάσχετης πολιτικολογίας των “αρχαίων ημών προγόνων” προσφέρει ένα ευπρεπές άλλοθι αταβιστικής αναβίωσης προγονικών παραδόσεων στην μερίδα των νεοελλήνων που δεν θα τους ενοχλούσε διόλου μία σύγχρονη εκδοχή της «σίτισης στο πρυτανείο»!

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Γράμμα 12

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια 12
 
Γιά τήν τιμή τῶν ὅπλων δίνουν τήν μάχη καί οἱ δικοί μας καί οἱ Τροϊκανοί. Ξέρουν, ὅτι δέν μποροῦν νά ἐπιτύχουν τήν νίκη - ἡ ὁποία θά ἦταν κοινή ! Οὔτε ἐμεῖς μποροῦμε νά τούς πείσουμε, ὅτι κάνουμε καί ὅτι θέλουμε ὅλες τίς ἀναγκαῖες θυσίες. Οὔτε ἐκεῖνοι, πού κρατοῦν τήν στρόφιγγα τοῦ χρήματος, μποροῦν νά μᾶς ἐπιβάλουν τήν πραγματοποίησή τους.
Ἡ βαρκούλα στήν ὁποίαν ἀρμενίζουμε κάνει ἀδιέξοδους κύκλους πάνω σέ μιά τρικυμιασμένη θάλασσα καί ὕστερα ἀπό κάθε κύκλο διαπιστώνουμε, ὅτι ἡ βάρκα ἔχει βάλει περισσότερα νερά. Ἔτσι δέν θά ἔλθει ποτέ ἡ ἀνάκαμψη. Τήν σκέψη τί μᾶς μέλλεται στό βάθος, τήν ἀποδιώχνουμε μέ φρίκη.
Χρειάζεται νά κάνουμε μιάν ἔφοδο πρός τήν παραγωγικότητα. Νά μεγιστοποιήσουμε τό ἐθνικό προϊόν. Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τό καινούργιο κόμμα πού θά ἐμπνεύσει αὐτήν τήν θέληση στούς Έλληνες.

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

Γράμμα 11

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια 11
 
Ἡ στρατηγική τοῦ κ. Στουρνάρα, τήν ὁποίαν ἔχει υἱοθετήσει ἡ κυβέρνηση, εἶναι νά ἐφαρμόζουμε πιστά τό Μνημόνιο, ὥστε νά πεισθοῦν οἱ ξένοι γιά τήν σοβαρότητα τῶν προθέσεων μας νά τό τηρήσουμε καί νά δεχθοῦν νά διαπραγματευθοῦν τήν ἀλλαγή του.
Ἡ πιστή ἐφαρμογή ὅμως τοῦ Μνημονίου εἶναι ἀνέφικτη. Ἡ περικοπή μιᾶς σειρᾶς δαπανῶν τοῦ δημοσίου εἶναι ἀδύνατη. Εἴτε διότι οἱ θιγόμενες ὁμάδες θά μεγιστοποιήσουν τήν ἀντίδραση τους σέ νέες μειώσεις τοῦ εἰσοδήματός τους, εἴτε διότι ὑπάρχει ἀντικειμενικά ἕνα ὅριο στίς δαπάνες του πού μπορεῖ νά περικόψει τό κράτος καί νά ἐξακολουθήσει νά λειτουργεῖ. Ἡ προβλεπόμενη αὔξηση τῶν κρατικῶν ἐσόδων ἀπό τήν ἐκποίηση κρατικῆς περιουσίας ἔχουμε δεῖ μέ τί βραδύ ρυθμό εἶναι πραγματοποιήσιμη.
Λέχθηκε καί πάλι χθές πώς δέν θά χρειαστοῦν νέα μέτρα ἐκτός ἄν... Αὐτό τό ἔχουμε ἀκούσει πολλές φορές καί σέ κάθε περίπτωση ἴσχυσε τό «ἄν» τῆς ἐπιφύλαξης.
Θά συνεχιστεῖ λοιπόν δυστυχῶς ὁ καθοδικός φαῦλος κύκλος. Θά ἐξακολουθήσει νά συρρικνώνεται τό ἐθνικό εἰσόδημα καί νά μᾶς ζητοῦν οἱ ξένοι πρόσθετες περικοπές μισθῶν καί συντάξεων καί αὔξηση τῶν φόρων.
Εἶναι φανερό, ὅτι κάτι ἄλλο πρέπει νά γίνει γιά νά ἐμπνεύσει τόν λαό σέ μιά ἐξόρμηση τῆς αὔξησης τῆς παραγωγῆς, ἡ ὁποία εἶναι τό κλειδί τῆς ἀνάκαμψης. Μιά κυβέρνηση πού βασίζεται στόν κατεστημένο πολιτικό κόσμο, εἶναι ἀδύνατον νά τό ἐπιτύχει.

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Γράμμα 10

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια 10
 
Ἡ παραίτηση τοῦ ὑφυπουργοῦ Ἐργασίας καί Κοινωνικῆς Ἀσφάλισης ἔφτιαξε μιά ἱστορία γιά γέλια καί γιά δάκρυα.
Τά γέλια γιά τήν συρροή τῶν πράξεων τοῦ κ. Νικολόπουλου. Τή νύχτα παρέδιδε στόν πρωθυπουργό πολυσέλιδη ἔκθεση γιά τίς συζητήσεις πού εἶχε στό ὑπουργεῖο του μέ τήν τρόϊκα, τό πρωϊ τοῦ ἔστειλε τήν παραίτησή του γιά τόν λόγο ὅτι δέν εἶχαν τεθεῖ «ἐμφατικά» ἀπό τήν ἀρχή αὐτῶν τῶν συζητήσεων οἱ μεταβολές πού ἐπιθυμοῦσε στήν σχέση τοῦ ὑπουργείου μέ τήν τρόϊκα. Ὁ κ. Σαμαρᾶς τοῦ τηλεφώνησε νά συναντηθοῦν γιά νά τά ποῦν, ὁ κ. Νικολόπουλος δέχθηκε, ἀλλά ἀντί νά πάει ἔστειλε τήν ἐπιστολή τῆς παραίτησής του στά ΜΜΕ.
Τά δάκρυα εἶναι γιά τήν ἔλλειψη συνοχῆς τῆς κυβέρνησης, ἀκόμη καί μεταξύ τῶν προερχομένων ἀπό τό κόμμα πού ἀποτελεῖ τήν βάση της. Ὁ κ. Νικολόπουλος ἦταν μέλος τοῦ στενοῦ κύκλου τοῦ κ. Σαμαρᾶ, ὁ ὁποῖος τόν ὑπουργοποίησε γιά νά τόν προωθήσει στήν σταδιοδρομία του. Μετά τήν παραίτησή του ὁ κ. Νικολόπουλος ἐδήλωσε, ὅτι θά καταψηφίζει τά κυβερνητικά νομοσχέδια πού δέν ἀνταποκρίνονται στίς ἀπόψεις του.
Ὁ κόσμος τῶν ἐπαγγελματιῶν τῆς πολιτικῆς δέν ἔχει τήν αἴσθηση τῆς ἐπικίνδυνης κατάστασης, στήν ὁποίαν ἔχει ὁδηγήσει τόν τόπο.

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Αντικατάσταση Μέλους του Δ.Σ.

 
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Κ.Σ.Μ. εξέλεξε κατά τη συνεδρίασή του της 6ης Ιουλίου 2012 την κυρία Σταματίνα Κοκκινάκη ως μέλος αυτού και Υπεύθυνη Μορφωτικών Προγραμμάτων στη θέση του κ. Κωνσταντίνου Βάσση που παραιτήθηκε από αυτήν.

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Γράμμα 9: Ἐργασία.

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια 9
 
Ὄχι ἀπολύσεις. Ὄχι ἀπεργίες.
Δέν μποροῦμε νά βγοῦμε ἀπό τήν κρίση μέ μόνο τά λεφτά πού μᾶς δίνει ἡ Τρόϊκα. Χρειάζεται νά αὐξήσουμε σημαντικά τήν παραγωγή μας. Σ’αὐτό συμφωνοῦν ὅλοι.
Κάποιοι προτείνουν μαζικές ἀπολύσεις δημοσίων ὑπαλλήλων γιά νά μπορέσει τό κράτος νά χρηματοδοτήσει ἐπενδύσεις. Ὅμως ὁ κρατικός μηχανισμός παρουσιάζει κενά στήν λειτουργία του πού μέ τίς ἀπολύσεις θά γίνουν μεγαλύτερα. Ἐπιπλέον, οἱ ἀπολύσεις συνεπάγονται ἀποζημιώσεις καί μείωση τῶν ἐσόδων τῆς κοινωνικῆς ἀσφάλισης, τῆς ὁποίας τά διαθέσιμα ἔχουν συρρικνωθεῖ.
Οἱ ἀπεργίες ὅταν εἶναι ἐπιτακτική ἀνάγκη νά αὐξήσουμε τήν παραγωγή μας εἶναι ἀπαράδεκτες. (Καί πιό ἀπαράδεκτη ἡ παρεμπόδιση ἀπό τούς ἀπεργούς τῶν συναδέλφων τους πού θέλουν νά ἐργαστοῦν.) Ἡ ἀπεργία ἀποτελεῖ μεν ἀτομικό δικαίωμα, ἀλλά δέν μπορεῖ νά ἀσκεῖται σέ μιά τόσο κρίσιμη ἐποχή εἰς βάρος τοῦ συνόλου.
Ἡ ἀνάγκη νά ἐνταθεῖ ἡ ἐργασία γιά νά μεγαλώσει τό ἐθνικό προϊόν εἶναι ἐπιτακτική. Αὐτό σημαίνει πολλά ἀτομικά μας ξεβολέματα γιά τά ὁποῖα ἀδυνατεῖ νά μᾶς ἐμπνεύσει μιά κυβέρνηση πολιτευτῶν, πού βάζουν τήν προσωπική καριέρα τους πάνω ἀπό τό γενικό συμφέρον.

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Γράμμα 8

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια 8
 
Ἡ ἀντιστροφή τῆς πορείας τῶν καταθέσεων στίς τράπεζες μετά τίς ἐκλογές ἐπιβεβαίωσε τόν φόβο πού εἶχε τό κοινό, ὅτι θά τίς κέρδιζε ὁ Τσίπρας καί θά βρεθοῦμε ἐκτός τῆς ζώνης τοῦ εὐρώ καί στήν συνέχεια τῆς ἴδιας τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης.
Πόσο γερά στέκεται, ὅμως στά πόδια της ἡ νέα κυβέρνηση; Οἱ ἀρχηγοί τῶν τριῶν κομμάτων, τά ὁποῖα μετέχουν ἄμεσα ἤ διά ἐντελοδόχων τους στήν κυβέρνηση, ἐξακολουθοῦν νά παζαρεύουν γιά τήν γραμμή της. Ἡ συγγραφή τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων, πού θά ἀναγνωσθοῦν μεθαύριο στήν Βουλή, συνάντησε σοβαρές δυσκολίες. Καί πέρα ἀπό αὐτά ἡ δυσκινησία καί ἡ ἀναποτελεσματικότητα τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ παραμένει.
Ἡ αἰσιοδοξία ἀπό τό ὅτι δέν πηδήξαμε στό χάος στίς 17 Ἰουνίου δέν μπορεῖ νά διατηρηθεῖ. Ἡ ἀνάγκη γιά τήν συγκρότηση ἑνός καινούργιου κόμματος πού θά βάζει τό ἐθνικό συμφέρον πάνω ἀπό τίς ἐπιδιώξεις τοῦ ἴδιου καί τῶν μελῶν του εἶναι ὁλοφάνερη.

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Γράμμα 7

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια 7
 
Πρέπει νά τό χωνέψουμε πιά, ὅτι βρισκόμαστε πάνω σέ μιά βάρκα πού στροβιλίζεται μέσα σέ ἕναν κυκλώνα.
Οἱ πολιτικοί μας δέν μποροῦν νά τήν ὁδηγήσουν σέ ἤρεμα νερά, γιατί γιά καθέναν ἀπό αὐτούς πρωτεύει ἡ καριέρα του. Ἡ κυβέρνηση αὐτή, ὅπως καί οἱ ἑπόμενες πού θά βγοῦν ἀπό τόν ὑφιστάμενο πολιτικό κόσμο, θά συνεχίσουν νά ὑποφέρουν ἀπό τίς μάχες μεταξύ τῶν ὑπουργῶν καί τήν ἐπίρριψη τῶν εὐθυνῶν ἀπό τούς ὤμους τοῦ ἑνός στούς ὤμους ἑνός ἄλλου συναδέλφου του.
Ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, πού δέν μετέχουμε στά κομματικά παιγνίδια καί πού λαχταροῦμε νά βγεῖ ὁ τόπος ἀπό τήν δεινή κατάστασή του, θά ἐνισχύουμε τήν κυβέρνηση σέ κάθε σωστό μέτρο της. Αὐτό ὅμως δέν ἐπαρκεῖ γιά τήν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων. Ἔχουμε ἀνάγκη μιά ἄλλου εἴδους κυβέρνηση στήν ὁποίαν ἡ αἴσθηση τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, θά ἐμποδίζει τήν ἐπιδίωξη τῆς ἀτομικῆς καριέρας ἐκείνων πού θά τήν ἀποτελοῦν.
Χρειάζεται λοιπόν ὅσοι ἀποδεχόμαστε αὐτόν τό στόχο νά συνεργαστοῦμε συστηματικά καί ἐπίμονα γιά νά συγκροτηθεῖ τό ἀντίστοιχο καινούργιο κόμμα.