Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Γράμμα 628: Μήν προεξοφλεῖτε τήν συμφορά

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 628/Πέμπτη 31.03.2016
 
Μήν προεξοφλεῖτε τήν συμφορά
 
Οἱ φορολογικές καί κοινωνικοασφαλιστικές ὑποχρεώσεις μας παραμένουν ἀκαθόριστες, διότι ἡ κυβέρνηση θέλει νά περάση πρῶτα ἀπό τήν Βουλή ἕνα γιγαντονομοσχέδιο, τό ὁποῖο θά ὑλοποιήση τόν ἔλεγχό μας ἀπό τούς Θεσμούς πού ἔχουν γίνει Τέθριππο.
Γιά τό περιεχόμενο πού θά λάβη ὁ νέος νόμος ἡ κοινή γνώμη ἀνησυχεῖ: καινούργιο σφίξιμο τοῦ ζωναριοῦ θά εἶναι μιά τρομερή συμφορά. Ἀλλά μήν βιάζεστε. Ἡ κραυγαλέα ἀποτυχία αὐτῆς τῆς κυβέρνησης δείχνει, πώς γρήγορα θά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό αὐτήν.

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Γράμμα 627: Μπρός γκρεμός καί πίσω ρέμα

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 627/Τρίτη 29.03.2016
 
Μπρός γκρεμός καί πίσω ρέμα
 
Καλά κρατεῖ ἡ διελκυστίνδα ἀνάμεσα στόν Ὑφυπουργό Ἀθλητισμοῦ καί τήν Ἑλληνική Ὁμοσπονδία Ποδοσφαίρου μέ τελευταία ἀφορμή τήν διακοπή τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Κυπέλλου Ἑλλάδος ἐξαιτίας τῶν ἐπεισοδίων πού σημάδεψαν ἕναν ἀγῶνα.
Ὁ μέν θέλει νά ἐξυγιάνη τό ἄθλημα, φαινομενικά τουλάχιστον, γιατί στό πίσω μέρος τοῦ μυαλοῦ του ἴσως νά ἔχη τήν ἐπιθυμία νά ποδηγετήση καί αὐτόν τόν τομέα, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ πρακτική ὅλων τῶν συναδέλφων του στήν κυβέρνηση. Ἡ δέ, μία παρέα πού κατηγορεῖται ὅτι ἐνέχεται στά μεγαλύτερα σκάνδαλα τοῦ ἑλληνικοῦ ποδοσφαίρου, προσπαθεῖ μέ νύχια καί μέ δόντια νά συνεχίση νά χειραγωγῆ ἀνεξέλεγκτα τό ἄθλημα μέ πρόσχημα τό “αὐτοδιοίκητο” καί μέ τήν ἀρωγή τῆς διεθνοῦς καί τῆς εὐρωπαϊκῆς ὁμοσπονδίας, τῶν ὁποίων τά στελέχη ἀναδεικνύονται τό ἕνα μετά τό ἄλλο σέ πρωταγωνιστές σκανδάλων διαφθορᾶς.
Καί εἶναι δύσκολο νά διαλέξη κάποιος τί εἶναι προτιμώτερο. Ἡ επικράτηση τοῦ ὑφυπουργοῦ θά ἔχη ὡς συνέπεια τό “grexit” τοῦ ἑλληνικοῦ ποδοσφαίρου ἀπό τίς διεθνεῖς ὀργανώσεις. Ἀπομόνωση πού θά τό φέρη πολλά χρόνια πίσω καί θά τό ἀπογυμνώση ἀπό τά πιό ταλαντοῦχα παιδιά του, χωρίς νά ξέρη κανείς τό ἄν καί πότε θά μπορέση να ὀρθοποδήση πάλι. Παράπλευρο θῦμα θά εἶναι καί ὅλος ὁ ἑλληνικός ἀθλητισμός, καθώς πολλά ἐρασιτεχνικά τμήματα των συλλόγων χρηματοδοτοῦνται ἀπό τά ἔσοδα τῶν ποδοσφαιρικῶν ὁμάδων.
Ἡ ὑποχώρησή του, ὅμως, καί ἡ ἐπικράτηση τῆς ὁμάδας αὐτῶν πού εἶναι ὔποπτοι συμμετοχῆς σέ “ἐγκληματικές ὀργανώσεις” θά σημάνη τή διαιώνιση τῆς ὑποταγῆς τοῦ ἀθλήματος σέ ἀδίστακτα (ὅπως ἀποδεικνύει τό μεγάλο έλλειμμα εὐθιξίας ἐκ μέρους των) κυκλώματα παρανομίας.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Γράμμα 626: Λόγια τοῦ ἀέρα

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 626/Σάββατο 26.03.2016
 
Λόγια τοῦ ἀέρα
 
Μπορεῖ τό “λεκτικό λάθος” τοῦ Ἀναπληρωτῆ Ὑπουργοῦ Μεταναστευτικῆς Πολιτικῆς νά ἐπισκίασε τήν ὑπόλοιπη συνέντευξή του, ὡστόσο αὐτή περιεῖχε καί ἄλλα ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα.
Ὅπως ἡ «μέ κάθε εἰλικρίνεια» ὁμολογία του ὅτι μία συχνή ἐρώτηση πού τοῦ ἀπευθύνουν «ὀφείλεται σέ αὐτά πού ἰδεολογικά λέγαμε καί σέ ἕνα ἐπίπεδο ἰδεολογικό ἐξακολουθοῦμε νά λέμε καί πού πρακτικά δέν ἰσχύουν. Ἄς ποῦμε αὐτό μέ τά “ἀνοιχτά σύνορα”. Ὅπως ξέρετε εἶναι μία ἀπό τίς ἀγαπημένες ἐκφράσεις τῆς ἀριστερᾶς. Δέν θά πρέπει ὅμως κανείς νά μπερδεύη τήν ἰδεολογική πλευρά, τόν ρομαντισμό τῆς ἀριστερᾶς, μέ τήν πρακτική ὅταν ἀσκεῖ τήν ἐξουσία.»!
Κοντολογίς, ἡ ἰδεολογική πλευρά της “ἀριστερᾶς” μπορεῖ νά συνίσταται ἀπό ρομαντικές “ἀγαπημένες ἐκφράσεις” πού δέν εἶναι παρά “λόγια τοῦ ἀέρα”, τά ὁποῖα, ὡστόσο, δέν πρέπει νά τά παίρνη κανείς τοῖς μετρητοῖς! Καημένη ἀριστερά τί σοῦ’μελλε νά πάθης ἀπό τίς διάφορες ἀνεκδιήγητες (καί ἐπικίνδυνες) “ἀριστερές” πού μιλᾶνε στό ὄνομά σου!

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Γράμμα 625: Ἡ πραγματικότητα καί τά λόγια

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 625/Παρασκευή 25.03.2016
 
Ἡ πραγματικότητα καί τά λόγια
 
Μέ τό τέλος τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων ὁ βασιλέας Κωνσταντῖνος πού εἶχε διευθύνει τίς νικηφόρες ἐκστρατεῖες δήλωσε ὅτι ἡ Ἑλλάς ἔγινε σεβαστή ἀπό τούς φίλους της καί φοβερή γιά τούς ἐχθρούς της.
Παρ’ὅλο πού ἀπό τότε ἔχει περάσει περισσότερο ἀπό ἕνας αἰώνας καί ἔχει ἀποδειχθεῖ τό πόσο ἀσταθής εἶναι ἡ δύναμη τῶν μικρῶν κρατῶν, στήν παρέλαση τῆς 25ης Μαρτίου ἐκδηλώθηκε παρόμοιο κλῖμα γιά τήν ἰσχύ μας μέ ἐκεῖνο τῆς βασιλικῆς δήλωσης τοῦ 1913. Στόν μέν κοσμάκη πού θά κληθῆ νά χύση το αἷμα του σέ περίπτωσή πού θά ὑποστοῦμε μία ἐπίθεση, δέν βλάπτει μία τάση ὑπερβολῆς σέ τέτοιες επετείους. Τό νά μιλοῦν ὅμως ἔτσι οἱ πολιτικοί ταγοί μας ὅταν ἡ Τουρκία μᾶς ἀπαγορεύει νά προσγειωθῆ τό ἀεροπλάνο τοῦ πρωθυπουργοῦ μας σέ ὁρισμένη περιοχή τῆς χώρας, καί ὅταν δέν ἔχουμε τήν δύναμη νά σταματήσουμε τήν πλημμυρίδα τῶν λαθρομεταναστῶν πού κατακλύζει (μέ προοπτική μόνιμης ἐγκατάστασης) τήν χώρα μας ἀποτελεῖ αὐτογελοιοποίηση.
Τό νά εἴμαστε πρόθυμοι νά πολεμήσουμε ἄν χρειαστεῖ μέχρις ἐσχάτων καί τό νά κομπορρημονοῦμε πῶς μποροῦμε σέ ἕναν πόλεμο νά “τιμωρήσουμε τόν κάθε μας ἐχθρό” ἔχουν μεγάλη ἀπόσταση μεταξύ τους.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Γράμμα 624: Πέθανε ὁ Φιλέας Φόγκ

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 624/Πέμπτη 24.03.2016
 
Πέθανε ὁ Φιλέας Φόγκ
 
Ἀδυνατοῦμε νά ὑπαγάγουμε στήν βάσανο τῆς λογικῆς τήν ῆνθρωποσφαγή πού διέπραξαν στίς 21 τοῦ μηνός οἱ τζιχαντιστές στίς Βρυξέλλες. Διότι τά μυαλά τους λειτουργοῦν διαφορετικά ἀπό τά δικά μας. Ἐκεῖ πού συμπίπτουν οἱ ἀπόψεις μας εἶναι ὅτι βρισκόμαστε πλέον σέ πόλεμο.
Χρειάζεται ἕνας εὐρωπαϊκός (στήν οὐσία νατοϊκός) στρατός νά ἐκστρατεύση στήν Συρία καί νά διαλύση τήν ἐδαφική βάση τοῦ Ἰσλαμικοῦ Κράτους. Αὐτό θά ἀποτελέση μία μεγάλη νίκη, ἀλλά ὄχι τό τέλος τοῦ πολέμου. Διότι οἱ τζιχαντιστές ἔχουν κάνει ὅλον τόν κόσμο μέτωπο. Κρυφοί ὁμόφρονές τους συνεχίζουν νά τούς ἐξοπλίζουν καί αὐτοί, μέ πλαστές ταυτότητες, κυκλοφοροῦν ἐν πολλοῖς ἀνεμπόδιστοι ἀνάμεσά μας. Οἱ πάντες περιμένουν καινούργια χτυπήματά τους.
Μέ γενικά μέτρα – ὅπως τόν ἐγκλεισμό ὅλων τῶν μουσουλμάνων σέ στρατόπεδα – δέν μποροῦμε νά λύσουμε τό πρόβλημα, ἀφοῦ πολλοί ἀπό αὐτούς εἶναι φιλήσυχοι συμπολίτες, οἱ ὁποίοι συμβάλλουν στό μεγάλο μέγεθος τῆς εὐρωπαϊκῆς παραγωγῆς. Αὐτό πού χρειάζεται εἶναι νά ὑπάρξη ἕνας μόνιμος ἔλεγχος ὅλων τῶν παροικούντων τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση. Καί ἀσχέτως καταγωγῆς, ἀφοῦ πολλοί καθαρόαιμοι εὐρωπαῖοι, εἴτε ἀπό ἀνατρεπτική ἰδεολογία, εἴτε γιά νά συμμετάσχουν στήν ἐπιτυχία τῆς τζιχάντ, προσχωροῦν στίς γραμμές της.
Ἡ γενίκευση τοῦ ἐλέγχου θά εἶναι ἐφιαλτική. Αἰῶνες ἀστικοῦ πολιτισμοῦ εἶχαν ποτίσει μέ τό πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας τήν κοινωνία μας. Ὁ κ. Φιλέας Φόγκ, ἀγνώστου προτέρου βίου, εἶχε ἐγκατασταθεῖ σέ περίοπτη γειτονιά τοῦ Λονδίνου, ἐγγραφεῖ σέ ἀριστοκρατική λέσχη καί ἔκανε τόν γῦρο τοῦ κόσμου σέ 80 ἡμέρες, χωρίς νά ρωτήση κανείς πόθεν ἔσχε. Ἡ ἰδιωτικότητά του ἦταν ἀπρόσβλητη.
Ὁ πολιτισμός μας θά ἀναγκαστῆ νά κάνη ἕνα μεγάλο βῆμα πρός τά πίσω.

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Γράμμα 623: Καί ὅμως Εὐρώπη!

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 623/Τετάρτη 23.03.2016
 
Καί ὅμως Εὐρώπη!
 
Ὁ ἀριθμός τῶν λαθρομεταναστῶν πού εἰσβάλλουν στό ἑλληνικό ἔδαφος αὐξάνει. Ἡ Τουρκία τραβᾶ λεφτά ἀπό τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση γιά νά τούς ἐμποδίζη νά ἔρχονται, ἀλλά στήν πράξη κάνει τό ἀντίθετο.
Ἡ Ἑλλάς ἔχει γεμίσει κέντρα ὑποδοχῆς γιά νά πραγματοποιήσουν τήν διαλογή μεταξύ τῶν λαθρομεταναστῶν στούς ὁποίους θά χορηγηθοῦν ταξειδιωτικά ἔγγραφα γιά νά φθάσουν στόν χρυσοτόκο εὐρωπαϊκό βορρᾶ, ὁ ὁποῖος ὅμως τούς δέχεται μέ τό σταγονόμετρο. Στό Αἰγαῖο τά πολεμικά τοῦ ΝΑΤΟ προσπαθοῦν νά ἐφαρμόσουν ἀντιφατικές ὁδηγίες καί γι’αὐτό δέν παράγουν ἀποτέλεσμα. Ἡ Ὕπατη Ἁρμοστεία τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν γιά τούς Πρόσφυγες προσπαθεῖ νά παίξη ἕναν ρόλο, ἀλλά οἱ πρόσφυγες διασχίζοντας τήν Τουρκία, ὅπου εἶναι ἀσφαλεῖς, ἔχουν χάσει τήν προσφυγική ἰδιότητα.
Μέ τήν αὔξηση τῶν λαθρομεταναστῶν γίνονται ἀνεπαρκεῖς οἱ χῶροι πού διαθέτουμε γιά τήν στέγασή τους, ἡ ὁποία κάθε ἄλλο παρά θά εἶναι προσωρινή. Ἐντωμεταξύ ἔρχονται σέ συγκρούσεις μεταξύ τους γιά τίς παλιές διαφορές τους καί αὐτές πού ἀνέκυψαν ἀπό τήν ἐδῶ συμβίωσή τους. Αὐτοί πού ἄνοιξαν μιά τρύπα στό συρματόπλεγμα τῆς Εἰδομένης γιά νά προχωρήσουν πρός βορρᾶν ἐπεστράφησαν κακοποιημένοι στό ἑλληνικό ἔδαφος.
Ἡ Εὐρώπη μοιάζει νά ἀποσυντίθεται μέσα στά ἀλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα τῶν κρατῶν-μελῶν της. Καί ὅμως ἡ Εὐρώπη ἔχει γίνει ἡ δευτεροβάθμια πατρίδα τῶν λαῶν της καί πρέπει μέ σκληρή προσπάθεια νά ἐπιτύχουμε τήν ἀληθινή ἕνωσή της.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Γράμμα 622: Ἀδυναμία διαλόγου

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 622/Τρίτη 22.03.2016
 
Ἀδυναμία διαλόγου
 
Ἡ πολύνεκρη βομβιστική ἐπίθεση στίς Βρυξέλλες ἔδειξε ὅτι οἱ ἰσλαμιστές τρομοκράτες ἔχουν κηρύξει πόλεμο στήν Εὐρώπη. Στόν ὁποῖον δέν ὑπάρχουν ἄμαχοι, ἀφοῦ σκοτώνονται παιδάκια πού δέν πρόλαβαν νά ἀποκτήσουν μιάν ἄποψη γιά τήν πολιτική.
Ἡ οὐσία τοῦ προβλήματος εἶναι πώς οἱ ἐπιτιθέμενοι εἶναι ἀλλοιώτικου εἴδους ἄνθρωποι ἀπό μᾶς. Θυσιάζουν τήν ζωή τους χωρίς δισταγμό, πιστεύοντας ὅτι θά τούς ὑποδεχθῆ στόν ἄλλο κόσμο ὁ Ἀλλάχ καί θά τούς ἀνταμείψη μέ ἡδονές.
Ἐμεῖς οἱ Εὐρωπαῖοι ἀπό αἰῶνες τώρα ὡς τό μεγαλύτερο ἀγαθό θεωροῦμε τήν καλωσύνη πρός τόν συνάνθρωπο. Μέ ἕνα τέτοιο χάσμα στήν ψυχοσύνθεση τῶν δύο πλευρῶν ὁ διάλογος μεταξύ τους εἶναι ἀδύνατος.

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Γράμμα 621: Οἱ Νεοδημοκράτες πού δέν θέλουν στήν ἐξουσία τό κόμμα τους

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 621/Δευτέρα 21.03.2016
 
Οἱ Νεοδημοκράτες πού δέν θέλουν στήν ἐξουσία τό κόμμα τους
 
Εἶναι ὁλοφάνερο, ὅτι τό προβάδισμα στήν πρόθεση ψήφου ἔχει πάρει ἡ Ν. Δημοκρατία. Σημερινή δημοσκόπηση τό ἀνεβάζει στό 4%. Ἡ χαρά ὅτι στίς ἑπόμενες ἐκλογές, οἱ ὁποῖες δέν μπορεῖ νά ἀργήσουν, θά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν χειρότερη ἑλληνική κυβέρνηση ὅλων τῶν ἐποχῶν εἶναι διαδεδομένη. Καί τά δημοκρατικά κόμματα πού δέν ἔχουν τήν προοπτική νά τίς κερδίσουν ἐκεῖνα (τό ΠΑΣΟΚ, τό Ποτάμι καί τό ΚΙΔΗΣΟ) περιμένουν μέ ἀνυπομονησία τήν ἀλλαγή.
Στίς τάξεις τῆς Ν.Δ. ἀπό ὀπαδούς τοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη ἔχει ἐμφανιστῆ τό ἀντίθετο ρεῦμα! Θεωροῦν ὅτι ἡ ἀνικανότητα καί ἡ διαφθορά ἔχουν τόσο εἰσχωρήσει στήν δημόσια διοίκηση, ὥστε ἡ κυβέρνηση τοῦ Κ. Μητσοτάκη εἶναι καταδικασμένη καί αὐτή νά ἀποτύχη. Καί γι’αὐτό προτιμοῦν νά συνεχίση νά μᾶς κυβερνᾶ ὁ Τσίπρας γιά νά διατηρηθῆ ἄφθαρτος μέχρι νά ὡριμάσουν οἱ συνθῆκες ὁ Κυριάκος.
Αὐτό πού δέν λαμβάνει ὑπ’ὄψιν αὐτή ἡ ἄποψη, εἶναι ὅτι μέ τήν συνέχιση τῆς διακυβέρνησης ἀπό τόν θίασο τοῦ Σύριζα, τό ποιός θά χειρίζεται τήν ἐξουσία νά ἔχη χάσει τήν σημασία του, διότι τό ἑλληνικό κράτος θά ἔχει διαλυθῆ.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Γράμμα 620: Ἀντώνης Δ. Λιβιερᾶτος

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 620/Κυριακή 20.03.2016
 
ΑΝΤΩΝΗΣ Δ. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ
 
Ἀντιστασιακός ἐναντίον τοῦ ξένου κατακτητῆ, τῆς ἀνταρσίας τῶν ἐντοπίων σταλινιστῶν καί τῆς δικτατορίας τῆς χούντας, διέπρεψε ἐκ παραλλήλου σέ διάφορους χώρους. Ἔγραψε μελέτη γιά τό ἐνεργειακό πρόβλημα τῆς χώρας καί σειρά μελετῶν γιά τήν πνευματική ἀναγέννηση τῶν τελευταίων αἰώνων τοῦ Βυζαντίου. Ὡς πολιτικός μηχανικός διακρίθηκε ἀπό τά πρῶτα βήματά του στόν ἐπαγγελματικό στίβο, χωρίς νά πάψη νά εἶναι ἕνας εὐαίσθητος φυσιολάτρης.
Μιά πολυδιάστατη προσωπικότητα. Στήν κηδεία του πού ἔγινε χθές πλαισίωσαν τήν πολυάριθμη οἰκογένειά του φίλοι του ἀπό ὅλους τούς χώρους στούς ὁποίους εἶχε κινηθῆ. Ἀνάμεσά τους καί μέλη τοῦ ΚΣΜ τοῦ ὁποίου ὑποστήριξε τήν δραστηριότητα.
Οἱ μεγάλοι ἀπόντες στήν κηδεία ἦταν ἡ ΔΕΗ καί τό προσωπικό της. Μετά τήν πτώση τῆς χούντας, εἶχε τοποθετηθῆ (ἀπό τόν ὑπουργό Χαράλαμπο Πρωτοπαπᾶ) ὑποδιοικητής τῆς ΔΕΗ καί μέ τήν καταβολή μεγάλης ἐπιμέλειας καί μόχθου τήν ἐκσυγχρόνισε, μετά τήν ἀνικανότητα πού εἶχαν δείξει οἱ συνταγματάρχες. Ὅσον ἀφορᾶ δέ τά σωματεῖα τοῦ προσωπικοῦ της κατήργησε τίς ἀσφαλιστικές του εἰσφορές καί μετέφερε τό βάρος τῆς κάλυψης της στό κράτος, ὅπως γινόταν τότε μέ τούς δημοσίους ὑπαλλήλους.
Πλήν οὔτε ἡ ΔΕΗ οὔτε ἡ συνομοσπονδία τοῦ προσωπικοῦ της ἔστειλε ἕναν ἐκπρόσωπο νά τόν ἀποχαιρετήση μέ ἕναν ἐπικήδειο ἤ τουλάχιστον νά καταθέση ἕνα στεφάνι στόν τάφο του. Οἱ σημερινοί ἰθύνοντες θά τό ἔκριναν ἀσύμβατο μέ τά ἐνδιαφέροντά τους.

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Γράμμα 619: Ο Γ. Μαρίνος και οι συνήγοροι

Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 619/Σάββατο 19.03.2016
 
Ο Γ. Μαρίνος και οι συνήγοροι
 
Σε κάποιο από τα προηγούμενα φύλλα της «Εφημερίδας του Κ.Σ.Μ.» ο Λέανδρος Σλάβης σχολίασε στην στήλη «Επί το έργον, κύριε Συνήγορε!» μία από τις άπειρες όψεις της γραφειοκρατίας, αυτή που βρίσκει στο δρόμο του όποιος φτάσει στην ηλικία της ανανέωσης της άδειας οδήγησης. Μιας γραφειοκρατίας, της οποίας στοιχίζει διπλά στην ελληνική κοινωνία και οικονομία: τόσο σε απώλειες ανθρωποωρών, όσο και σε αντιπαραγωγική απασχόληση δημοσίων υπαλλήλων.
Παρότι πέρασε καιρός από τότε η απήχηση του σχολίου ξεπέρασε το περιορισμένο κοινό του εντύπου. Γιαυτό φρόντισε για μία ακόμα φορά ο ακούραστος και προσεκτικός αναγνώστης της (από τα πρώτα βήματά της εδώ και τριάντα χρόνια), ο διαπρεπής δημοσιογράφος κ. Γιάννης Μαρίνος, ο οποίος, όπως αποδεικνύεται, έβαλε το κείμενο στην άκρη και, φρόντισε να αναδείξει το θέμα μέσα από την τακτική του στήλη στο οικονομικό ένθετο «Ανάπτυξη» στο φύλλο της Κυριακής, 13 Μαρτίου 2016, της εφημερίδας «Το Βήμα».
Με αυτόν τον τρόπο ο κ. Μαρίνος απέδειξε ότι διαθέτει περισσότερη ευαισθησία από τους διάφορους θεσμικούς “συνηγόρους”, που συχνά περιορίζονται στο να θεωρητικολογούν για τα μεγάλα (και αφηρημένα) και αγνοούν τα μικρά (και πρακτικά). Και μας έδωσε κουράγιο για να συνεχίσουμε να επισημαίνουμε τα κακώς κείμενα, αφού υπάρχει μία φωνή που ενισχύει τη δική μας. Όπως το απέδειξε άλλωστε το γεγονός ότι η σχετική ανάρτηση του σχολίου του Λ. Σλάβη προσείλκυσε νέους επισκέπτες μετά το δημοσίευμα του κ. Μαρίνου πριν από μία εβδομάδα.
Τον ευχαριστούμε και του ευχόμαστε να συνεχίσει.
Όσοι αναγνώστες μας θέλουν να ανατρέξουν στο πλήρες κείμενο των δημοσιεύσεων του Γ. Μαρίνου και του Λ. Σλάβη, παρατίθενται στη συνέχεια οι αντίστοιχοι σχετικοί σύνδεσμοι:
 
 

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Γράμμα 618: Ὅταν κλείνουν ἐφημερίδες

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 618/Παρασκευή 18.03.2016
 
Ὅταν κλείνουν ἐφημερίδες
 
Οἱ φωτισμένοι ἄνθρωποι τοῦ 19ου αἰώνα ἔλεγαν, ὅτι ὅταν ἀνοίγει ἕνα σχολεῖο κλείνει μιά φυλακή.
Στίς ἡμέρες μας κλείνουν σέ πολλά μέρη ἐφημερίδες, διότι δέν ἀντέχουν τήν ἀφαίμαξη τῶν ἀναγνωστῶν πού τούς κάνει ἡ τηλεόραση καί, ἰδίως τό διαδίκτυο. Εἴτε ἡ συρρίκνωση τῶν ἐσόδων τους κάνει τούς ἰδιοκτῆτες νά τοποθετοῦν σέ ἄλλους ἐπιχειρηματικούς κλάδους τά κεφάλαια τους, εἴτε μέσω Η/Υ ἐπιδίδονται σέ μιά ἀδιάκοπη ἐκπομπή εἰδήσεων ψυχαγωγικῶν παρεμβάσεων καί διαφημίσεων, πού εἶναι ἐκεῖνες πού φέρνουν τό ψωμί.
Ἡ ἐφημερίδα γνώμης, αὐτή πού ὑποστηρίζει μιά ἰδεολογία, ἄρχισε νά πεθαίνη. Καί κινδυνεύουμε ἐμεῖς, τό κοινό, νά περιέλθουμε στήν πλήρη κυριαρχία τῶν μεγάλων συμφερόντων.

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Γράμμα 617: Τό γράψιμο στούς τοίχους

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 617/Πέμπτη 17.03.2016
 
Τό γράψιμο στούς τοίχους
 
Στά χρόνια τῆς ἐχθρικῆς Κατοχῆς μάθαμε νά γράφουμε στούς τοίχους. Διότι οἱ ἐφημερίδες καί τό ραδιόφωνο ἔγιναν μέσα προπαγάνδας τοῦ κατακτητῆ καί τά συνθήματα πού γράφαμε στούς τοίχους τίς ὧρες τήν νύχτα ἦταν προσκλητήριο σέ Ἀντίσταση.
Οἱ πρῶτοι διδάξαντες ἦταν οἱ Μπολσεβίκοι, ὅταν μιά συμμαχική στρατιά, στήν ὁποίαν περιλαμβανόταν καί ἕνα ἑλληνικό σῶμα στρατοῦ, εἶχε καταλάβει τήν νότιο Ρωσία. Τό μέσο αὐτό ἀποδείχθηκε ἀποδοτικό.
Ἡ ἐπαναφορά τοῦ γραψίματος στούς τοίχους στόν τόπο μας, τώρα πού ἡ ἐλευθερία τῆς ἔκφρασης τῶν ΜΜΕ εἶναι ἀπόλυτη, δέν ἔχει πολιτική χρησιμότητα. Εἶναι ἕνα ξέσπασμα. Καί σπανίως ἀνάμεσα στά γραμμένα ἀντικρύζεις μιά φράση πού κάτι σημαίνει. Αὐτό πού μετρᾶ μόνο εἶναι ἡ παραβίαση μιᾶς ἀπαγόρευσης. Εἶχε θεσπισθῆ ἡ ὑποχρέωση ὅλων ὅσων λερώθηκαν ἔτσι οἱ προσόψεις τῶν μαγαζιῶν καί τῶν σπιτιῶν τους, τό ἄλλο πρωϊ νά τίς παστρεύουν. Ἡ κυβέρνηση ὅμως δέν ἄντεξε νά τό ἐπιβάλη. Ἡ ὀλιγωρία της τροφοδότησε τήν αἰσιοδοξία τῶν ἀμφισβητιῶν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος γιά τήν δύναμη τους. Πού τούς ἐνθαρρύνει γιά μία ἐμφυλιοπολεμική ἐξόρμησή τους.
Ἕλληνες μέ μυαλό, γρηγορείτε.

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Γράμμα 616: Πόλεμος γιά μία λέξη

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 616/Τετάρτη 16.03.2016
 
Πόλεμος γιά μία λέξη
 
Τό κράτος (κρατίδιο τό λέγαμε παλαιότερα) εἶναι ἕνα κατάλοιπο τῆς παλαιᾶς Σερβίας, τό ὁποῖο δυσκολεύεται νά ἐπιζήση διότι περιλαμβάνει δύο συνιστῶσες μέ ἀντιτιθέμενες ἐπιδιώξεις. Τήν σλαυϊκή καί τήν ἀλβανική. Συγχρόνως ὅμως, ἡ κάθε μία ἀπό αὐτές καλλιεργοῦσε τίς ἰδιαίτερες ἐπεκτατικές της βλέψεις πρός τήν Ἑλλάδα. Στήν ἀντιμετώπιση τους σταθήκαμε ὅλοι οἱ Ἕλληνες, ἀδιακρίτως κόμματος, ἑνωμένοι.
Μιά «κακή λέξη» πού ἐξεστόμισε ἕνας ὑπουργός προκάλεσε βαθύτατη διαίρεση. Ὁ κ. Γιάννης Μουζάλας, ὑπουργός Μεταναστευτικῆς Πολιτικῆς, ἀναφερόμενος στό πρόβλημα πού ἔχει δημιουργηθῆ ἀπό τήν πλημμυρίδα τῶν μεταναστῶν ἀπό τήν Ἀσία καί τήν Ἀφρική, ἀπεκάλεσε τά Σκόπια, Μακεδονία. Παλαιότερα καί μεῖς ἔτσι τό λέγαμε χαμογελῶντας εἰρωνικά καί κάνοντας μέ τά δάκτυλά μας τό σημάδι τῶν εἰσαγωγικῶν. Ὁ κ. Γιάννης Μουζάλας δέν δικαιολογήθηκε, ὅτι εἶχε χιάσει τά δάχτυλά του χωρίς νά τό προσέξουμε. Ὁμολόγησε εὐθαρσῶς ὅτι χρησιμοποίησε ἐκ παραδρομῆς γλώσσας τήν κακή λέξη. Καί ἐζήτησε συγγνώμη γιά τήν λανθασμένη ἔκφρασή του.
Ὁ κ. πρωθυπουργός δέχθηκε πρόθυμα τήν ἐξήγηση, ἀλλά ὁ ἀρχηγός τῶν ΑΝΕΛ δέν δέχθηκε τήν διορθωτική δήλωση καί ἀξίωσε τήν ἀποπομπή ἀπό τήν κυβέρνηση τοῦ κ. Μουζάλα. Ἐκεῖ πού δέν μπόρεσε νά τήν ρίξη ἡ ἐναντίον της ἐκστρατεία τοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη, κινδυνεύει τώρα νά πέση γιά τήν χρησιμοποίηση μιᾶς ἄτυχης λέξης ἀπό ἕναν ὑπουργό.
Τό ἴδιο τό πρόβλημα τῶν μεταναστῶν πού συρρέουν στή χώρα μας καί ἐμποδίζονται νά προχωρήσουν πρός τήν χρυσότοκο βόρεια Εὐρώπη, δέν μπορεῖ νά λυθῆ μέ λόγια. Εἶναι τό συναίσθημα τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης καί ὁ ρεαλισμός τῶν μεγάλων συμφερόντων πού χρειάζονται. Καί ἡ περιοδεία στούς χώρους τῶν ἐξαθλιωμένων μεταναστῶν τῆς ὄμορφης καί ἀπέριττης Ἀντζελίνα Τζολί, ἐξέπεμψε μιά ἀκτίνα ἐλπίδας.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΡΟΖΟΚΟΚΗ: Ο Γιώργος Σεφέρης και τα ποιήματά του από το 1941-44

(ομιλία της 1ης Φεβρουαρίου 2016)
 
Ο Γιώργος Σεφέρης (29.2/13.3.1900 - 20.9.1971) είναι αναμφίβολα ένας από τους κορυφαίους νεοέλληνες ποιητές και συνάμα σπουδαίος ποιητής παγκοσμίου βεληνεκούς. Στα ποιήματά του προβάλλει ανάγλυφη η εκπληκτική ικανότητα χειρισμού της γλώσσας. Λυρικός, με βαθιά φιλοσοφημένη σκέψη, ευφυής και ευφάνταστος στο πλάσιμο εννοιών, στη διάλυση ή στον συνδυασμό λέξεων, υποβάλλει μέσα από στίχους πλήθος συναισθημάτων.
Τρία βασικά χαρακτηριστικά συνθέτουν τη μορφή του: αστικός βίος, επαγγελματική διπλωματία και ποιητικό ταλέντο. Το 1914, με το ξέσπασμα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, η οικογένεια Σεφεριάδη μετοικεί από τη Σμύρνη στην Αθήνα· έτσι δεν βιώνει από πρώτο χέρι τη μικρασιατική καταστροφή. Ο πατέρας του, Στυλιανός Σεφεριάδης, υπήρξε καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στο Παν/μιο Αθηνών, Πρύτανης και Ακαδημαϊκός. Γαμπρός του ο πανεπιστημιακός καθηγητής, πολιτικός και Ακαδημαϊκός Κων/νος Τσάτσος. Ο Γιώργος μετά την αποφοίτησή του από τη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή (1917) γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Παν/μίου Αθηνών, σπούδασε νομικά και «πολλή λογοτεχνία» στο Παρίσι (1918-24) και στο Λονδίνο (1924-25). Εν συνεχεία διορίσθηκε «ακόλουθος» στο Υπουργείο Εξωτερικών (1927) και μέχρι το 1962 που συνταξιοδοτήθηκε, διετέλεσε Υποπρόξενος και Προϊστάμενος Γενικού Προξενείου στο Λονδίνο (1931-34), Πρόξενος στην Κορυτσά (1936-38), Προϊστάμενος της Δ/νσης Εξωτερικού Τύπου στη Αθήνα (1938), Διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα και Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού (1945-46), Σύμβουλος στην Ελληνική Πρεσβεία της Άγκυρας (1948-50), του Λονδίνου (1951-1952), Πρέσβης της Ελλάδας στη Βηρυτό (1953-56), Δ/ντής της β΄ Πολιτικής Δ/νσης του Υπουργείου Εξωτερικών (1956-57), και τέλος Πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο (1957-62).
Έζησε μια άνετη ζωή, χωρίς στερήσεις, στους ανώτερους πνευματικούς και πολιτικούς κύκλους της κοινωνίας· κάθε φορά είχε την τύχη ή τη δυνατότητα την κρίσιμη στιγμή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο καταστροφής. Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940/41 υπηρέτησε ως υπάλληλος στις υπηρεσίες λογοκρισίας του Τύπου στην Αθήνα. Η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα (27.4.1941) τον βρίσκει στη Κρήτη· όταν στις 20 Μαΐου 1941 πέφτουν οι πρώτοι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στο νησί, ο Σεφέρης βρίσκεται ήδη στην Αλεξάνδρεια. Επιστρέφει στην Αθήνα στις 22.10.1944, δέκα μέρες μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής στην Ελλάδα εργάζεται στην Ελληνική Πρεσβεία της Ν. Αφρικής (1941-42) και στη Δ/νση Τύπου & Πληροφοριών του Καΐρου (1942-44). Όταν ο Ρόμελ φτάνει με τον στρατό του έξω από την Αλεξάνδρεια τον Ιούνιο του 1942, οι περισσότεροι Έλληνες αξιωματούχοι και πολιτικοί (μαζί τους ο Γιώργος και η Μαρώ) διαφεύγουν στα Ιεροσόλυμα μέσω Σουέζ· με το που περνά ο κίνδυνος, επιστρέφουν στο Κάιρο.
Το 1960 αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας Φιλολογίας στο Καίμπριτζ, το 1961 λαμβάνει το βραβείο Foyle και το 1963 το Νόμπελ λογοτεχνίας. Ακολουθούν οι τίτλοι: επίτιμος διδάκτορας του Παν/μίου Θεσσαλονίκης και του Παν/μίου Οξφόρδης (1964), επίτιμος διδάκτορας του Παν/μίου του Princeton (1965), επίτιμο μέλος της American Academy of Arts and Sciences (1966), εταίρος του Institute for Advanced Study του Princeton (1968), μέλος της American Academy of Arts and Letters & The National Institute of Arts and Letters (1971).
Σε αρκετά ποιήματα και σε άφθονα χωρία των πεζών του ο Σεφέρης κρίνει συμπεριφορές ή χειρισμούς πολιτικών προσώπων της εποχής του, τους οποίους γνώρισε καλά λόγω επαγγέλματος. Τις περισσότερες φορές είναι δριμύς, ψογερός, πλουσιοπάροχα ειρωνικός· ελάχιστες οι φορές που θα εκφρασθεί θετικά για κάποιον πολιτικό (π.χ. εκτιμούσε τον Γ. Καρτάλη, με τον Π. Κανελλόπουλο έγινε φίλος· τον θεωρούσε διορατικό πολιτικό αλλά έψεγε την τακτική του ως επιπόλαια οχλαγωγική, Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σσ. 70-71). Αντίθετα απ’ ό,τι στα πεζά, στα ποιήματα η κριτική εμφανίζεται συγκαλυμμένη καθώς χρησιμοποιεί αλληγορίες, μεταφορές, συμβολισμούς, κ.λπ. («Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές / είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα», Τελευταίος σταθμός).
Στο Υστερόγραφο (Πρετόρια, 11.9.1941) σκιαγραφεί πικρόχολα τον Εμμανουήλ Τσουδερό και τον περίγυρό του: «Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα / και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια. Κύριε, όχι μ’ αυτούς, η φωνή τους / δε βγαίνει καν από το στόμα τους. / Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια». Μέσα σ’ αυτό τον περίγυρο βρίσκεται κι ο ίδιος («Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;», Η μορφή της μοίρας 1.10.1941). Στο Kerk Str. Oost, Pretoria, Transvaal θ’ αποκαλέσει τον Τσουδερό «Ονοκρόταλο Πελεκάνο» που έχει «ένα ύφος τσαλαπατημένου πρωθυπουργού / στο ζωολογικό κήπο του Καΐρου». Το ποίημα γράφεται τον Οκτώβριο του 1941 όταν η Ελλάδα στενάζει κάτω από τριπλή κατοχή, και η πείνα στις μεγάλες πόλεις (ιδίως Αθήνα) έχει αρχίσει να θερίζει· οι εκτελέσεις από τους Γερμανούς αποτελούν καθημερινό φαινόμενο. Ο ποιητής περνά τις μέρες του ειδυλλιακά, ήρεμα και μ’ ευμάρεια στο «Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς / του πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια / ναρκωμένο βαθιά». Οι τζακαράντες, τροπικά δένδρα με μωβ λουλούδια, λικνίζουν τους κλώνους τους στο απαλό φύσημα του αγέρα «παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας» ενώ ρίχνουν «γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι». Γυαλιστερά τ’ αυτοκίνητα της ελληνικής πρεσβείας και «στο τέλος του δρόμου», τον περιμένει «δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του / ο ασημένιος φασιανός της Κίνας / ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος». Νυχθημερόν περισφιγμένος στα ωραία πλοκάμια της ευδαιμονίας ο Σεφέρης παρασύρεται λοιπόν σαν ένας άλλος Τανχόυζερ στα κατάβαθα του πύργου της Αφροδίτης, περνώντας μέρες αμαρτωλής αργίας.
Ο ποιητής θαυμάζει τους ανθρώπους «όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα / χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους, / χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράματα». Αυτός μαζί με άλλους που αποτελούν το «υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου», κοιτάζουν «το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι / πίσω από τα καφασωτά...πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής» που άφησε πίσω της το μεθυστικό «απροσδιόριστο λίκνισμα...μιας αψηλής φοινικιάς» (Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, Κάιρο 20.6.1942). Μαζί με τους πολιτικούς άρχοντες που προσφεύγουν στην Ιερουσαλήμ, είναι «όλοι καθώς η Νεκρή θάλασσα / πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου»· εκεί «η καταφρόνια / είναι η πραμάτεια / του κανενού». Στη Νεκρή θάλασσα «δεν έχει ζωή...οχτρούς και φίλους / παιδιά, γυναίκα / και συγγενείς, / άει να τους βρεις». Αλλ’ αυτός είναι ο τόπος που τους έταξαν οι Εγγλέζοι, όπως αποκαλύπτει η επωδός του ποιήματος «This is the place, gentlemen!» (Ο Στρατής Θαλασσινός στη Νεκρή Θάλασσα, Ιούλιος 1942).
Ένα χρόνο αργότερα στους δρόμους του Καΐρου θα περπατά «με προσοχή, να μη γλιστρήσει / στις πεπονόφλουδες που ρίχνουν αδιαφόρετοι αραπάδες / ή πρόσφυγες πολιτικάντηδες και το σινάφι, / παραμονεύοντας: θα τηνε πατήσει; -δε θα την πατήσει; / Όπως μαδάς μια μαργαρίτα·/ προχωρεί / κουνώντας μιαν υπέρογκη αρμαθιά ανωφέλευτων κλειδιών... Προχωρεί πηγαίνοντας στη δουλειά του καθώς / χίλια λιμάρικα σκυλιά τού κουρελιάζουν τα μπατζάκια / και τον γυμνώνουν. / Προχωρεί, παραπατώντας, δαχτυλοδειχτούμενος, / κι ένας πηχτός αγέρας φέρνει γύρα / σκουπίδια, καβαλίνα, μπόχα και καταλαλιά» (Μέρες τ’ Απρίλη 1943, Κάιρο, Σάρια Εμάντ ελ Ντιν, 24.6.1943).
Στο ποίημα Θεατρίνοι, Μ.Α. (Αύγουστος 1943) αποκαλύπτονται οι ατέρμονες στημένες παραστάσεις της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή: «Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε / όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε / στήνουμε θέατρα και σκηνικά, όμως η μοίρα μας πάντα νικά / και τα σαρώνει και μας σαρώνει / και τους θεατρίνους και το θεατρώνη / υποβολέα και μουσικούς / στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς». Ο ποιητής παρομοιάζει την καρδιά του μ’ «ένα σφουγγάρι» που σέρνεται στον δρόμο και στο παζάρι «πίνοντας το αίμα και τη χολή / και του τετράρχη (= υποτελής ηγεμόνας) και του ληστή».
Στις 9 Αυγούστου 1943 φτάνει στο Κάιρο η «αντιπροσωπεία των βουνών», δηλ. των ελληνικών αντιστασιακών δυνάμεων: από το ΕΑΜ είναι οι Τζίμας, Ρούσος, Τσιριμώκος και Δεσποτόπουλος, από τον ΕΔΕΣ ο Πυρομάγλου, από την ΕΚΚΑ ο Καρτάλης. Στο Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ (σ. 123) ο Σεφέρης σημειώνει ότι οι Άγγλοι χαρακτηρίζουν αυτό τον ερχομό “συμπτωματικό γεγονός”. Ο ποιητής εμπνέεται απ’ τον ερχομό τους και γράφει το Ανάμεσα στα κόκαλα εδώ, όπου σχολιάζει ότι ο καθαρός αγέρας των ψηλών βουνών δροσίζει τους ξεραμένους κάμπους της Αιγύπτου· ηχεί σα μουσική από φλογέρα ή απόμακρο τύμπανο, διαπερνώντας σωρούς από κόκαλα πολιτικάντηδων. «Ψηλά βουνά, δε μας ακούτε! / Βοήθεια! Βοήθεια! / Ψηλά βουνά θα λιώσουμε, νεκροί με / τους νεκρούς!». Η «αντιπροσωπεία των βουνών» θέτει ως βασικό όρο να μην επιστρέψει ο βασιλιάς στην Ελλάδα χωρίς να έχει προηγηθεί δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος που επιθυμεί ο λαός μετά την απελευθέρωση της χώρας. Το ποίημα Αντάρτες στη Μ.Α. (Αφήγηση για τα παιδιά) διαπερνά ο σαρκασμός: «Ήσυχοι ήμασταν, ας πούμε, / εδώ που ’λαχε να ζούμε / μες στη ζέστη την ογρή / μες στη Μέση Ανατολή. / Φούσκωνε και το ποτάμι, / φούσκωναν και τα μυαλά / κι ήμασταν σαν το καλάμι / στην παχιά ακροποταμιά. / Όταν ήρθανε οι αντάρτες / με πιστόλες και με χάρτες / να ταράξουν τη ζωή μας... “Τί γυρεύουν; Τί γυρεύουν;” φώναζαν στις παροικίες... “Ποιός τους έφερε δω-πέρα / να μάς πάρουν τον αέρα;” / “Μην τους φέραν οι Συμμάχοι;” / “Αλλ’ αυτοί μας αγαπούν / και δε θέλουν την αμάχη / στους λαούς που πολεμούν / για να ζήσει η ανθρωπότη / έξω απ’ της σκλαβιάς τα σκότη”... “Αδερφέ μου, οι Ελληνάδες (= οι Ελλαδίτες) / που γλεντούν σε κάθε κρίση, / αυτοί πάλι βρήκαν κάτι / να μας κόψουν το ραχάτι.”... Οι αντάρτες σαν τον είδαν / πήγε να τους φύγει η βίδα. / Μέρα-νύχτα συζητούσαν, / μέρα-νύχτα πολεμούσαν, / για να βρούνε κάποια λύση / στης Ανατολής την κρίση / που ήταν πια μασκαραλίκι. / Μα οι Εγγλέζοι που τους θρέφαν / χωρίς να πλερώνουν νοίκι, / έπαψαν να παίζουν πρέφα / και σα να μοιράζαν κόλλυβα / τους εμάζεψαν αθόρυβα / και τους στείλανε ξανά / στα ψηλά τους τα βουνά» («Τα Περιστέρια», 5.9-24.10.1943).
Το χορικό απ’ τον «Μαθιό Πασκάλη Δεσμώτη» (Sh. Emad el Din, 6.5.1944) έχει γραφεί μ’ αφορμή την καταστολή του κινήματος των ελληνικών σωμάτων Μ.Α. από τους Άγγλους. Πρόκειται για την πρώτη φανερή ένοπλη επέμβαση των Άγγλων σε εσωτερικές ελληνικές υποθέσεις· πολλοί οι νεκροί και οι τραυματίες: τον Μάρτιο του 1944 Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες ζήτησαν την παραίτηση του Τσουδερού και τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ο Γεώργιος Β΄ προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα κάνοντας πρωθυπουργό τον Σοφ. Βενιζέλο (14 Απριλίου) ο οποίος λίγες μέρες μετά αναγκάσθηκε να παραιτηθεί, και τη θέση του έλαβε ο Γ. Παπανδρέου (26 Απριλίου). Μια από τις πρώτες ενέργειες του Παπανδρέου ως πρωθυπουργού ήταν να διώξει τον Σεφέρη από τη Δ/νση Τύπου (28 Απριλίου). Η αρνητική κριτική που ασκεί ο Σεφέρης προς τον Παπανδρέου (Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 216) ξεκινά από προσωπικούς/επαγγελματικούς λόγους. Ο ποιητής χορεύει εμπαίζοντας, και δείχνει να το απολαμβάνει. Η δηκτική χλεύη φτάνει μέχρι την αθυροστομία: «Κάτω απ’ το δέ-, κάτω απ’ το -ντρό, / κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού / ακούστη μπαμ, ακούστη μπουμ / και βρεθήκανε χεσμένοι».
Το καλό του ήθος δεν διαβρώθηκε τα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς· τον κάνει να αισθάνεται τύψεις λίγο προτού επιστρέψει σε μια καθημαγμένη από πόλεμο και κατοχή πατρίδα, εκεί όπου οι πολιτικοί δεν θα διστάσουν να εμφανισθούν ως απελευθερωτές, καρπούμενοι «το αίμα των άλλων». Η αιδώς δαγκώνει την ψυχή του ποιητή όταν συλλογίζεται τη στιγμή που θ’ αντικρίσει τους βασανισμένους από κακουχίες συμπατριώτες του. Ο Σεφέρης εκμυστηρεύεται τις τύψεις του στον Τελευταίο σταθμό (Cava dei Tirreni, 5.10.1944): «Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία...ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες, / καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του», «σε τούτη τη στερνή μας σκάλα / όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει / σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια / στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος / ήρθε η στιγμή της πλερωμής...».
Στην Cava dei Tirreni, ένα ειδυλλιακό ιταλικό «χωριουδάκι πάνω από το Σαλέρνο», έδρα των βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων, ο Σεφέρης γράφει ένα από τα πιο δυνατά ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας: Το Απομεσήμερο ενός φαύλου (7.10.1944). Η προαίσθησή του είναι βαριά ήδη από τον Αύγουστο του 1944 για «το παρανοϊκό ταξίδι στην Ιταλία (αυτό το ανεξήγητο δώρο του Churchill)», όπου «θα περάσουμε άθλιες στιγμές μ’ αυτό το μπουλούκι» (Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 258). Μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Καζέρτας (26.9.1944) η οποία όριζε τον Σκόμπι ως αρχιστράτηγο των αγγλικών και ελληνικών δυνάμεων στην Ελλάδα, ο Σεφέρης σημειώνει την 1η Οκτωβρίου: «Ο στρατηγός- βάφτισε την Cava dei Tirreni, Φάκα dei Greci» (Μέρες Δ΄ σ. 362, Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 269). Ο ποιητής με την ενόραση και τη διαύγεια τού νου που πάντοτε τον διέκριναν, προβλέπει τον επικείμενο άγριο εμφύλιο: «Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα, / τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα! / Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή, / να ’ρθούμε πρώτοι εμείς! - οι στερνοί. // Τα στερνοπαίδια και τ’ αποσπόρια / και τ’ αποβράσματα και τ’ αποφόρια / μιας μάχης που ήτανε γι’ άλλα κορμιά / για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά. // Πολιτικάντηδες, καραβανάδες, / ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες, / μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά- / τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά! // Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου / μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου· / μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή, / κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή: // το ματσαράγκα, το φαταούλα / με μπογαλάκια και με μπαούλα· / τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά / λες και την άδειασαν όλη μεμιά // σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους / όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους / ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή / που στο βραχνά του παραμιλεί. // Δες το σελέμη, δες και το φάντη / πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη / που ρητορεύεται λειτουργικά / μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά. // Μαυραγορίτες από τα Νάφια / της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια, / γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί, / λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί // στα χώματά σου τα λαβωμένα / γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα / και δεν μπορούνε χωρίς εσέ- // οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ.» (Διευκρινίσεις: κολλυβιστής = αργυραμοιβός, ματσαράγκας = απατεώνας, σελέμης = παράσιτο, φάντης = βαλές [τραπουλόχαρτο], σαν υποτρόφους: ο Σεφέρης βλέποντας το απόγευμα της 1ης Οκτωβρίου Έλληνες υπουργούς και στρατιωτικούς να φορούν ίδια ρούχα που πήραν από τη NAAFI, σχολιάζει στο Πολ. Ημερολ. Α΄ σ. 269 και στις Μέρες Δ΄ σ. 362 πως έμοιαζαν με «οικοτρόφους ενός ορφανοτροφείου που φόρεσαν καινούργια χειμωνιάτικα», Νάφια = από τ’ αγγλ. NAAFI [Navy, Army and Air Force Institute], καντίνες ή πρατήρια για μέλη των ενόπλων δυνάμεων· λειτούργησαν κι ως βασικές πηγές μαύρης αγοράς, λουφές = κέρδος χωρίς κόπο). Ο αναγνώστης μπορεί ν’ αντιληφθεί ποιοι υπονοούνται στο παραπάνω ποίημα εάν διαβάσει τις ημερολογιακές σημειώσεις του ποιητή. Εδώ θα υπογραμμίσω την αξιοθαύμαστη ικανότητα του Σεφέρη να πλάθει σωστά τη νεοελληνική γλώσσα ανάλογα με όσα επιδιώκει να εξωτερικεύσει· τούτο φαίνεται κυρίως στη μετατροπή του ρήματος ρητορεύω από ενεργητικό σε μέσο δυναμικό/περιποιητικό: ο ιεροφάντης ρητορεύεται, δηλ. ρητορεύει ενεργοποιώντας όλες τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις με σκοπό την προσωπική ικανοποίηση, ηδονή ή ωφέλεια, κι όχι το κοινό καλό!
Ολοκληρώνοντας: κάθε άνθρωπος έχει αδυναμίες κι είναι λάθος να επιζητούμε σε κάποιον την τελειότητα ή την αγιότητα. Στις Μέρες Δ΄ σ. 55 (16.4.1941) ο Σεφέρης δικαιολογείται: «Συλλογίστηκα πολύ αν θα ’φευγα μαζί τους. Ο συγχρωτισμός μ’ αυτούς τους ανθρώπους μού φέρνει σηψαιμία. Έπειτα παραδέχτηκα πως αν μείνω οι Γερμανοί θα με αχρηστέψουν απ’ την πρώτη μέρα· ο πόλεμος δεν πρόκειται να τελειώσει με τη μάχη στα ελληνικά χώματα. Αναρωτήθηκα πού θα ήμουν πιο χρήσιμος και πιο συνεπής και τ’ αποφάσισα». Ο Σεφέρης δεν επέλεξε να μπει στην αντίσταση όπως άλλοι. Η καταγωγή και η κοινωνική/επαγγελματική θέση τού προσέφεραν τη δυνατότητα διαφυγής. Εάν η ζωή του κινδύνευε τόσο πολύ απ’ τους κατακτητές, τότε πιο μπροστά, στον πόλεμο του ’40, γιατί δεν πολέμησε όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες; Γιατί απέφυγε τον κίνδυνο επιλέγοντας τη σιγουριά της Αθήνας; Η σκληρή αλλά δίκαιη κριτική που ασκεί για πολιτικάντηδες «που ήταν κίτρινοι από το φόβο τους όταν πήγαινε να ξεσπάσει η καταιγίδα, κάνουν τον παλικαρά, και κορδώνονται...τώρα που άλλοι πολεμούν και τους προστατεύουν» (Μέρες Δ΄ σ. 14, 26.1.1941) δεν γίνεται ν’ αφήσει άθικτο τον ίδιο. Ανυπόφορη γι’ αυτόν η ξενιτειά, όπως μ’ έμφαση τιτλοφορεί ένα του ποίημα, πλην όμως πολύ πιο υποφερτή από την παραμονή σε μια χειμαζόμενη πατρίδα. Από την άλλη, έχει μεγάλο δίκαιο όταν λέει ότι ο άνθρωπος «σαν έρθει ο θέρος / προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι» (Τελευταίος σταθμός).
Στον άνθρωπο Σεφέρη η σάρκα δεν ήταν εύψυχη, αλλά ήταν η συνείδησή του. Ευτυχώς που επέζησε, αφού έζησε όλ’ αυτά, και με την ευσυνειδησία που τον κατείχε, θέλησε να τ’ αφήσει παρακαταθήκη στις επερχόμενες γενιές. Ας βάλουν μυαλό οι νεώτεροι Έλληνες κι ας καταλάβουν ότι όλοι είναι χρήσιμοι σε μια κοινωνία, ότι κανείς δεν περισσεύει, αρκεί να τοποθετείται εκεί όπου είναι κατάλληλος και μπορεί ν’ αποδώσει τα μέγιστα. Διότι σε τελευταία ανάλυση, το ατομικό καλό απορρέει από το γενικό καλό.

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Από την παραγωγή στην… καταξίωση

("Νέα Αγχίαλος"/τεύχος 90/Ιανουάριος – Φεβρουάριος – Μάρτιος 2016)
 
Ιδού δύο ειδήσεις που αλιεύτηκαν με διαφορά μιας ακριβώς εβδομάδας από τις οικονομικές στήλες του ημερήσιου τύπου. Η πρώτη ανέφερε ότι: «Το χάλκινο μετάλλιο έλαβε η μπίρα [τάδε] στην κατηγορία Stout Porter Beer στο πλαίσιο του διεθνούς διαγωνισμού “Brussels Beer Challenge”. Στον διαγωνισμό συμμετείχαν συνολικά πάνω από 1.100 μπίρες από όλον τον κόσμο, οι οποίες κρίθηκαν από 75 καταξιωμένους εμπειρογνώμονες.». Η δεύτερη πληροφορούσε το κοινό πως: «Ως το καλύτερο στραγγιστό γιαούρτι 10% βραβεύτηκε το [τάδε γιαούρτι] της [γαλακτοβιομηχανίας δείνα], στο πλαίσιο του διεθνούς διαγωνισμού International Cheese Award 2015, που πραγματοποιήθηκε στην Αγγλία.».
«Τι λες, τι έγινε;» θα έλεγε ο έλληνας αναγνώστης που δεν έχει ψυλλιαστεί περί τίνος πρόκειται. «Κάθε λίγο απονέμονται βραβεία και κάθε άλλου είδους διακρίσεις σε επιχειρήσεις τις οποίες χαρακτηρίζει η υψηλή ποιότητα των προϊόντων που παράγουν ή των υπηρεσιών που παρέχουν.» θα συνέχιζε. Και θα ήταν απολύτως φυσική η αντίδρασή του να μην συνδυάσει τις δύο βραβεύσεις και να τις προσπεράσει με αδιαφορία. Οποία, όμως θα ήταν η έκπληξή του τη στιγμή που θα του επισήμανε κάποιος ότι πρόκειται για ελληνικά προϊόντα. Ασφαλώς θα αναρωτιόταν εμβρόντητος: «- Βρε, μπας και δεν πάμε τόσο χάλια;».
Ε, ναι! Δεν πάμε! Δεν πάμε, γιατί κάποιοι συμπολίτες μας αποφασίζουν να ξεφύγουν από την περιρρέουσα μιζέρια, να επιδιώξουν την “αριστεία” στον τομέα τους και να αναμετρηθούν με την διεθνή αφρόκρεμά του, αδιαφορώντας για την “ρετσινιά” που θα κολλήσει πάνω τους και θα τους αναγκάζει να αποδίδουν τα μέγιστα για να επιβιώνουν και να διατηρούν την θέση τους, αν το θέλουν, μέσα στον ανελέητο ανταγωνισμό της διεθνούς αγοράς. Και να υφίστανται, βεβαίως-βεβαίως, τον εξευτελισμό της αξιολόγησης από τους εν δυνάμει πελάτες τους. Έτσι, το επιχειρούν και επιπλέουν στον αφρό! Και μας βγάζουν όλους μας ασπροπρόσωπους, αφού «κοντά στον βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα»! Κι ας επιχειρεί συχνά η τελευταία να του κάνει χαλάστρα!
Τα ονόματά τους είναι άγνωστα στο ευρύ κοινό που προτιμά να παίζει στα δάκτυλά του τον κατάλογο με τα ονόματα κάθε τηλεπερσόνας από καταβολής ελληνικής tv. Ιδιαίτερα εκείνων που διαπρέπουν στις πιο ευτελείς εκπομπές με διόλου ευτελείς αμοιβές.
Βέβαια, αν κάποιος δεν έχει ασθενική μνήμη και το καλοσκεφτεί, θα θυμηθεί πως δεν είναι η πρώτη φορά που αναγνωρίζεται η αξία ελληνικών προϊόντων ακόμα και στις πιο απαιτητικές αγορές. Μόλις πρόσφατα δώδεκα ελληνικά κρασιά τιμήθηκαν με χρυσά μετάλλια στον πιο σημαντικό διαγωνισμού κρασιού των Η.Π.Α., τον “TEXSOM International Wine Awards”. Κάθε λίγο και λιγάκι δε ελληνικά ξενοδοχεία αναρριχώνται (μαζικά ενίοτε) στις κορυφαίες θέσεις της κατηγορίας τους. Οι επιτυχίες, μάλιστα, δεν περιορίζονται σε φυσικά προϊόντα του πρωτογενούς τομέα ή σε προϊόντα του που έχουν περάσει και κάποιο στάδιο μεταποίησης, στην ποιότητα των οποίων συμβάλλει πέρα από τον ανθρώπινο παράγοντα και ο ακαταμάχητος “θεός της Ελλάδας”, δηλαδή κυρίως κάποιοι άλλοι παράγοντες, όπως το έδαφος, το κλίμα...
Γιατί αν κάποιος δεν περιορίζει την ενημέρωσή του στα δημοφιλή “δελτία των 8” και προστρέχει στα “ψιλά” ειδικευμένων εντύπων, θα γνωρίζει ότι οι “ελληνικές εξαγωγές” δεν είναι το πιο σύντομο ανέκδοτο ακόμα και σε προηγμένους τεχνολογικούς τομείς. Το “ελληνικό γιαούρτι” – την δόξα του οποίου ζήλεψε τελευταία και το “παγωμένο γιαούρτι” – δεν είναι ο μοναδικός πρεσβευτής της χώρας στις αγορές του εξωτερικού. Και έχει περάσει προ πολλού η εποχή που η διαφήμιση του “Metaxa” στο κεντρικότερο σημείο των γηπέδων όπου διεξάγονταν οι σημαντικότεροι διεθνείς ποδοσφαιρικούς αγώνες που μετέδιδε, αραιά και που, η τηλεόραση γέμιζε υπερηφάνεια τους θεατές τους στην Ελλάδα.
Σήμερα, για παράδειγμα, τα ραντάρ των αεροδρομίων των Η.Π.Α. προστατεύονται από τους κεραυνούς με ελληνικά αλεξικέραυνα, γερμανικά υποβρύχια (και όχι μόνο) εφοδιάζονται με ελληνικές μπαταρίες, το αεροδρόμιο της πρωτεύουσας της Ινδίας εξοπλίζεται με ελληνικά ηλεκτρονικά συστήματα φωτισμού ασφαλείας, ενώ ζήτηση έχουν και τεχνολογικές εφαρμογές μικρών αφανών εταιρειών…
Στο εξωτερικό πλασάρουν ακόμα και πρότυπα προϊόντα τους ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες, ενώ ιδιαίτερα επιτυχημένη παρουσία έχει η παραγωγή παραφαρμακευτικών προϊόντων και καλλυντικών, ιδιαίτερα φυσικών. Κάποιες από τις παραγωγικές μονάδες των τελευταίων έχουν τουλάχιστον την ικανοποίηση να είναι αναγνωρίσιμες και στη χώρα τους.
Τα σύνορα περνάνε και βιομηχανίες επίπλων. Κάπου μισή ντουζίνα παραγωγοί στρωμάτων βοηθάνε τον ύπνο των ανθρώπων σ’ανατολή και δύση. Ελληνικά κοσμήματα κάνουν θραύση ως την Άπω Ανατολή. Εξάγονται μέχρι και ποδήλατα και μάλιστα ξύλινα! Μερικές, δυστυχώς λίγες πια, μονάδες φροντίζουν να θυμίζουν με τις εξαγωγές τους ότι το ελληνικό ρούχο δεν πέθανε.
Φυσικά, τον πρώτο λόγο έχει η παραγωγή επεξεργασμένων γεωργικών προϊόντων. Αλλ’όχι μόνον κάποιων παραδοσιακών, όπως οι κομπόστες φρούτων, που κατέχουν σε ορισμένες περιπτώσεις ηγετική θέση στην παγκόσμια αγορά. Μέχρι και φυστικοβούτυρο “made in greece” εξάγεται. Ενώ σε εξήντα χώρες τρώνε ελληνικό χαλβά! Μπισκότα δε και συναφή σκευάσματα έχουν βρει τη θέση τους σε ράφια σούπερ-μάρκετ μέχρι το Μεξικό. Μπύρες των ανά την χώρα μικρο-ζυθοποιιών σερβίρονται σε pub του Λονδίνου (και όχι μόνον). Χώρια που άλλα τοπικά προϊόντα προσέγγισαν τον καταναλωτή σε ολόκληρη την επικράτεια κι ακόμα παραπέρα χάρη στην επιμελημένη τυποποίησή τους και στην ελκυστική συσκευασία τους. Και η χώρα παράγει εξωτικά “πράματα και θάματα”: από εδέσματα με βάση κρέας ιθαγενών στρουθοκαμήλων ως πούρα!
«Τότε γιατί δεν βλέπουμε θεού πρόσωπο;», θα συνέχιζε ο έκπληκτος πληροφοριοδέκτης. Είναι απλό: όλα αυτά είναι καλά, αλλά… λίγα! Δεν φτάνουν γιατί αυτά που εισάγονται στη χώρα είναι περισσότερα. Και, συχνά, καλύτερης ποιότητας με συνέπεια τα ντόπια προϊόντα να μένουν στα αζήτητα.
«Και τι πρέπει να γίνει;». Ε, δεν χρειάζεται και πολύ (αμπελο)φιλοσοφία. Πρώτα απ’όλα η προστιθέμενη αξία των προϊόντων υψηλής ποιότητας να προστίθεται στην Ελλάδα (και να μην πλουτίζουν, για παράδειγμα, στην Ιταλία με το ελληνικό λάδι). Κυρίως, όμως, να παραχθούν περισσότερα προϊόντα και, μάλιστα, πρώτης διαλογής. Το «bon pour lOrient» των παππούδων μας και των προπάππων μας έχει πια θέση μόνο «στο χρονοντούλαπο της ιστορίας». Κάποιοι το ξεπέρασαν και δείχνουν τον (ενδεδειγμένο) δρόμο. Ίσως, γιατί τους έπεισαν τα λόγια του δεύτερου νομπελίστα της χώρας, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, έκανε τα λόγια πράξη και κανείς δεν θα μπορούσε να του καταλογίσει: «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις!». Είχε, λοιπόν, γράψει ο μεγάλος ποιητής: «… μέτρο στις κρίσεις μας αυτές… δεν έχουμε το δικό μας, αλλά το διεθνές επίπεδο. Και αυτό χωρίς συμβιβασμούς…». Κάποιοι λοιπόν εμπέδωσαν το μήνυμά του, κι ας μην είχαν διαβάσει την παραίνεσή του, αφού είχε γραφεί εδώ και πάνω από 65 χρόνια, κι ας μην απευθυνόταν σε αυτούς αφού περιλαμβανόταν σε μία κριτική του έργου ενός ζωγράφου. Τοις κείνου, λοιπόν, ρήμασι πειθόμενοι (εν αγνοία τους ενδεχομένως) και κόντρα στο ρεύμα της καθεστωτικής απαξίωσης της “αριστείας” προσπάθησαν και κέρδισαν το δικό τους στοίχημα. Όπως το κέρδισαν και οι στρατιές των επιστημόνων και ερευνητών που ξενιτεύτηκαν γιατί η χώρα δεν τους χωρούσε ή δεν τους ήθελε (συνέβη κι αυτό!) και στελέχωσαν τα σημαντικότερα πανεπιστήμια και τις πιο πρωτοποριακές επιχειρήσεις του κόσμου. Το στοίχημα της χώρας είναι να πυκνώσουν οι γραμμές αυτών που μένουν στην χώρα και τα καταφέρνουν. Και να σταματήσουν οι αδιέξοδες μεμψιμοιρίες, αλλά και οι τρικλοποδιές που βάζουν όσοι φθονούν «την κατσίκα του γείτονα» ή φοβούνται το “κακό” παράδειγμα που θα θίξει «τα κακώς κείμενα». Μπορεί οι κακόβουλοι μπαμπούλες του εξωτερικού να μην μας κλέψουν «τον ήλιο και το τσίπουρο», αλλ’αν αρκεστούμε στο να “λιαζόμαστε” παρέα με μετανάστες σε κεντρικές πλατείες, έστω καταναλώνοντας τσίπουρο, σε λίγο δεν θά’χουμε «στον ήλιο μοίρα».
Οι δυνατότητες υπάρχουν ακόμα και σε τομείς όπου πριν από λίγα χρόνια θα φαινόταν αδιανόητο. Στ’αλήθεια, ποιος φανταζόταν πριν από μια-δυο δεκαετίες πως ελληνικά μουσικά σύνολα (ορχήστρες μόνες τους ή με συνοδεία ελλήνων μονοδών και υπό την διεύθυνση ελλήνων αρχιμουσικών) θα ήταν περιζήτητα για ηχογραφήσεις (ακόμα και πρώτες) κλασικής μουσικής για λογαριασμό μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών;

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Γράμμα 615: Τουρκική ἐπέμβαση

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 615/Τρίτη 15.03.2016
 
Τουρκική ἐπέμβαση
 
Ὁ Ἐρντογάν ζεῖ μιά κρίση πού διαρκῶς χειροτερεύει τήν χώρα του. Ἀμφισβητίες ποικίλης προέλευσης ἐξαπολύουν αἱματηρές ἐπιθέσεις καί ἐκεῖνος τούς καταπολεμᾶ μέ ἄλλα λουτρά αἵματος. Σκοτώνονται καί ἀράδα ἄσχετοι.
Τό παλαιό φάρμακο σέ καταστάσεις ἐμφυλιοπολεμικές εἶναι ἡ σύγκρουση μέ ἕναν τρίτο. Τά Δωδεκάνησα ἐκχωρήθηκαν στήν Ἑλλάδα ἀπό τήν Ἰταλία μετά τόν Β΄ παγκόσμιο πόλεμο μέ τήν ρήτρα πώς θά εἶναι πλέον ἀποστρατιωτικοποιημένα. Στήν κατάρτιση τῆς σχετικῆς συνθήκης δέν συμμετέσχε ἡ Τουρκία, διότι ὡς ὁ «ἐπιτήδειος οὐδέτερος» εἶχε κηρύξει τήν τελευταία ὥρα τόν πόλεμο ἐναντίον τῆς Γερμανίας, ἀλλά ὄχι ἐναντίον τῆς Ἰταλίας πού εἶχε γίνει συνεμπόλεμη. Ἐξάλλου ἔκτοτε ἔγιναν μέλη τοῦ ΝΑΤΟ  καί ἡ Ἑλλάς καί ἡ Τουρκία, τῶν ὁποίων τά ἐδάφη ἀπηλλάγησαν ἀπό τούς στρατιωτικούς περιορισμούς τους.
Πολύ κακῶς ἡ Τουρκία ἀπαγόρευσε στό ἀεροπλάνο, τοῦ ὁποίου ἐπέβαινε ὁ ἕλλην πρωθυπουργός, νά ἀνεφοδιασθῆ μέ καύσιμα στήν Ρόδο καί χείριστα ἐκεῖνος συμμορφώθηκε μέ τήν τουρκική ἀπαίτηση (τί θά τοῦ ἔκαναν; Θά κατέρριπταν τό ἀεροπλάνο του;) καί τά καύσιμα γιά τήν συνέχιση τῆς πτήσης του ἀναζήτησε ἀλλοῦ.

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Γράμμα 614: Βροχερά Κούλουμα

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 614/Δευτέρα 14.03.2016
 
Βροχερά Κούλουμα
 
Νά βρέχη τήν Καθαρά Δευτέρα, νά μήν πάη ὁ κόσμος στίς ἐκδρομές καί νά πάθουν τρομακτικές ζημιές οἱ μαγαζάτορες ἀπό τήν μή πώληση τῶν ¨νηστήσιμων¨ πού εἶχαν ἀγοράσει, συνέβη πολλές φορές στό παρελθόν.
Ἐφέτος ἡ ΕΜΥ μᾶς εἰδοποίησε ὅμως ἐγκαίρως καί ἀπετράπη ἡ ταμειακή ζημιά. Γιορτάσαμε τά Κούλουμα μπροστά στούς δέκτες τῆς τηλεόρασης μας ἀλλά στενοχωρηθήκαμε, ὅτι γιά τήν ἀπόλαυση τῶν καταπληκτικῶν μεζέδων πού βλέπαμε οἱ τσέπες μας ἦταν πολύ πενιχρές.

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Γράμμα 613: Στόν Ἕβρο

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 613/Κυριακή 13.03.2016
 
Στόν Ἕβρο
 
Τό ποτάμι πού εἶναι τό σύνορό μας μέ τήν Τουρκία στό εὐρωπαϊκό ἔδαφος, κάθε ἄλλο παρά εἶναι ἀδιάβατο. Τό διασχίζουν εὔκολα τήν νύχτα ἄνθρωποι πού θέλουν νά μποῦν παράνομα στό ἔδαφος μας. Καί εἰσάγονται χωρίς ἄδεια, ὅπλα καί πυρομαχικά.
FRONTEX θέλει νά ἐνισχύση τήν συνοριακή φύλαξη. Ἡ Κυρία Χριστοδουλοπούλου θεωρεῖ, ὅτι εἶναι κυριαρχικό μας δικαίωμα νά μήν προστατεύουμε τόν ἐθνικό χῶρο μας.

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Γράμμα 612: Κοινοβουλευτικά ἤθη

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 612/Σάββατο 12.03.2016
 
Κοινοβουλευτικά ἤθη
 
Οἱ γαλαρίες τῆς Βουλῆς εἶναι συχνά γεμᾶτες παιδιά τοῦ σχολείου, πού χαιρετίζει τήν ἐπίσκεψή τους ὁ πρόεδρος τοῦ σώματος. Ἐθνοφελέστερο θά ἦταν νά ἀπαγορεύουν οἱ γονεῖς στούς μαθητές νά παρακολουθοῦν καί ἀπό τήν τηλεόραση τίς κοινοβουλευτικές συζητήσεις. Διότι ἔχει χαθῆ σ’αὐτές ἡ εὐπρέπεια. Ἀνταλλάσσονται βρισιές τῆς χυδαιότητας τῶν καταγωγίων.

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Γράμμα 611: Οἱ ὁδηγοί ἔγιναν προσεκτικώτεροι

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 611/Παρασκευή 11.03.2016
 
Οἱ ὁδηγοί ἔγιναν προσεκτικώτεροι
 
Ἡ εἰσαγωγή πολυτελῶν αὐτοκινήτων δέν ἔχει σταματήσει κι’ἄς μᾶς στοιχίζει ἀκριβά στό συρρικνωμένο ἐθνικό εἰσόδημα. Τά τροχαῖα ἀτυχήματα ὅμως ἔχουν μειωθῆ ἐντυπωσιακά, διότι ὁ πολύς κοσμάκης δέν μπορεῖ νά καλύψη τό κόστος τῆς ζημιᾶς τους.
Γιά ἄλλη μία φορά ἐπαληθεύεται τό ρητό «Οὐδέν κακόν ἀμιγές καλοῦ».

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Ετερότητα & Ετεροφοβία

(ομιλία της 22ας Φεβρουαρίου 2016)
 
Η ετερότητα στον κόσμο και στον χρόνο
Η αποδοχή του του “άλλου”, του “διαφορετικού”, του “ξένου” και των δικαιωμάτων του, καθώς και η ανεκτικότητα στα “τερτίπια” του, δεν είναι κάτι το αυτονόητο σε μία κοινωνία. Ιστορικά και χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς ως προς το πεδίο ανίχνευσης του φαινομένου υπερίσχυε κατά κανόνα μία τουλάχιστον επιφυλακτική στάση απέναντί του. Ενδεικτική έκφραση τόσο της ίδιας της διάκρισης του “άλλου” όσο και της διαχρονικότητάς της ήταν (και εξακολουθεί να είναι) η ταύτιση από πολλές πρωτόγονες φυλές των μελών τους με το “ανθρώπινο είδος”, από το οποίο αποκλείονταν (και αποκλείονται) ακόμα και οι γειτονικές συγγενείς φυλές! Σύμφωνα με μαρτυρία της Ρουθ Μπένεντικτ: «Όλες οι πρωτόγονες φυλές συγκλίνουν στην αναγνώριση αυτής της κατηγορίας των αλλογενών, οι οποίοι όχι μόνον δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες του ηθικού κώδικα που επικρατεί μέσα στα όρια του λαού των, αλλά για τους οποίους δεν αναγνωρίζεται κάποια θέση κάπου μέσα στο πλαίσιο της ανθρωπότητας. Ένας μεγάλος αριθμός ονομάτων φυλών σε κοινή χρήση, Ζούνιι, Ντενέ, Κιόβα και άλλα, είναι ονόματα με τα οποία πρωτόγονες φυλές αυτοπροσδιορίζονται και δεν είναι παρά οι τοπικοί όροι για τα "ανθρώπινα όντα", δηλαδή τους εαυτούς των. Έξω από την κλειστή ομάδα δεν υπάρχουν ανθρώπινα όντα. Και τούτο παρά το ότι από μία αντικειμενική άποψη κάθε φυλή περιβάλλεται από λαούς, με τους οποίους μοιράζεται τις τέχνες τους και τις υλικές επινοήσεις, τις εξελιγμένες πρακτικές που ανέπτυξαν με ένα αμοιβαίο πάρε-δώσε συμπεριφορών από τον έναν στον άλλο.»1. Την επιβεβαιώνει, άλλωστε, μία από τις κορυφαίες μορφές της ανθρωπολογίας που δεν θα μπορούσε επ’ουδενί να κατηγορηθεί για περιφρόνηση των “πρωτόγονων” φυλών, ο Κλωντ Λεβί-Στρως, όταν διαπίστωνε ότι: «Γνωρίζουμε ότι η ιδέα της ανθρωπότητας, που περιλαμβάνει, χωρίς διάκριση φυλών ή πολιτισμών, όλες τις μορφές του ανθρωπίνου γένους, εμφανίστηκε πολύ αργά και σε μικρή έκταση… Αλλά για μεγάλα τμήματα του ανθρωπίνου γένους και κατά την διάρκεια εκατοντάδων αιώνων, αυτή η ιδέα αγνοείται εντελώς. Η ανθρωπότητα σταματά στα όρια της φυλής, της ομιλούμενης γλώσσας και μερικές φορές του χωριού· έτσι ένας μεγάλος αριθμός λαών, που ονομάζομε πρωτόγονους, αυτοαποκαλούνται με ένα όνομα που σημαίνει "άνθρωπος" (ή μερικές φορές – θα λέγαμε ίσως με πολλή διακριτικότητα – "καλοί", "υπέροχοι", "τέλειοι") υπονοώντας ότι οι άλλες φυλές ή άλλα ανθρώπινα σύνολα ή χωριά δεν έχουν ανθρώπινες αρετές – ούτε ανθρώπινη φύση – αλλά απαρτίζονται το λιγώτερο από "κακούς", "άθλιους", "πίθηκους της γης" ή από "κόνιδες". Φθάνουν στο σημείο να στερούν τον ξένο από τον τελευταίο βαθμό ύπαρξης, κάνοντας αυτόν να μην είναι τίποτε άλλο παρά ένα "φάντασμα".»2.
Αυτό το αίσθημα μοναδικότητας ανάγεται στις αρχέγονες πρωτόγονες κοινωνίες. Σύμφωνα με τον Πιέρ Κλαστρ: «Για κάθε τοπική ομάδα οι Άλλοι είναι ξένοι: η εικόνα του ξένου επιβεβαιώνει για κάθε δεδομένη ομάδα την πίστη στην ταυτότητά της ως ένα αυτόνομο Εμείς.»3. Αυτό που άλλαξε έκτοτε είναι η προοδευτική διεύρυνση του “Εμείς” με την πληθυσμιακή αύξηση της ομάδας και την (ειρηνική ή δια της βίας) συσσωμάτωση συγγενών – γειτονικών ομάδων σ’αυτό το “Εμείς”.
Σ’αυτή την εννοιολογική περιχαράκωση οφείλεται εν πολλοίς και η στρεβλωτική εικόνα του “άλλου”, η οποία υπό ορισμένες συνθήκες οδηγεί:
= αφενός μεν σε έναν “τερατομορφισμό” στην απεικόνισή του, για τις πηγές του οποίου η Κατερίνα Στενού αναφέρει σε σχετική μελέτη της ότι: «Πολύ συχνά πρόκειται για παλιές παραδόσεις, θρύλους που γεννήθηκαν όχι από έναν εντυπωσιασμό, αλλά από έναν φόβο ή μία έκπληξη, που χάνονται στα βάθη των αιώνων, παραχωμένες στα βάθη της μνήμης, των οποίων το βαρύ και αρχαϊκό φορτίο φέρει κάθε κουλτούρα.»4,
= αφετέρου δε σε μία εκπεφρασμένη υποτίμηση έως εχθρότητα όταν εκφράζεται σε κλίμακα έθνους, όπως διαπιστώνει η Αλεξάνδρα Τηλιγάδα: «Υπάρχει, ωστόσο, και ένα αρνητικό σημείο σε αυτόν τον διαχωρισμό: η αντίληψη του "εαυτού" και του "άλλου" μπορεί εύκολα να μετατραπεί (και ιδιαίτερα στο εθνικό επίπεδο) σε έναν διαχωρισμό του "καλού" από τον "κακό", του "κατώτερου" από το "ανώτερο" και, επομένως, να επέλθει ένας αρνητικός εθνικισμός. Αυτό συμβαίνει καθώς η εθνική ταυτοποίηση με το "είδος μας" συχνά συνδέεται με την αντίθετη εικόνα του "άλλου είδους", ενός "ξένου", ενός "εχθρού", που συνήθως απειλεί τις συνήθειές μας, τα ήθη μας και τις παραδόσεις μας.»5.
Η διακριτική αντιμετώπιση του “άλλου” πήρε, λοιπόν, κατά καιρούς και κατά περιπτώσεις πολλές μορφές: από μια απλή απαξιωτική περιφρόνηση ως μία διακηρυγμένη εχθρότητα, χωρίς, ωστόσο, να καταλήγει σώνει και καλά σε ρατσιστική συμπεριφορά ή/και βιαιότητες. Η ανοχή/αποδοχή της “διαφορετικότητας”, ως ηθικό κυρίως αίτημα, ανάγεται κατά κύριο λόγο στα χρόνια του Διαφωτισμού, ενώ ως γενικής αρχής κοινωνική και πολιτική δεοντολογία προέκυψε στη Δύση, την “μικρή έκταση” που υπονοεί ο Κλωντ Λεβί-Στρως, υπό το βάρος των ενοχών της για τα πεπραγμένα της, μετά τις ρατσιστικές θηριωδίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το τέλος της αποικιοκρατίας και την θεσμική τουλάχιστον κατάργηση των τελευταίων καταλοίπων των φυλετικών διακρίσεων.
 
Η προβληματική της ανεκτικότητας
Αυτή η εξέλιξη, ωστόσο, δεν εξάλειψε ούτε τις προκαταλήψεις ούτε όλες τις εντάσεις που προκαλούνται ιδίως από τη συνύπαρξη σε μία ενιαία κοινωνική ενότητα κοινοτήτων με βασικές πολιτισμικές διαφορές. Από αυτήν την συμβίωση εκπηγάζουν προβλήματα που δεν οφείλονται αποκλειστικά – ενδέχεται δε ούτε κατά κύριο λόγο – σε έλλειψη ανεκτικότητας και καλής θέλησης για κατανόηση στη μία πλευρά. Αντίθετα, προκύπτουν ως αποτέλεσμα πρόκλησης οχλήσεων ή αδυναμίας κατανόησης, λόγω (ακόμα και ριζικά) διαφορετικών αξιακών αρχών μεταξύ των κοινοτήτων, ασύμβατων ρυθμών και κανόνων διαβίωσης, αδυναμίας επικοινωνίας και άλλων αιτιών ή, απλά, αφορμών.
Ένα από αυτά, για παράδειγμα, είναι το θέμα της ισονομίας. Αν θεωρηθεί ισχυρή η άποψη του Τζέφφρεϋ Στουτ ότι: «Οι κανόνες, σύμφωνα με μία εξπρεσσιβιστική σύλληψη, είναι δημιουργήματα της κοινωνικής εξέλιξης κατά την οποία τα μέλη μιας κοινότητας επιτυγχάνουν αμοιβαία αναγνώριση ως υποκείμενα υπόλογα για τις πράξεις τους και τις ενέργειές τους.»6, όσο ευκταίο και αν είναι για ορισμένους, δεν είναι εφικτό να υπόκεινται συνολικά σε διαφορετικά νομικά καθεστώτα (για παράδειγμα άλλα στο ρωμαϊκό δίκαιο, άλλα στην ισλαμική σαρία και άλλα σε κάποιο άλλο δικαιικό σύστημα) – δηλαδή να είναι υπόλογα με βάση διαφορετικούς κανόνες – άτομα που συμβιώνουν στο εσωτερικό μιας κοινότητας, χωρίς παρενέργειες και πιθανό κλονισμό της κοινωνικής συνοχής. Δεν θα είναι βιώσιμη μία κοινωνία, στην οποία η διεκδίκηση του “δικαιώματος στη διαφορά” θα καταλήξει στην κατίσχυση της “διαφοράς στα δικαιώματα”! Είναι δυνατόν, λόγου χάριν, σε μία κοινωνία όπου η μονογαμία αποτελεί θεσμό, να επιτραπεί η πολυγαμία σε μία μειονότητα, επειδή την αναγνωρίζει το δίκαιο της χώρας προέλευσης;  Ή να επιτραπεί να γίνεται επίκληση (και αποδοχή) των ανοχών (και απαγορεύσεων) ενός ριζικά ετεροειδούς εθιμικού δικαίου για την απο-ενοχοποίηση κολάσιμων (τουλάχιστον για την ιθαγενή ή/και πλειοψηφική μερίδα της κοινότητας) πράξεων, όπως, για παράδειγμα, τα περιβόητα “εγκλήματα τιμής”; Η κοινωνία ως θεσμικό σύστημα θα κατακερματισθεί σε επιμέρους κοινότητες, κάθε μία από τις οποίες θα ζει με τους δικούς της ρυθμούς, με τις δικές της πρακτικές κ.λπ., που δεν αποκλείεται να θέλει να εφαρμόζει και σε άτομα μιας άλλης κοινότητας με διαφορετικές πεποιθήσεις σε περιπτώσεις αλληλεπίδρασης και κοινής εμπλοκής. Όπως έχει γράψει σχετικά ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: «Από τη στιγμή που η αξία “διαφορά” αντικαθιστά την αξία “ομοιογένεια” και η αξία “πολυπολιτισμός” την αξία “μονοπολιτισμός”, το σύνολο των συντεταγμένων της κοινωνικής οργάνωσης τίθεται σε αμφισβήτηση.»7. Και, ας συμπληρωθεί, το μόνο κοινό που επιβιώνει σε αυτή την κοινωνία ή κοινότητα είναι ο γεωγραφικός χώρος της συγκατοίκησης.
 
Η υπονόμευση της κοινωνίας
Σε ένα, λοιπόν, περιβάλλον κατακερματισμού αυτής της φύσης ένα άτομο θα μπορούσε αναπόφευκτα να (απαιτήσει να) αποκτήσει την ευχέρεια να ακολουθεί κατά τις επιθυμίες του τις επιταγές μιας κοινότητας – και να (απαιτεί να) κρίνεται με βάση αυτές – στο σύνολό τους ή «à la carte». Αν η αυτοθέσμιση της κοινωνίας δώσει τη θέση της στην αυτοθέσμιση των συνιστωσών της, η αναπόδραστη κατάληξη θα είναι η αυτοθέσμιση του ατόμου, δηλαδή η κατάργηση κάθε θεσμού αναφοράς. Εκτός και αν θεσμοθετηθεί η φυλετικής υφής διακριτική μεταχείρισή του ανάλογα με την καταγωγή του ή τη θρησκεία του και του απαγορευθεί η ελευθερία επιτρεπτών για συμπολίτες του επιλογών. Στην τελευταία περίπτωση, η κοινωνία δεν θα κατακερματισθεί μόνο ως θεσμικό σύστημα αλλά και ως πολιτισμική οντότητα. Δεν μπορεί να συνυπάρχει σε μία συγκροτημένη πολιτισμική οντότητα μία αξία και η αντίθετή της, η δε ισχύς της μιας ή της άλλης να επαφίεται στις εκάστοτε προσωπικές επιλογές του καθενός. Όπως λέει πάλι ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: «Αν ένας πολιτισμός που περιλαμβάνει όλες τις νοητές μορφές κοινωνικών πρακτικών, αναδειχθεί σε αντικείμενο ατομικών επιλογών, η ίδια η ιδέα ενός συγκροτημένου πολιτιστικού συνόλου χάνει το νόημά της.»8. Και τότε θα ευδοκιμήσει το φαινόμενο της πολιτισμικής αποξένωσης που έχει διαπιστώσει ήδη για τη Γαλλία ο Ζωρζ Μπενσουσάν: «Ένα ολόκληρο τμήμα της νεολαίας της πατρίδας μας αναγνωρίζει τον εαυτό της όλο και λιγότερο στην κουλτούρα μας. Η οποία καθίσταται γι’αυτό ένας ξένος πολιτισμικός κώδικας, μία νεκρή γλώσσα και όχι μόνο για κοινωνικούς λόγους.»9. Μάλιστα, αυτή η κουλτούρα αποξενώνεται τόσο από τους γηγενείς, στους οποίους δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν ανταποκρίνεται στην ιδέα που έχουν καλώς ή κακώς για την ταυτότητά τους, όσο και στους επήλυδες, οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι το δικαίωμα διατήρησης της ιδιαιτερότητάς των τους απομονώνει από το ευρύτερο περιβάλλον τους και τους εγκλωβίζει σε έναν στενό εσωστρεφή κύκλο.
Σε αυτή δε την περίπτωση καθίσταται προβληματική και η πρακτική έκφραση της κοινωνικής συνοχής: η κοινωνική αλληλεγγύη. Όπως διαπιστώνει και η Μιλένα Ντοΰτσεβα: «η αλληλεγγύη και η ανομοίωση δεν συνυπάρχουν ανέφελα· όσο οι εθνικές πολιτικές στέκονται στις διαφορές ανάμεσα στους πληθυσμούς μειώνεται η προθυμία των μελών της κοινωνίας να υπομένουν τις θυσίες που επιβάλλει η εθνική αλληλεγγύη.»10. Κατ’αναλογίαν, όσο προκαλούνται τριβές μεταξύ των πληθυσμιακών ομάδων, τόσο αμβλύνεται η προθυμία συμμετοχής μιας πληθυσμιακής ομάδας στην αντιμετώπιση προβλημάτων που πλήττουν μία άλλη ομάδα. Είναι δε προφανής η κατάληξη αυτής της εσωστρέφειας: το χάσμα ανάμεσα στις ομάδες με τα λιγότερα προβλήματα και στις ομάδες με τα περισσότερα, ο φθόνος και η αντιπαλότητα, η αντιζηλία κ.λπ. Και τελικά μία πιθανή σύγκρουση.
 
Η πρόκληση αντιδράσεων
Πέρα, όμως, από τον κλονισμό της κοινωνικής συνοχής θα αναφυόταν και πρόβλημα αντιδράσεων σε πρακτικές (κυρίως) μειονοτήτων, οι οποίες προκαλούν στην καλύτερη των περιπτώσεων δυσφορία. Γιατί μπορεί απλά ξενοφανή εθιμικά στοιχεία να μην σκιάζουν τις σχέσεις κοινοτήτων που συμβιώνουν, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο στην περίπτωση προσβολής αξιακών στοιχείων. Η πεποίθηση της ανωτερότητας του αξιακού συστήματος μιας κοινότητας είναι βαθύτατα ριζωμένη στα μέλη της και είναι δύσκολη η ανοχή αξιακών στοιχείων και πρακτικών που την προσβάλλουν. Υπερισχύει ο “εθνοκεντρισμός”, ο οποίος, κατά τον Ουΐλλιαμ Γκραίηχαμ Σάμμερ: «Προσδιορίζει τη συμπεριφορά ανθρωπίνων ομάδων, οι οποίες κρίνουν τα κοινωνικά καμώματα των άλλων ομάδων σε συνάρτηση με τις δικές τους παραστάσεις και πιστεύουν ότι ο δικός τους τρόπος ζωής είναι καλύτερος από αυτόν των άλλων.»11.
Ο Σάμμερ στην ουσία επαναλαμβάνει τον Ηρόδοτο, που διαπίστωνε με αφορμή το περιστατικό με τις αντιδράσεις Ελλήνων και Καλλατίων Ινδών, τους οποίους ο Δαρείος είχε φέρει αντιμέτωπους, τους μεν πρώτους με έθιμα των δεύτερων (φάγωμα νεκρού πατέρα), τους δε δεύτερους με έθιμα των πρώτων (καύση νεκρού πατέρα), με επακόλουθο τη φρίκη και την αμοιβαία αποστροφή: «Γιατί, αν οποιοσδήποτε ζητούσε από όλα τα έθνη του κόσμου να διαλέξουν ποιους νόμους θεωρούν πιο σωστούς, αναπόφευκτα, μετά από προσεκτική σκέψη, θα προτιμούσε ο καθένας αυτούς της πατρίδας του. Όλοι ανεξαιρέτως πιστεύουν ότι τα δικά τους ήθη και έθιμα είναι τα καλύτερα· έτσι, είναι απίθανο να περιγελά κανείς αυτά τα πράγματα εκτός και αν είναι τρελός. Υπάρχουν άφθονες αποδείξεις ότι αυτό είναι καθολικό αίσθημα για τα αρχαία έθιμα της πατρίδας ενός ανθρώπου. (Ε γάρ τις προθείη πᾶσι νθρώποισι κλέξασθαι κελεύων νόμους τούς καλλίστους κ τν πάντων νόμων, διασκεψάμενοι ἄν λοίατο καστοι τούς ωυτν οτω νομίζουσι πολλόν τι καλλίστους τούς ωυτν νόμους καστοι εναι. Οὐκ ὧν οικός ἐστι ἄλλων γε μαινόμενον ἄνδρα γέλωτα τά τοιατα τίθεσθαι. ς δέ οτω νενομίκασι τά περί τούς νόμους ο πάντες ἄνθρωποι,)»12.
Βέβαια, έκτοτε, ακόμα και από την εποχή του Σάμμερ, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι και οι αντιδράσεις που προξενεί το αλλογενές έχουν σε γενικές γραμμές αμβλυνθεί, αν δεν έχουν ξεπεραστεί σε ορισμένες περιπτώσεις και υπό ορισμένες συνθήκες. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι αναιρέθηκε πλήρως το πρόβλημα, καθώς εξακολουθούν να υφίστανται ήθη, έθιμα, πρακτικές κ.ά. που δύσκολα θα γίνονταν ανεκτά, όχι πάντοτε αδικαιολόγητα, από ορισμένες κοινωνίες. Λόγου χάριν από τις δυτικές, η αναφορά στις οποίες δεν σημαίνει ότι μόνο σε αυτές ενδημεί το πρόβλημα, γιατί ανάλογες απορρίψεις, ενίοτε και εντονότερες, υφίστανται και αλλού. Απλά, αφενός μεν τα παραδείγματα από τις δυτικές κοινωνίες γίνονται ευκολότερα κατανοητά, αφετέρου δε ο ψόγος για ελλιπή ανεκτικότητα διατυπώνεται κατά κανόνα και με περισσή επιπολαιότητα ή/και μεροληψία σχεδόν αποκλειστικά εναντίον τους. Ποια από αυτές, λοιπόν, θα έπρεπε – ή θα μπορούσε – να ανεχόταν, για παράδειγμα, να απαγορεύεται η εκπαίδευση ενός κοριτσιού, που μετά από λίγο θα γίνει πολίτης της χώρας, επειδή ανήκει σε μία κοινότητα αφγανών ή πακιστανών ταλιμπάν; Ποια θα έπρεπε να επιτρέπει την δια λιθοβολισμού εκτέλεση μιας μοιχαλίδας επειδή το απαιτεί το πάτριο δίκαιο της σαουδαραβικής φαμίλιας της; Ποια δεν θα ένιωθε αποτροπιασμό από τον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων (κλειτοριδεκτομή) ενός θηλυκού βρέφους ή κοριτσιού κατά τα έθιμα μιας αφρικανικής μειονότητας; Ποια δεν θα αντιδρούσε με το κάψιμο μιας ινδής χήρας μαζί με την σορό του συζύγου της; Ένας πλήρης κατάλογος με ερωτήματα για ανάλογα επίμαχα θέματα θα ήταν μακρύς. Προφανώς, πάντως, θα μπορούσαν να παρατεθούν και αντίστοιχα ερωτήματα για δυτικές πρακτικές που απορρίπτονται από μη δυτικές κοινωνίες.
Κάθε λοιπόν δυτική κοινωνία αναγκάζεται, όπως και κάθε άλλη κοινωνία, να προστατεύσει τη συνοχή της και την κοινωνική ειρήνη περιορίζοντας την ελευθερία άσκησης πρακτικών που «σ’άλλη γη, σ’άλλα μέρη» δεν ενοχλούν. Ο περιορισμός, ωστόσο, δεν είναι απλή υπόθεση. Είναι λεπτό θέμα. Θα προσκρούσει, πέρα από την απογοήτευση των κοινοτήτων που θα αισθανθούν ότι στερούνται το δικαίωμα ελεύθερης και ακώλυτης άσκησης απόλυτα θεμιτών για τις ίδιες πρακτικών κ.λπ., και στη χάραξη της διαχωριστικής γραμμής, για τα σημεία διέλευσης της οποίας θα υπάρχουν αποκλίνουσες απόψεις ανάλογα με τις ατομικές ευαισθησίες του καθενός.
 
Το παράδειγμα της ισλαμικής ενδυμασίας
Από αυτή την άποψη είναι ενδεικτικό το πρόβλημα που θέτουν οι διάφορες μορφές της ισλαμικής γυναικείας ενδυμασίας (τσαντόρ, μπούρκα, νικάμπ κ.ά.) που, επιφανειακά, δεν (θα έπρεπε να) αποτελεί παρά μία ανάξια λόγου παρωνυχίδα. Είναι θρησκευτικό σύμβολο ή τοπική ενδυμασία και, ως εκ τούτου, δικαιολογείται ό όχι η απαγόρευσή του; Είναι μέσο και ένδειξη σεξιστικής υποταγής, οπότε δεν έχει θέση σε κοινωνία ισότητας των φύλων; Ενδέχεται να χρησιμοποιείται ως προπέτασμα για απόκρυψη της ταυτότητας δραστών παρανομίας, με συνέπεια να μην είναι θεμιτή ως περιβολή σε δημόσιους χώρους; Οι απόψεις διίστανται και, ως εκ τούτου, δεν είναι ευχερής μία απάντηση γενικής αποδοχής.
Έτσι, η “δυτική” Σούζαν Μπακ-Μορς υποστηρίζει ότι: «Όταν μορφωμένες γυναίκες αψηφούν τους κανόνες διαλέγοντας να φορέσουν την μπούργκα, αρνούνται την οπτική ταύτιση με την εκδυτικισμένη ελίτ της οποίας αναμένεται να αποτελέσουν μέρος. Αντί για ένδειξη οπισθοδρόμησης στο αρχαϊκό παρελθόν, η επιλογή αυτή μπορεί να θεωρηθεί έκφραση δημοκρατικής αλληλεγγύης προς τους μουσουλμάνους άνδρες και γυναίκες εκτός της ελίτ, στους οποίους ποτέ δεν έφτασαν τα υλικά της δυτικού τύπου νεωτερικότητας – ενώ την ίδια στιγμή συνιστά μια ιδιαίτερη φεμινιστική κριτική στην πραγματοποίηση του γυναικείου σώματος από την πολιτιστική βιομηχανία.»13.
Ας αναφερθεί παρενθετικά ότι η θέση της Σούζαν Μπακ-Μορς δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη ή απορία όταν η ίδια διατείνεται, για παράδειγμα, ότι: «Τίποτε, μας λέει ο δυτικός ηγεμονικός λόγος, δεν διακρίνει τόσο “εμάς” από “αυτούς” όσο η έλλειψη ελευθερίας των γυναικών στις ισλαμικές κοινωνίες. Πρέπει να σημειωθεί ωστόσο ότι, αντί να φιμώνουν τη δύναμη των γυναικών, τα ισλαμιστικά καθεστώτα την υπογραμμίζουν, αναγνωρίζοντας μέσα από αυστηρούς και βίαιους περιορισμούς ότι αυτό που κάνουν οι γυναίκες είναι κρίσιμο για την κοινωνική και πολιτική τάξη. Το επιχείρημα που δικαιολογεί τους αυστηρούς κώδικες συμπεριφοράς, βασισμένο καθώς είναι στο σεβασμό προς τις γυναίκες (σε αντίθεση με τη “δυτική” εμπορευματοποίηση των γυναικών και την υποβάθμισή τους σε ρόλο σεξουαλικών αντικειμένων), ενέχει μία διαλεκτική δυναμική που μπορεί να οδηγήσει στην ίδια του την αναίρεση.»14 και «Οι γυναίκες του Ιράν, ως πρωτοπορία του προοδευτικού ισλαμισμού, επηρεάζουν αποφασιστικά τη σημερινή μεταρρυθμιστική τάση για κοινωνική φιλελευθεροποίηση.»15!
Να, όμως, τι λέει σχετικά με το ίδιο θέμα (και όχι μόνο) η ιρανή Σαχντόρτ Τζαβάν: «Θα έπρεπε να είχε ειπωθεί από καιρό ότι το σημάδεμα, “πολιτισμικό” και μέσο διάκρισης, του σώματος των ανήλικων κοριτσιών – κλειτοριδεκτομή, μαντήλα – απαγορεύεται πλήρως και ξεκάθαρα. Αυτή η απαγόρευση είναι ένα προαπαιτούμενο για κάθε συζήτηση για τον κοσμικό χαρακτήρα: τα παιδιά πρέπει να προστατεύονται και έξω από το σχολείο. Χωρίς αυτή την προστασία, τα παιδιά και τα εγγόνια των μεταναστών, με δεδομένο ότι οι συνθήκες ζωής των γονιών τους είναι δύσκολες και το καθημερινό τους περιβάλλον απωθητικό και σκληρό, αποτελούν λεία για προσηλυτισμό από τους ισλαμιστές. Είναι καθήκον των αρμοδίων να αναλάβουν την φροντίδα αυτών των ανήλικων κοριτσιών που είναι θύματα σεξουαλικών καταχρήσεων στην εφηβεία τους και να αναθέσουν την παρακολούθησή τους σε ειδικούς, αντί να συζητάνε για “τη μαντήλα στα σχολεία” με μια φούχτα ισλαμιστών. Γιατί, ας το επαναλάβουμε, το να εξαναγκάζεις τις ανήλικες να φοράνε μαντήλα, σημαίνει να κατέχεις το σώμα τους και να τις καταχράσαι σεξουαλικά, να τις προωθείς στη σεξουαλική αγορά με τον πιο ωμό τρόπο, να τις υποβάλλεις σε μία ψυχο-σεξουαλική κακομεταχείριση, έναν τραυματισμό που θα σημαδέψει για πάντα το σώμα και το πνεύμα των μελλοντικών γυναικών.»16.
Ακόμα, λοιπόν, και αν ακούσει κανείς τον «μύθον» αμφοτέρων των πλευρών δεν είναι εύκολο να «δικάσει δίκην» μόνο επί τη βάσει αυτών, χωρίς να υπεισέλθει και η ατομική κρίση και ο υποκειμενικός παράγων.
 
Η ετεροφοβία
Η παράθεση όλης αυτής της προβληματικής καταδεικνύει πόσο υπερβαίνουν τα εσκαμμένα όσοι καθ’έξιν (και, πρέπει να υπογραμμιστεί, όχι πάντοτε καλοπροαίρετα) προσάπτουν κάποια μορφή ετεροφοβίας σε εκείνους που διατυπώνουν ακόμα και απλές επιφυλάξεις σχετικά με απαιτήσεις πληθυσμιακών ομάδων ή μειονοτήτων. Η ετυμολογία της λέξης περιορίζει την ετεροφοβία στην φοβία του ετέρου, του άλλου, η οποία ενδέχεται να είναι και απόλυτα δικαιολογημένη ως αποτέλεσμα είτε επιθετικής ενέργειας ή διάθεσης είτε απειλής που προέρχεται από τον “έτερο”. Καθ’υπέρβασιν της ετυμολογίας, ως ετεροφοβία θα πρέπει να εκληφθεί ο φόβος ή/και το μίσος για το διαφορετικό (την ετερότητα) και τους φορείς του. Φόβος ή/και μίσος των οποίων η εξωτερίκευση μπορεί να πάρει μορφή από εκδήλωση απόρριψής τους έως προσφυγή σε βίαιες ενέργειες εναντίον τους. Αυτό συνεπάγεται ότι στο πλαίσιο μιας κάποιας ετεροφοβίας εντάσσονται στάσεις ή ενέργειες που παραπέμπουν σε μία απροκάλυπτη φοβία συνύπαρξης ή σε έναν έκδηλο ή συγκεκαλυμμένο επιθετικό ρατσισμό. Και όχι, προφανώς, σε μία απλή κριτική ή, έστω, σε απαγόρευση πρακτικών με αιτία ή πρόσχημα το ότι δεν συμβιβάζονται με τις αξίες που επικρατούν σε μία κοινωνία.
 
Η ιδεολογική τρομοκρατία
Αλλά εδώ υπεισέρχεται η ιδεολογική τρομοκρατία.
Με τις νέες τεχνολογίες, όταν κάποιος θέλει να διευρύνει την εμβέλεια μιας άποψης, φακελώνει το κείμενο με την άποψη, επιλέγει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τις διαδικασίες «έναρξη συγχώνευσης αλληλογραφίας» και, στη συνέχεια, «επιλογή ετικέτας» και, τέλος, δρομολογεί την διανομή.
Με τις νέες επιχειρηματολογίες, όταν κάποιος θέλει να συρρικνώσει την εμβέλεια μιας άποψης, “φακελώνει” τον εκφραστή της άποψης, επιλέγει στο συκοφαντικό οπλοστάσιο τις διαδικασίες «έναρξη αποδόμησης προσωπικότητας» και, στη συνέχεια, «επιλογή ετικέτας» και, τέλος, διαχέει την διαβολή.
Έτσι ξεμπερδεύει μια και καλή και με συνοπτικές διαδικασίες με την αντιπαράθεση. Η μεθόδευση δεν διεκδικεί δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Χρόνια τώρα προσφεύγουν στην αθλιότητα του «προσάψτε, στιγματίστε, τελειώσατε», παραλλαγής μιας παλιάς διαφήμισης απορρυπαντικού («ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε»), όσοι αντιμετωπίζουν πενία επιχειρημάτων ή αδιαφορούν γι’αυτά. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα πολυπράγμονος συγγραφέα, ο οποίος αποφαίνεται αφοριστικά για αυτούς που κρίνουν αδικαιολόγητη και ακραία την καθολική υποκατάσταση του «ως» από το «σαν»: «Η καταγγελία αυτή των δήθεν ακροτήτων της δημοτικής θέλησε να πετύχει μ’ένα σμπάρο πολλά τρυγόνια: καταγγέλλοντας δηλαδή την "ξύλινη" κομματοπαγή δημοτική, ορισμένοι χτυπούσαν και την αριστερά, και τη δημοτική, και τις οργανωμένες νεολαίες.»17! Έτσι, επειδή εξυπακούεται ότι όποιος «χτυπά και την αριστερά, και τη δημοτική, και τις οργανωμένες νεολαίες» είναι εξ ορισμού καταδικαστέος, παρακάμπτεται η ουσία της διαφοράς των απόψεων, περιττεύει η επιχειρηματολογία – για το κατά πόσο πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά περίπτωση το «ως» και το «σαν» ή να γενικευθεί (με “φετφά” των γλωσσαμυντόρων της πλέριας δημοτικής) η χρήση του «σαν» – και “δικαιώνεται” πανηγυρικά η πλευρά της άποψης που τον αντιμάχεται.
Δεν πρόκειται παρά για μία μορφή “ιδεολογικής τρομοκρατίας” και φίμωσης, μέσω αυτής, κάθε ενοχλητικού αντίλογου. «Είναι ένα ολοκληρωτικό σύστημα. Αλλά ένας ολοκληρωτισμός υποκριτικός και ύπουλος. Αποσκοπεί στην αφαίρεση του λόγου από αυτόν που αντιλέγει, ο οποίος μετατρέπεται σε ένα στόχο που πρέπει να εξοντωθεί. Χωρίς, όμως, να χυθεί αίμα: απλά με τη διάχυση των λέξεων. Των λέξεων της καλής συνείδησης. Των λέξεων των μεγάλων συναισθημάτων. Των λέξεων που σκοτώνουν.»18 επισημαίνει ο Ζαν Σεβιλιά. Και επεξηγεί: «Συνίσταται κατ’αρχήν στο να ενσταλάξει στο φαντασιακό μιας χώρας το αρχέτυπο του κακού… Στη συνέχεια, η συνηθισμένη τεχνική οδηγεί στην εξομοίωση του αντιπάλου με το αρχέτυπο του κακού. Το αποτέλεσμα αυτού του συμφυρμού είναι ριζικά αποτρεπτικό: ποιος θα διακινδύνευε να χαρακτηρισθεί, για παράδειγμα, φασίστας ή ρατσιστής; Το κατηγορητήριο μπορεί να διατυπώνεται ξεκάθαρα ή με υπαινιγμούς: κάθε αντίπαλος μπορεί να κατηγορηθεί όχι για αυτό που σκέπτεται, αλλά για τις σκέψεις που του αποδίδουν. Και, όπως επιβάλλει ο μανιχαϊσμός, στο τέλος δρομολογείται μία άλλη λογική: η δαιμονοποίηση. Δεν χρειάζεται συζήτηση για να πεισθεί ο άλλος: αρκεί ο εκφοβισμός, η καλλιέργεια ενοχών, η απαξίωση.»19. Σημειωτέον ότι η αποτελεσματικότητα μιας ιδεολογικής τρομοκράτησης αυτής της μορφής είναι πολλαπλάσια σήμερα χάρις στις δυνατότητες που προσφέρει το social bullying, δηλαδή ο εκφοβισμός μέσω των διαφόρων κοινωνικών δικτύων, άμεσος με τη διατύπωση απειλών ή έμμεσος με την διάδοση μιας απαξιωτικής εικόνας (πολύ συχνά με ψεύτικα ή κατασκευασμένα στοιχεία).
Αυτής της μορφής τρομοκρατία ζει σχεδόν μόνιμα η ελληνική κοινωνία, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο έντονα. Προδικτατορικά, για παράδειγμα, με την αλήστου μνήμης ρετσινιά του “συνοδοιπόρου” από αυτούς που είχαν αναλάβει εργολαβικά την έκφραση των νικητών του εμφυλίου και μεταδικτατορικά με την ακατάσχετη προσφυγή από την πλευρά που κινείται στον ιδεολογικό αντίποδα σε χαρακτηρισμούς όπως “χουντικός”, “φασίστας” και, πιο πρόσφατα, “νεοφιλελεύθερος”.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει κατά κόρον τελευταία και όχι μόνο στην Ελλάδα με τη γενικευμένη προσφυγή σε μομφές κάποιου είδους “ετεροφοβίας”, όπως προαναφέρθηκε, δηλαδή φοβίας του “άλλου”, του “διαφορετικού”, του “ξένου”.
 
Η περίπτωση της ισλαμοφοβίας
Από τον ορισμό της ετεροφοβίας και μόνο, λοιπόν, φαίνεται ότι η χρήση του όρου ως επιτίμησης, ιδιαίτερα στην συνηθέστερη τελευταία εκδοχή του της “ξενοφοβίας” και δη της “ισλαμοφοβίας”, καταντάει, συχνά, επιεικώς καταχρηστική. Είναι δε προφανής η σκοπιμότητα αυτής της κατάχρησης: να διευκολύνει την απαξίωση και την συνακόλουθη απόρριψη κάθε κριτικής του ισλαμισμού με την ταύτισή της και μόνο με ρατσισμό. Και να φιμώσει κάθε κριτική, ακόμα και την πιο καλοπροαίρετη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι μουσουλμάνοι έχουν υποστεί πολλά από δυτικές δυνάμεις και σε ορισμένες περιπτώσεις αντιμετωπίστηκαν (και αντιμετωπίζονται) σε δυτικές χώρες με τρόπο που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί από απαράδεκτος έως εγκληματικός. Πέρα, όμως, από το ότι σε άλλους γεωγραφικούς χώρους συνέβαινε (και συμβαίνει) ακριβώς το αντίστροφο, χωρίς να ιδρώσει το αυτί αυτών που καταφεύγουν στην κατάχρηση της μομφής για “ισλαμοφοβία”, αυτό δεν δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό ως “ισλαμόφοβης” κάθε απλής διατύπωσης αντίρρησης σε διεκδικήσεις ή συμπεριφορές ισλαμικών κοινοτήτων σε δυτικές χώρες, μόνο και μόνο επειδή δεν συνάδει με το ρεύμα της ευμενέστερης αντιμετώπισής των. Δεν ανταποκρίνεται, δηλαδή, στο μονόπλευρα καθορισμένο κατά περίπτωση “πολιτικώς ορθό”, καθιστώντας περιττή κάθε αντίκρουση με επιχειρήματα. Σε γενικές γραμμές, δεν έχει έρεισμα η χρήση του εφόσον η αντίδραση ούτε εκφράζει κυριολεκτικά φόβο για τον ισλαμισμό ούτε παρακινεί σε βιαιότητες κατά των μουσουλμάνων. «Η ξενοφοβία, ασφαλώς καταδικαστέα, έχει ανατραπεί αφελώς σε ξενοφιλία, ως εάν η ανατροπή προς το αντίθετο να ήταν προϋπόθεση “προόδου”.»20 παρατηρεί ο Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ. Και, στο όνομα της καταπολέμησης μιας (εν τινι μέτρω υποθετικής) μισαλλοδοξίας, η ξενοφοβία καταλήγει στην ανάπτυξη μίας αντίρροπης μορφής μισαλλοδοξίας, μίσους, δηλαδή απέχθειας ή και εχθρότητας, κατά της ετέρας “δόξης”, δηλαδή γνώμης ή άποψης.
Μπορεί, λοιπόν, να αιτιολογείται η απόδοση σε “ισλαμοφοβία” περιπτώσεων, όπως η αντίθεση στην κατασκευή λατρευτικού χώρου για μωαμεθανούς το θρήσκευμα με πρόσχημα τον κίνδυνο εξισλαμισμού, αλλά δεν θα συνέβαινε το ίδιο σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση απόρριψης της τιμωρίας της κλοπής με το κόψιμο του χεριού του κλέφτη. Και δεν είναι εύλογο να κατηγορηθεί κάποιος ως “ισλαμόφοβος” απλά και μόνον επειδή συμμερίζεται απόψεις (ή διατυπώνει ανάλογες σκέψεις), όπως, λόγου χάριν και μετά από έναν περιορισμένο ερανισμό, οι ακόλουθες: «Αλλά εναπόκειται να καταλάβουμε γιατί αυτές οι αδιαφιλονίκητες επιπτώσεις του Διαφωτισμού δεν είχαν ως αποτέλεσμα την αποφασιστική και περίπου αμετάκλητη μεταλλαγή του ισλάμ. Η σημερινή κατάσταση αυτών των χωρών δείχνει ότι η επιρροή του Διαφωτισμού όχι μόνο ήταν ανεπαρκής αλλά ειλικρινά απογοητευτική. Δεσποτισμός, φανατισμός, σκοταδισμός, οικονομική αθλιότητα, υπανάπτυξη, απουσία εμπεδωμένου κοινωνικού συμβολαίου: αυτή είναι η διάγνωση που τοποθετεί τις χώρες του ισλάμ μακριά από τα μαθήματα του Διαφωτισμού.»21, «Να είσαι άραβας σήμερα και να ζεις σε αραβικό χώρο, το βλέπετε, αυτό καταλήγει στο να χτυπάς το κεφάλι σου σε έναν χοντρό τοίχο εξαιτίας άλυτων προβλημάτων πολιτικής, κοινωνικής και υπαρξιακής υφής. Παρότι το χτυπάμε αρκετά, τίποτε δεν αλλάζει. Έξω από το πόσες μελανιές έχουμε στο δέρμα μας. Ωστόσο, πρέπει να συνεχίσουμε να χτυπάμε αυτόν τον τοίχο από μέσα. Είναι η μόνη μας ελπίδα.»22 και: «Το Ισλάμ και η Σαρία, των οποίων εκθειάζουν τόσο τα προτερήματα, είναι ασφαλώς ένα θαυμάσιο ανέλπιστο εύρημα, υπό την προϋπόθεση να βρίσκεσαι στην Ευρώπη, μακριά από τον νόμο της ανταπόδοσης των ίσων, μακριά από τα συνοπτικά θρησκευτικά δικαστήρια, μακριά από τις κινητές περιπόλους του Θεού που, για το τίποτε, φορτώνουν στα οχήματά τους τις γυναίκες και τις υποβάλλουν με το μαστίγωμα σε έναν σωτήριο σωφρονισμό, μακριά από αυτόν τον συρφετό των ανωνύμων, από αυτήν την λεγεώνα των απρόσωπων που, με σφιγμένες και υψωμένες τις γροθιές, καθυβρίζουν όλες τις διεθνείς αρχές.»23, τις οποίες έχουν διατυπώσει καθαρόαιμα τέκνα του ισλαμικού χώρου, δηλαδή ο Αμπντελβαχάντ Μεντέμπ, η Ζουμανά Χαντάτ και ο Νταριούς Σαγιεγκάν αντίστοιχα. Όλοι αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι ομοιοπαθείς τους (ας αναφερθούν πρόχειρα οι πιο διάσημοι από αυτούς, οι Σαλμάν Ρουσντί και Αγιαάν Χιρσί Αλί, που ζουν "τεθωρακισμένοι" και συχνά περιπλανώμενοι εξαιτίας του έπους που διέφυγε του έρκους των οδόντων τους εδώ και χρόνια), μπορούν κάλλιστα να χαρακτηρισθούν “ισλαμόπληκτοι”, αλλ’επ’ουδενί “ισλαμόφοβοι”.
“Ισλαμόπληκτος” αλλ’επ’ουδενί “ισλαμόφοβος” μπορεί να θεωρηθεί και ο αλγερινός Καμέλ Νταούντ, ο οποίος βρέθηκε στο στόχαστρο των φανατικών ισλαμιστών μετά από ένα διόλου επιθετικό άρθρο του σχετικά με τα επεισόδια στην Κολωνία, κατά τις εορτές της μετάβασης από το 2015 στο 2016, σε βάρος γερμανίδων, τα οποία είχαν αποδοθεί σε μωαμεθανούς μετανάστες-πρόσφυγες. Ο Καμέλ Νταούντ, είχε απλά αποδώσει γενικά την συμπεριφορά των τελευταίων σε πολιτισμικές διαφορές, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι: «Από τον πρόσφυγα βλέπουμε την ιδιότητά του, αλλ’όχι την κουλτούρα του. Είναι το θύμα πάνω στο οποίο οι δυτικοί προβάλλουν προκαταλήψεις, αίσθηση καθήκοντος ή ενοχής.»24 και «Ο πρόσφυγας είναι λοιπόν ένας “άγριος”; Όχι. Είναι απλά διαφορετικός και δεν μπορεί να αρκούν ο εφοδιασμός του με κομμάτια χαρτί και η προσφορά ενός ομαδικού κρεββατιού για να ξαλαφρώσεις τη συνείδησή τους. Θα πρέπει να δώσεις άσυλο στο σώμα και να πείσεις το πνεύμα να αλλάξει.»24, χωρίς μάλιστα να χαρισθεί διόλου στην ακροδεξιά εκμετάλλευση των γεγονότων! Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί, ιδιαίτερα μετά την αναδημοσίευση του κειμένου του και σε άλλα έντυπα, στη μέση των διασταυρούμενων πυρών των φονταμενταλιστών του ισλάμ και μιας κάποιας αριστεράς και να δηλώσει ότι εγκαταλείπει την δημοσιογραφία. Άμεση ήταν η αντίδραση της άλλης αριστεράς που τον παρότρυνε να μην υποχωρήσει. Έτσι, η Σαρά Ντανιέλ έγραφε σε ένα καθαρά αριστερής απόκλισης έντυπο: «Και οι διανοούμενοι, συγγραφείς όπως ο Καμέλ Νταούντ, εγκλωβίζονται ανάμεσα σε δύο πνευματικούς ολοκληρωτισμούς. Από τη μία αυτός των φονταμενταλιστών της Daesh, από την άλλη αυτών που οι επικριτές των αποκαλούν “ισλαμο-αριστεριστές”, οι οποίοι αγεληδόν φωνάζουν για ισλαμοφοβία έτσι και κάποιος αρχίζει να διατυπώνει μία κριτική ανάλυση των αρχών διαβίωσης που συνιστά ένα οπισθοδρομικό ισλάμ που εισάγεται από την Σαουδική Αραβία.»25, επιβεβαιώνοντας πλήρως, αν όχι τον στόχο, τουλάχιστον το αποτέλεσμα της ιδεολογικής τρομοκρατίας με το πρόσχημα της ισλαμοφοβίας.
Ας διευκρινισθεί ότι η κριτική συμπαράταξη με ανάλογες απόψεις και, εν γένει, κάθε κριτική ενός στοιχείου της παράδοσης του “άλλου” δεν σημαίνει φυλετική διάκριση. Όπως και η αποδοχή της ισότητας των ατόμων δεν συνεπάγεται με τη σειρά της μία πολιτισμική ισοπεδωτική αξιολογική εξίσωση, τουλάχιστον από αυτούς που δεν συμμερίζονται τα αξιακά προτάγματά τους. Όπως λέει ο Νταριούς Σαγιεγκάν: «Ο σεβασμός προς μία κουλτούρα – ακόμα και “πρωτόγονη” – και η εκπεφρασμένη αναγνώριση της συμβολής της στην ανθρώπινη γνώση δεν την αναβαθμίζουν ipso facto στην ίδια στάθμη με άλλες κουλτούρες, οι οποίες, με τον τρόπο τους, αποκαλύπτουν άλλες όψεις του είναι, άλλες οπτικές ορθότητας.»26. Αν δε αυτή η «ipso facto αναβάθμιση» δεν ισχύει για κουλτούρες στο σύνολό τους, δεν ισχύει έτι μάλλον για επιμέρους στοιχεία τους, πολλά από τα οποία είναι, μάλιστα, και αμφισβητήσιμης γνησιότητας και καθολικότητας στο εσωτερικό της κοινότητας που διέπεται από τη συγκεκριμένη κουλτούρα.
 
Η καλή προαίρεση της αριστεράς
Μετά από όλα αυτά, εύλογη θα ήταν η απορία για το πώς παρασύρονται από αυτό το ρεύμα “ξενοφιλίας” (και δη “ισλαμοφιλίας”) άτομα που έχουν γαλουχηθεί με τη δυτική κουλτούρα, ιδιαίτερα άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως “προοδευτικά” ή/και “αριστερά”, και για το τι έλξη ασκεί σε αυτά ιδιαίτερα η πιο ακραία έκφραση του ισλάμ. Ο γάλλος, αριστερός ειρήσθω εν παρόδω, ιστορικός και στοχαστής Ζακ Ζυλλιάρ δεν κρύβει τη συναφή του έκπληξη: «Εκπλήσσει η δύναμη εκφοβισμού την οποία ασκεί το ολοκληρωτικό ισλάμ σε ένα τμήμα της αριστεράς και, κυρίως, της άκρας αριστεράς, σε σημείο που εξουδετερώνει τις κοσμικές και αντιρατσιστικές πεποιθήσεις τους, οι οποίες ωστόσο είναι η τροφός της δημοκρατίας.»27. Το παράδειγμα της Σούζαν Μπακ-Μορς είναι εύγλωττο. Είναι, όντως, περίεργο (αλλ’όχι ανεξήγητο) το ότι στην αποδοχή του πολιτισμικού αυτοπροσδιορισμού ατόμων ή ομάδων ρέπουν οι ιδεολόγοι της πρόταξης του κοινωνικού σε σχέση με το ατομικό. Αυτή, όμως, η παροχή της δυνατότητας πολιτισμικής εξατομίκευσης σε συνδυασμό με το αίτημα νομιμοποίησης (με πλήρη δικαιώματα πολίτη) όλων των μεταναστών, οδηγεί σε ουσιαστική κατάλυση, σύμφωνα και με τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, όχι μόνο ενός εθνικού κράτους, αλλά και αυτής της κρατικής οντότητας (και εξουσίας). Και με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύεται μία ακόμα αντίφαση: την υποθάλπουν ένθερμα κατ’εξοχήν κρατιστές από ιδεολογική άποψη!
Μία πρώτη εξήγηση της στάσης τους είναι η (καλοπροαίρετη) αναζήτηση από άτομα, τα οποία ταυτίστηκαν κάποτε με ένα όραμα, ενός νέου οράματος, μιας σανίδας σωτηρίας και ιδεολογικής δικαίωσης μετά την απογοήτευση από την αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού. Δεν είναι, ως εκ τούτου, τυχαίο το ότι αυτός ο “μεταναστευτισμός” άρχισε να ακμάζει μετά την αυτονόμηση του πρώτου υποκατάστατου, της οικολογίας, την ανάδειξη των οικονομικών αδιεξόδων της, την ασυμβατότητά της με διάφορα σοσιαλιστικά αιτήματα και, τέλος, την αποκάλυψη των αντι-οικολογικών πρακτικών όλων λίγο-πολύ των αριστερών καθεστώτων-φάρων. «Προς το τέλος του 20ου αιώνα γεννήθηκε η μεσσιανική ουτοπία της σωτηρίας δια μέσου της μετανάστευσης, έχοντας ως συμπλήρωμα την προφητεία της αυτοκατάργησης της μετανάστευσης, όταν όλοι οι άνθρωποι θα είναι μετανάστες.»28 κατά τον Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ.
Μία άλλη εξήγηση θα μπορούσε να ήταν ένας (πάλι καλοπροαίρετος) υπερβάλλων ανθρωπισμός που απορρέει από την φιλοσοφία του «buonismo» ή «angélisme» που έχει συνεπάρει πολλούς αριστερούς. Κατά τον Ραφφαέλε Σιμόνε: «στον κόσμο των ανθρώπων – υποστηρίζει αυτή η φιλοσοφία – δεν υπάρχει τίποτε αληθινά επικίνδυνο και στραβό. Ό,τι συμβαίνει έχει καλώς, ό,τι δεν πάει ακόμα καλά θα βρει τον δρόμο του σιγά σιγά, ό,τι στράβωσε θα επιδιορθωθεί.»29. Ως εκ τούτου: «Ο μπουονιστής αρνείται να πάρει ριζικά μέτρα για να θεραπεύσει τα νέα κοινωνικά φαινόμενα ή να τους δώσει διεξόδους, ακόμα και στην περίπτωση που αυτά θα έπρεπε να φαίνονται επικίνδυνα ή να προκαλούν φόβο και να ταρακουνούν τον κόσμο (ακόμα και μέσα στο κοινό της αριστεράς).»30. Κοντολογίς, ο “μπουονιστής” προκρίνει ένα αριστερής προσέγγισης κοινωνικό «laissez faire – laissez passer»! Στην εφαρμογή του στο θέμα της μετανάστευσης «ο μπουονισμός είναι πράγματι η θεωρία του να υποδέχεσαι τα πάντα και τους πάντες, του "αφήστε να μπουν, αφήστε να κάνουν ό,τι κάνουν, αφήστε να πάρουν τον δρόμο τους", ακόμα και αν αυτό θα είχε ένα αντίτιμο (σε αταξία, ανασφάλεια, φοβία, εγκληματικότητα) που οι πολίτες δεν είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν.»31, για να αποδειχθεί συν τοις άλλοις ότι η επίκληση της φωνής του λαού είναι επιχείρημα για αυτά τα κλάσματα της αριστεράς μόνον όταν η φωνή δεν διαφωνεί με την φωνή αυτού που την επικαλείται!
Εναλλακτικά, η εφεκτική στάση τους θα μπορούσε να οφείλεται στην υπερβολική (πάντα καλοπροαίρετη) υποταγή τους στις επιταγές του “πολιτικώς ορθού”. Επιταγές, οι οποίες, με την πρόταξη της αποφυγής κρίσης – σχολίων – χαρακτηρισμών που μπορούν να θίξουν μία ομάδα ανθρώπων, ισοπεδώνουν τα πάντα, θέτουν φραγμούς στην ελεύθερη έκφραση και αποτρέπουν την ανάδειξη κακώς κειμένων, με αποτέλεσμα να μην αναδεικνύονται οι αρετές των “καλώς κειμένων”. Χώρια ή ιδίως που επιβάλλονται ουσιαστικά σε ορισμένες φωνές μόνον, ενώ οι αντίπαλές των δεν αποδέχονται την ισχύ τους. Όπως διαπιστώνει ο Κάρλο Στρένγκερ «Το πολιτικώς ορθό δείχνει να είναι όλο και περισσότερο ένα τρόπος να βάζεις αυτογκόλ, όπως λένε στο ποδόσφαιρο, και βλέπεις καθημερινά πως παραλύει την αριστερά, αλλά και πολιτικές δυνάμεις του κέντρου, όταν πρόκειται να υπερασπιστούν δυτικές αξίες.»32, εννοώντας αξίες του Διαφωτισμού, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
 
Και οι υστεροβουλίες της
Υπάρχει, ωστόσο, και μία άλλη (κακόβουλη) πιθανότητα: πίσω από το προπέτασμα ενός «buonismo» ή «angélisme» των τμημάτων της αριστεράς, στα οποία αναφέρεται ο Ζακ Ζυλλιάρ, να κρύβεται όντως ένας «μεταναστευτισμός». Όχι, όμως, ως μία νέα «μεσσιανική ουτοπία», αλλ’ως μία στρατηγική, την οποία επιβάλλει μία πολιτική υστεροβουλία με πολλαπλούς, βραχυπρόθεσμους ή/και μακροπρόθεσμους, στόχους. Στους πρώτους, τους βραχυπρόθεσμους, θα μπορούσε να ενταχθεί, για παράδειγμα, η δημιουργία (με τη συγκέντρωση μεταναστών) γκέττο, όπου θα είναι δυσχερής η άσκηση της κρατικής εξουσίας και, εκ των πραγμάτων, θα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν δραστηριότητες που δεν είναι ανεκτές σε άλλους χώρους. Από αυτήν την κατάσταση δεν θα επωφελούνται, φυσικά, μόνο μετανάστες, αλλά και κάθε είδους ομάδες που επιδιώκουν να υπονομεύσουν το δημοκρατικό πολίτευμα, οι οποίες θα καταφεύγουν εκεί για ασφάλεια και ελευθερία δράσης.
Στους ίδιους βραχυπρόθεσμους λόγους θα μπορούσαν να ενταχθούν και τα ενδεχόμενα εκλογικά οφέλη από την στροφή των πιο ευάλωτων ομάδων ψηφοφόρων προς ακροδεξιούς σχηματισμούς, την οποία θα προκαλούν η έντονη παρουσία ομάδων μεταναστών, οι τυχόν οχληρές δραστηριότητές τους και το (πραγματικό ή υποθετικό) κατά Ραφφαέλε Σιμόνε αντίτιμο που πρέπει να καταβληθεί. Ως απόρροια αυτής της στροφής, αφενός μεν λόγω του φυλλορροήματος της υποστήριξης των υπόλοιπων κομμάτων, αφετέρου δε λόγω της συστολής των συνολικών δυνάμεων του υπόλοιπου “συνταγματικού τόξου”, θα διευκολύνεται ή θα καθίσταται αναπόφευκτη η συμμετοχή της προσχηματικά “μπουονιστικής” αριστεράς σε κυβερνήσεις συνεργασίας, ενδεχομένως δε και από θέση ισχύος.
Στους δεύτερους, τους μακροπρόθεσμους, θα μπορούσε να ενταχθεί ένας ακόμα εκλογικός στόχος: εάν δεν υπάρξει κάποια δραματική ανατροπή των τάσεων που επικρατούν τα τελευταία χρόνια (και δεν τις έχει ανακόψει η οικονομική κρίση) οι (χθεσινοί, σημερινοί και αυριανοί) μετανάστες θα αποτελούν τον κύριο όγκο του προλεταριάτου του μέλλοντος, της εκλογικής δηλαδή δεξαμενής από όπου αντλεί ή αναμένει να αντλεί η συγκεκριμένη αριστερά τις ψήφους της.
Στους ίδιους θα μπορούσε να ενταχθεί και ένας άλλος πολύ πιο περίπλοκος, φιλόδοξος και ρεβανσιστικός στόχος: η παράλυση και, γιατί όχι, η αποσύνθεση από τη διαλυτική δυναμική των μεταναστευτικών κυμάτων που δεν αφομοιώνονται ή δεν ενσωματώνονται αποτελεσματικά σ’αυτήν, της φιλελεύθερης αστικής κοινωνίας, η οποία απέρριψε μέχρι τώρα ως ξένο σώμα τους εσχατολογικούς ουτοπισμούς αυτών των δυνάμεων της αριστεράς. Προοπτική εφιαλτική μεν, αλλά καθόλα πιθανή όσο το πληθυσμιακό βάρος αυτών των κυμάτων αυξάνεται με ρυθμούς που δεν επιτρέπουν καν την χωρίς κραδασμούς σταδιακή ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία και πυροδοτούν αναπόφευκτες εντάσεις. Αυτή δε η προοπτική δικαιολογεί την ανεκτικότητα μιας μερίδας της αριστεράς προς καταστάσεις ή/και συμπεριφορές, οι οποίες υπό άλλες συνθήκες θα την ερέθιζαν υπέρμετρα, αλλά και την προτίμησή της προς την πολυπολιτισμικότητα σε σχέση προς την αφομοίωση του μη γηγενούς στοιχείου: με αυτόν τον τρόπο ευνοείται η ανάπτυξη εσωστρεφών γκέττο και συντηρείται η ένταση μεταξύ των δύο πληθυσμιακών ομάδων.
Άλλωστε, δικαιώνει τόσο τους μεσοπρόθεσμους όσο και τους μακροπρόθεσμους στόχους της η κρίση ταυτότητας και οι διαλυτικές τάσεις που έχει προκαλέσει η μαζική εισροή προσφύγων και μεταναστών των μέσων της δεκαετίας του 2010 στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η οποία, σημειωτέον, ήταν κάρφος στον οφθαλμό της ευθύς εξ αρχής επειδή αποτελούσε τροχοπέδη στις επιδιώξεις της σε κλίμακα μεμονωμένου κράτους.
 
Η επιλογή της ισλαμοφιλίας
Στο σημείο αυτό θα ανέκυπτε εύλογα το ερώτημα γιατί αυτή η εκδήλωση του μεταναστευτισμού με το προκάλυμμα της “ξενοφιλίας” παίρνει τη μορφή κατά κύριο λόγο μίας “ισλαμοφιλίας”. Μία πρώτη εξήγηση είναι ότι τα σημερινά μεταναστευτικά κύματα αποτελούνται κατά κύριο λόγο από μουσουλμάνους. Μία δεύτερη το ότι οι μουσουλμάνοι μετανάστες διεκδικούν εντονότερα το δικαίωμα ανεμπόδιστης και εμφατικής άσκησης αυτών που τα συνδέουν με τη θρησκεία τους ή τα αποδίδουν σ’αυτήν, στις τάξεις τους παρατηρείται η μεγαλύτερη δυσκολία ή άρνηση ενσωμάτωσης και από αυτές τις τάξεις στρατολογούνται οι περισσότεροι αναλογικά “επαναστάτες”, “ταραξίες”, “θορυβοποιοί”, “τρομοκράτες” και λοιποί φορείς του προσφιλούς τους αντιδυτικού/αντιαστικού/αντιδημοκρατικού μίσους. Εύλογα, λοιπόν, οι συγκεκριμένες δυνάμεις του “μεταναστευτισμού” δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στην ενοχοποίηση κάθε κριτικής του ισλαμισμού με την επίκληση της “ισλαμοφοβίας”.
Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό το ότι δεν γίνεται επίκληση καμίας άλλης “ετεροφοβίας” με τόση ευκολία όσο της “ισλαμοφοβίας” ακόμα και για ταυτόσημα περιστατικά. Καμία λεκτική ή έμπρακτη “εχθροπάθεια” ισλαμιστών κατά χριστιανών ή εν γένει δυτικών δεν χαρακτηρίζεται ως “χριστιανοφοβία” ή “δυτικοφοβία”. Ποιος, για παράδειγμα, έχει αποδώσει σε “χριστιανοφοβία” την ανυπαρξία λατρευτικών χώρων για χριστιανούς σε ορισμένες ισλαμικές χώρες; Ή την απαγόρευση πρόσβασης μη μουσουλμάνων σε ορισμένους χώρους; Ή τις βίαιες ενέργειες σε βάρος ακόμα και γηγενών χριστιανών (π.χ. των αιγυπτίων Κοπτών), οι οποίοι προϋπήρξαν σε μετέπειτα μουσουλμανικά εδάφη; Ποιος έχει χαρακτηρίσει απόψεις, όπως αυτές της Σούζαν Μπακ-Μορς, ως “χριστιανόφοβες” ή “δυτικόφοβες” ή και “φεμινιστόφοβες”; Ποιος θα χαρακτήριζε “βρετανόφοβη” την απαγόρευση της κυκλοφορίας οχημάτων με τους κανόνες (κυκλοφορία στην αριστερή πλευρά του οδοστρώματος, προσπέρασμα από δεξιά) του Ηνωμένου Βασιλείου σε χώρες όπου ισχύουν οι αντίθετοι κανόνες ή “ευρώφοβη” την απαγόρευση πόσης οινοπνευματωδών σε αραβικές χώρες;
 
Η ομοφοβία
Εξίσου χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι όσοι “πιπιλίζουν” άκριτα και κατά κόρον τα περί “ισλαμοφοβίας” αποφεύγουν συστηματικά να αναφέρουν ότι, σε γενικές γραμμές, οι μουσουλμάνοι, οι στόχοι της υπαρκτής ή υποθετικής “ισλαμοφοβίας”, είναι τα πλέον επιρρεπή άτομα στο “αμάρτημα” της ετέρας “ετεροφοβίας” του συρμού, της “ομοφοβίας”!
Στην περίπτωση της τελευταίας, αντικείμενο του “φόβου” είναι τα άτομα, των οποίων οι σεξουαλικές προτιμήσεις διαφέρουν από αυτές της κατεστημένης πλειοψηφίας, δηλαδή οι ομοφυλόφιλοι αμφοτέρων των φύλων, οι αμφοφυλόφιλοι κ.λπ. Για συντομία υπάγονται σε μία κατηγορία που προσδιορίζεται από το πρώτο συνθετικό της λέξης ομοφυλοφιλία.
Και σε αυτήν την περίπτωση, η ακριβολογία επιβάλλει να θεωρούνται ομόφοβα τα άτομα που είτε φοβούνται έκδηλα τις επιπτώσεις της ύπαρξης ομοφυλοφίλων και επιδιώκουν την ενεργητική ανάσχεση της απροκάλυπτης εκδήλωσης και ικανοποίησης των προτιμήσεων αυτών, είτε δεν αποδέχονται τη δυνατότητα ύπαρξης των εν λόγω διαφορετικών σεξουαλικών προτιμήσεων και εκδηλώνουν την αντίθεσή τους με βιαιότητα (φυσική, λεκτική κ.ά.).
Με αυτό το δεδομένο είναι υπερβολική ή εκ του πονηρού η επέκταση του χαρακτηρισμού εναντίον εκείνων που τολμούν να έχουν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις σχετικά με την ικανοποίηση κάποιου από τα αιτήματα αυτών των ομάδων, όχι μόνον εφόσον αυτό δεν συνοδεύεται από εκδηλώσεις βίας ή προτροπές για άσκησή της, αλλά ακόμα και εάν τα φερόμενα ως ομόφοβα άτομα συμμερίζονται πλήθος άλλων διεκδικήσεων των ομοφυλοφίλων. Συντηρητισμός μπορεί να είναι, “ομοφοβία” όχι.
__________________________________________________________________________________
1 Ruth Benedict: «Patterns of Culture». Εκδ. Mariner Books 2005, σελ. 7. – Η Ruth Benedict υπήρξε η κορυφαία αμερικανίδα ανθρωπολόγος των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα.
2 Claude Lévi-Strauss: «Race et Histoire», ελληνική μετάφραση «Φυλές και Ιστορία». Εκδ. Μπάυρον 1973, σελ. 19-20. Ο γάλλος ανθρωπολόγος Claude Lévi-Strauss κατατάσσεται στους κορυφαίους εκπροσώπους του στρουκτουραλισμού.
3 Pierre Clastres: «Archéologie de la violence. La guerre dans les sociétés primitives». Εκδ.de l’aube, 2013. O γάλλος Pierre Clastres υπήρξε επιφανής ανθρωπολόγος-εθνολόγος.
4 Katérina Stenou: «Images de l’Autre. La différence: du mythe au préjugé». Εκδ. Seuil/UNESCO 1998, σελ. 13. Η Κατερίνα Στενού είναι συνεργάτιδα της UNESCO.
5 Αλεξάνδρα Τηλιγάδα: «Εθνική ταυτότητα, σχέση ετερότητας. Το παράδειγμα της Κύπρου» στο Δημήτρης Πλάντζος (επιμέλεια): Παγκοσμιοποίηση και Εθνική Κουλτούρα». Εκδ. Αλεξάνδρεια 2009, σελ. 70-71. Η Αλεξάνδρα Τηλιγάδα είναι Υπεύθυνη Ελληνικών Προγραμμάτων & Δημοσίων Σχέσεων του Ιδρύματος Α.Γ. Λεβέντη.
6 Jeffrey Stout: «Democracy & Tradition». Εκδ. Princeton University Press 2005, 78. Ο Jeffrey Stout είναι καθηγητής της θρησκείας. Ο “εξπρεσσιβισμός (expressivism)” είναι η θεωρία κατά την οποία οι ηθικές προτάσεις δεν περιγράφουν γεγονότα ή εκφράζουν αλήθειες, αλλά διατυπώνουν αξιολογικές κρίσεις.
7 Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: «Η επινόηση της ετερότητας». Εκδ. Καστανιώτη 2010, σελ. 107.
8 Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: στο ίδιο, σελ. 108.
9 Georges Bensoussan (συνέντευξη στον Alexandre Devecchio): «Nous assistons à l’émergence de deux peuples», στην εφημερίδα «Le Figaro» της 14ης Αυγούστου 2015.
10 Milena Doytcheva: «Le multiculturalisme», Εκδ. La Découverte 2011, σελ. 109. Η Milena Doytcheva είναι κοινωνιολόγος στο Πανεπιστήμιο Λιλ-ΙΙΙ.
11 (Αναφέρεται στο) Jean-François Mattéi: «Le procés de l’Europe». Εκδ. Presses Universitaires de France (PUF) 2011, σελ. 120. Ο William Graham Summer είναι αμερικανός εθνολόγος.
12 Ηρόδοτος: «Ιστορία». Βιβλίο Γ’ «Θάλεια» 38 (μετάφραση: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου). Εκδ. Κάκτος 1994, σελ. 84-87.
13 Susan Buck-Morss: «Thinking Past Terror. Islamism and Critical Theory on the Left», ελληνική μετάφραση «Πέρα από τον Τρόμο. Ισλάμ, Κριτική Θεωρία και Αριστερά». Εκδ. Αλεξάνδρεια 2005, σελ. 67. Η Susan Buck-Morss είναι καθηγήτρια πολιτικής φιλοσοφίας και κοινωνικής θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Cornell. Επίσης, ο όρος “πραγματοποίηση” στο απόσπασμα που παρατίθεται θα πρέπει μάλλον να διαβαστεί ως “μετατροπή σε αντικείμενο” ή “θέαση ως αντικειμένου”.
14 Susan Buck-Morss: στο ίδιο, σελ. 24.
15 Susan Buck-Morss: στο ίδιο, σελ. 25.
16 Chahdortt Djavann: «Bas les voiles». Εκδ. Gallimard 2001, σελ. 39. Η Chahdortt Djavann είναι ιρανή συγγραφέας που έχει επιλέξει να ζει στη Γαλλία.
17 Νίκος Σαραντάκος: «Γλώσσα μετ’εμποδίων». Εκδ. του Εικοστού Αιώνα 2007, σελ. 156.
18 Jean Sevilla: «Le terrorisme intellectuel de 1945 à nos jours». Εκδ. Perrin/Collection Tempus 2004, σελ. 10. – Ο Jean Sevilla είναι γάλλος συγγραφέας.
19 Jean Sevilla: στο ίδιο, σελ. 10.
20 Pierre-André Taguieff: «Ποικιλομορφία και μιγαδοποίηση: ένας γάμος με ο ζόρι». «Νέα Εστία» - Τεύχος 1841-Φεβρουάριος 2011, σελ. 207. Ο Pierre-André Taguieff είναι γάλλος φιλόσοφος, ιστορικός και διευθυντής ερευνών στο CNRS (Centre national de la recherche scientifique).
21 Abdelwahab Meddeb: «Pari de civilization». Εκδ. du Seuil 2009, σελ. 135-6. Ο Abdelwahab Meddeb είναι τυνήσιος συγγραφέας και πανεπιστημιακός.
22 Joumana Haddad: «I killed Shecherazade», γαλλική μετάφραση «J’ai tué Schéhérazade». Εκδ. Sindbad 2010, σελ. 23-4. Η Joumana Haddad είναι λιβανέζα δημοσιογράφος και συγγραφέας.
23 Daryush Shayegan: «Le regard mutilé». Εκδ. Albin Michel 1989, σελ 46. Ο ιρανός φιλόσοφος Daryush Shayegan υπήρξε καθηγητής της συγκριτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, πριν εγκατασταθεί στη Γαλλία.
24 Kamel Daoud: «Colonia. Il corpo delle donne e il desiderio di libertà di quegli uomini sradicati dalla loro terra», στην εφημερίδα «La Repubblica» της 10ης Ιανουαρίου 2016. Ο αλγερινός Kamel Daoud είναι (βραβευμένος) συγγραφέας και(;) δημοσιογράφος.
25 Sara Daniel: «L’islam et la gauche: Kamel Daoud, ne renoncez pas!», στην ηλεκτρονική σελίδα του περιοδικού «Le Nouvel Observateur» την 21η Φεβρουαρίου 2016. Η Sara Daniel είναι δημοσιογράφος. Daesh είναι το ακρωνύμια στα αραβικά του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της Ανατολής.
26 Daryush Shayegan: «La lumière vient de l’Occident». Εκδ. de l’Aube 2001, σελ 46.
27 Jacques Julliard: «L’incendie antisémite», στο περιοδικό «Le Nouvel Observateur», τεύχος 2037/20-26.11.2003.
28 Pierre-André Taguieff: «Ο μεταναστευτισμός ή η τελευταία μοιρολατρική ουτοπία των πολιτικά ορθοφρονούντων». «Νέα Εστία» - Τεύχος 1846-Ιούλιος-Αύγουστος 2011, σελ. 120.
29 Raffaele Simone: «Il Mostro Mite. Perché l’Occidente non va a sinistra». Εκδ. Garzanti gli Elefanti Saggi 2010, σελ. 65. Ο Raffaele Simone είναι διαπρεπής ιταλός γλωσσολόγος και πολιτικο-κοινωνικός στοχαστής της αριστεράς.
30 Raffaele Simone: στο ίδιο, σελ. 66.
31 Raffaele Simone: στο ίδιο, σελ. 67.
32 Carlo Strenger: «Zivilisierte Verachtung», γαλλική μετάφραση «Le mépris civilisé». Εκδ. Belfont 2016, σελ. 47. Ο Carlo Strenger είναι ελβετο-ισραηλινός φιλόσοφος και καθηγητής της ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τελ-Αβίβ.