Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Δεν είμαστε και πολλοί οι “je suis Charlie”!

("Εφημερίδα του Κ.Σ.Μ."/τεύχος 176/Φεβρουάριος 2015)
 
Η αλυσίδα των γεγονότων που ξεκίνησε με την αποτρόπαιη επίθεση ψυχρών δολοφόνων στο μικρής εμβέλειας γαλλικό σατιρικό περιοδικό «Charlie Hebdo» είχε τουλάχιστον μία θετική πλευρά: ξεσήκωσε την οργή μιας μεγάλης πλειοψηφίας του δυτικού κόσμου. Οργής που θα μπορούσε ενδεχομένως να συμβάλει στη συνειδητοποίηση της απειλής, της οποίας είναι ο στόχος, και στην αναζήτηση τρόπων αποτελεσματικής αναχαίτισής της.
Ένα από τα μελανά σημεία αυτού του ξεσηκωμού υπήρξε η πενιχρή ελληνική συμμετοχή. Αρκέστηκε σε δύο μικρές συγκεντρώσεις, κυρίως γαλλοτραφών διανοουμένων, χωρίς πλατιά συμμετοχή. Ήταν, όμως, αναμενόμενο από μια κοινωνία, η οποία, ενώ έχει πληγεί όσο λίγες από την τρομοκρατία, δεν έχει διαδηλώσει μαζικά εναντίον της ούτε μία φορά! Αντίθετα – και η σύμπτωση είναι σημαδιακή – εκείνες τις ημέρες σαράντα δικηγόροι είχαν κάνει “κατάληψη” του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη δημιουργία φυλακών υψίστης ασφαλείας για έγκλειστους τρομοκράτες και ιδιαίτερα ειδεχθείς εγκληματίες!
Λίγες δε ημέρες αργότερα η κοινωνία υπερψήφιζε το κόμμα το οποίο επαγγελλόταν, μεταξύ άλλων, την κατάργηση αυτών των φυλακών (ως έμπρακτη απόδειξη της ιδιαίτερης έγνοιας του για τους serial killers, ληστές τραπεζών και μπαχαλάκηδες του εγχώριου αντάρτικου πόλεων). Μάλιστα ο αρμόδιος υπουργός του ανήγαγε το θέμα στην πρώτη σειρά των προτεραιοτήτων του, κι ας λιμνάζουν ένα σωρό πολύ πιο σημαντικά και επείγοντα ζητήματα των αρμοδιοτήτων του!
Επιπλέον, οι συζητήσεις στα μέσα ενημέρωσης σχετικά με τα γεγονότα ανέδειξαν μία άλλη παρακμιακή πτυχή: την διάβρωση της κοινής γνώμης από την πλύση εγκεφάλου, στην οποία την υποβάλλουν από γεννησιμιού του ελληνικού κράτους οι δυνάμεις του σκοταδισμού (στον εσμό των οποίων έχουν συχνά πρωτοστατήσει δυνάμεις της δήθεν «αριστεράς και προόδου»). Η επιχειρηματολογία της συντριπτικής πλειοψηφίας των σχολιαστών περιοριζόταν στην καταγγελία των ευθυνών του δυτικού κόσμου για τις εξελίξεις. Απέπνεε την εντύπωση ότι η ευκαιρία να καταγγείλουν την Δύση υπήρξε το μοναδικό (ανομολόγητο) κίνητρο της επιφανειακής ή/και προσποιητής συντριβής τους.
Η αλήθεια είναι ότι ανάλογη επιχειρηματολογία αναπτύχθηκε και στα διεθνή φόρα, με τη διαφορά ότι εκεί αφενός μεν αναπτύχθηκε και σοβαρός αντίλογος, αφετέρου δε οι εκφραστές της ανήκαν εμφανώς σε μια απροκάλυπτα ευρωσκεπτικιστική ή αντιδυτική αριστερίστικη διανόηση.
Η επιχειρηματολογία τους δομήθηκε γύρω από δύο άξονες: αυτόν της ευθύνης της δυτικής αποικιοκρατίας και αυτόν της αδυναμίας ενσωμάτωσης ή της περιθωριοποίησης των μωαμεθανών μεταναστών στις δυτικές κοινωνίες. Αναμφισβήτητα υπάρχουν ψήγματα αλήθειας σε αμφότερους. Αλλά με τον υπερτονισμό τους και την αποσιώπηση των αδύνατων σημείων τους, συσκοτίζονται άλλες αιτίες, πολύ πιο καίριες.
Φταίει η αποικιοκρατία;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τη δυτική αποικιοκρατία την βαρύνουν ορισμένες εξόφθαλμες ευθύνες, όπως η εγκληματική αυθαίρετη χάραξη των συνόρων των κρατικών οντοτήτων που την διαδέχθηκαν, με πλήρη αδιαφορία για τους δεσμούς και τις συλλογικότητες που επικρατούσαν μεταξύ των ντόπιων πληθυσμών. Συνέπειά της ήταν η μόνιμη αμφισβήτησή των και οι συνακόλουθες εντάσεις. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτές εξωθούν τους νέους μουσουλμάνους στον τζιχαντισμό.
Η δυτική αποικιοκρατία ή κηδεμονία στον αραβομουσουλμανικό χώρο της Μέσης Ανατολής δεν διήρκεσε παρά μερικές δεκαετίες. Αντίθετα, αυτός ο χώρος είχε υποστεί εκατονταετίες οθωμανικού ζυγού, δηλαδή ναι μεν υποταγή, αλλά σε ομόθρησκους. Αλλά και η Βόρεια Αφρική υπέστη την ευρωπαϊκή επικυριαρχία αμέσως μετά από μία σαφώς διαρκέστερη τουρκική κατοχή. Κι όμως, η αραβομουσουλμανικής προέλευσης τρομοκρατία εξαιρεί από τους στόχους της τους επίγονους της οθωμανική αυτοκρατορίας, τη στιγμή, μάλιστα, που οι τελευταίοι δεν κρύβουν την πρόθεσή τους να ηγεμονεύσουν εκ νέου στην περιοχή! Επιπλέον, η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία δεν δικαιολογεί τον φανατισμό μερίδας του μουσουλμανικού στοιχείου των Βαλκανίων, το οποίο, αντίθετα, υπήρξε ο επί αιώνες κατακτητής ή συνεργός του κατακτητή των εκεί χριστιανικών πληθυσμών.
Πρόσθετα, οι απολογητές της αγνοούν ένα σημαντικό στοιχείο. Η κατάκτηση αραβικών εδαφών από δυτικούς δεν συγκρίνεται με την απρόκλητη κατάκτηση εδαφών του Νέου Κόσμου ή της Υποσαχάριας/Μαύρης Αφρικής. Υπήρξε η τελευταία φάση μιας διαμάχης που ξεκίνησε πριν από πολλούς αιώνες με τον αραβικό επεκτατισμό. Και, από αυτή την άποψη, είναι αμφίβολης αξίας και η επίκληση του τραύματος που προξένησαν οι Σταυροφορίες. Όταν ξεκίνησαν οι τελευταίες οι Άραβες ήταν οι κατακτητές και όχι οι γηγενείς των επίμαχων εδαφών. Άλλωστε, μία μερίδα των βερβερίνων, των προ-αραβικών πληθυσμών της Μαγκρέμπ, εξακολουθεί, παρά τον εξισλαμισμό της, να τους βλέπει ως επήλυδες κατακτητές.
Φταίει η ατελής ενσωμάτωση;
Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι πολυπληθείς μάζες μεταναστών βιώνουν μία τραυματική περιθωριοποίηση σε υποβαθμισμένες συνοικίες ή προάστεια-γκέττο ευρωπαϊκών πόλεων. Αισθάνονται ότι δεν έχουν μοίρα στον ήλιο της “γης της επαγγελίας” που ονειρεύτηκαν, ούτε καν ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Και η ευθύνη των κατά τόπους κυβερνήσεων για την ελλιπή αντιμετώπιση ή αγνόηση του προβλήματος είναι αναντίρρητη. Αλλά από μόνη της δεν αρκεί αυτή η εξήγηση της ριζοσπαστικοποίησης των επίδοξων ή ενεργών ακραίων ισλαμιστών.
Πρώτα-πρώτα την εξασθενούν δύο σημαντικές διαπιστώσεις: αφενός μεν η ριζοσπαστικοποίηση έχει κατά βάση ατομικό και όχι συλλογικό χαρακτήρα, αφετέρου δε περιορίζεται ουσιαστικά στο μουσουλμανικό στοιχείο του πληθυσμού. Η δεύτερη διαπίστωση ενισχύεται και από το γεγονός ότι όσοι εντάχθηκαν στις γραμμές του ακραίου ισλαμισμού χωρίς να προέρχονται από ισλαμικό περιβάλλον ή οικογένειες πιστές στον μωαμεθανισμό, πρώτα ασπάσθηκαν το ισλάμ. Την εξασθενεί και το γεγονός ότι αρκετοί από τους ακραίους ισλαμιστές προέρχονται από οικογένειες που δείχνουν να έχουν ενσωματωθεί στις τοπικές κοινωνίες και να μην αντιμετωπίζουν προβλήματα είτε με το περιβάλλον τους είτε οικονομικά.
Πρόσθετα, υπάρχουν πλείστες όσες αποδείξεις ότι σε αυτές τις ευαίσθητες περιοχές λειτουργούν, συχνά με νόμιμο προκάλυμμα, δίκτυα και κέντρα προσηλυτισμού στον ακραίο ισλαμισμό, τα οποία επιλέγουν τους στόχους τους ανάμεσα στα εν δυνάμει πιο ευάλωτα στην προπαγάνδα τους άτομα. Μάλιστα, είναι κοινό μυστικό ότι χρηματοδοτούνται από πλούσια αραβικά κράτη ή άραβες μεγιστάνες.
Επιπλέον, η επίρριψη ευθυνών αποκλειστικά στις δυτικές κυβερνήσεις αγνοεί ή υποβαθμίζει μερικές ακόμα παραμέτρους που οδηγούν στην περιθωριοποίηση. Όπως το γεγονός της αδυναμίας ή άρνησης προσαρμογής και ενσωμάτωσης πολλών μεταναστών, συχνά δεύτερης γενιάς. Ή η εκούσια περιθωριοποίηση ως αποτέλεσμα του κοινοτισμού που αναπτύσσεται σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Αλλά και η πρακτική αδυναμία των χωρών υποδοχής να ενσωματώσουν ομαλά τη μαζική και άτακτη μετανάστευση των τελευταίων δεκαετιών.
Ο ισλαμικός μεσαίωνας.
Χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον και ένα ακόμα επιχείρημα για να δικαιολογήσει τα εγκλήματα του ακραίου ισλαμισμού: ο μωαμεθανισμός περνά τον δικό του μεσαίωνα, όπως τον πέρασε και ο χριστιανισμός σχεδόν το ίδιο χρονικό σημείο μετά την εμφάνισή του.
Και ως προς αυτό το επιχείρημα υπάρχει αντίλογος. Πρώτον, ο χριστιανικό μεσαίωνας – που, όπως αποδεικνύουν οι πιο πρόσφατες ιστορικές έρευνες, δεν ήταν και τόσο “μεσαίωνας” – έπνεε τα λοίσθια το αντίστοιχο χρονικό σημείο. Δεύτερον, τίποτε δεν επιβάλλει νομοτελειακά το πέρασμα μιας θρησκείας από έναν “μεσαίωνα”.
Τρίτον και ουσιαστικότερο, ότι οι συνθήκες, μέσα στις οποίες αναπτύχθηκε ο ιστορικός χριστιανικός μεσαίωνας και αναπτύσσεται ο σύγχρονος ισλαμικός (αν περί αυτού πρόκειται), διαφέρουν ριζικά. Τότε δεν προβαλλόταν και δεν υπήρχε κάποιο σημαντικά διαφορετικό πολιτιστικό πρότυπο. Αλλά και αν ακόμα θεωρηθεί ότι υπήρχε, δεν ήταν απτό, καθώς οι μάζες αγνοούσαν ακόμα και την ύπαρξη πληθυσμών και πολιτισμών πέρα από τον στενό περίγυρό τους. Αντίθετα, σήμερα που η πληροφορία μεταδίδεται εν ριπή οφθαλμού σε όλον τον πλανήτη, υφίστανται πρότυπα ενός σαφώς πιο ανεκτικού πολιτισμού, τα οποία θα έπρεπε να αμβλύνουν την μισαλλοδοξία του ακραίου ισλαμισμού. Απορρίπτονται, όμως, απορρίπτονται από το ισλαμικό κατεστημένο ακόμα και στην περίπτωση κρατών που έχουν ερωτοτροπήσει με μια μορφή κοσμικής εξουσίας.
Άλλες πτυχές.
Η εμμονή στην πρόταξη των εξηγήσεων που χρεώνουν την όλη ευθύνη στην Δύση, πέρα από το ότι αποκαλύπτει τον συμπλεγματικό αντιδυτικισμό των σχολιαστών, βγάζει από τη συζήτηση κάποιες πτυχές του προβλήματος που θα έπρεπε να αναδειχθούν.
Μία από αυτές είναι οι ευθύνες των ηγεσιών των χωρών προέλευσης των (μουσουλμάνων) μεταναστών, οι οποίες τους οδήγησαν στην αναζήτηση καλύτερης τύχης στις δυτικές κοινωνίες, αφήνοντας τις χώρες τους υπανάπτυκτες παρά τον πετρελαϊκό πλούτο που αντλούν εδώ και δεκαετίες. Σημειωτέον ότι αυτή η ευθύνη βαρύνει ιδιαίτερα τα καθεστώτα που ξεκίνησαν ως αντιδυτικά και σοσιαλιστικά ή καμώθηκαν ότι είναι τέτοια, αλλά στάθηκαν ανίκανα να εκσυγχρονίσουν τις δομές των κοινωνιών τους και να φέρουν μία αειφόρα εσωτερική ανάπτυξη.
Μία άλλη είναι οι εσωτερικές έριδες στις χώρες προέλευσης, που συχνά καταλήγουν σε εμφύλιες συρράξεις, τις συνέπειες των οποίων οξύνει η παντελής έλλειψη ανθρωπιστικής αντιμετώπισης χωρίς εκδικητικότητα των, έστω και προσωρινά, ηττημένων από όλες σχεδόν τις πλευρές.
Μία τρίτη αποτελεί το γεγονός ότι οι αντιδυτικές ενέργειες δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα, αλλά μέρος ενός αγώνα για ολοκληρωτική επικράτηση των πιστών της κατά περίπτωση μουσουλμανικές σέκτας ακόμα και σε πλανητικό επίπεδο. Το αποδεικνύουν οι αιματηρές ενδομουσουλμανικές διαμάχες ακόμα και ανάμεσα σε παρατάξεις που προτάσσουν ως εχθρό την άπιστη Δύση! Το αποδεικνύει και η αντιπαλότητα των κατά τόπους μουσουλμανικών πλειονοτήτων ή μειονοτήτων σε όλα τα μέτωπα, ακόμα και με μη αποικιοκρατικές δυνάμεις στην Άπω Ανατολή. Το αποδεικνύει το ανηλεές κυνήγι ομοεθνών τους χριστιανών, ανιμιστών και εν γένει αλλόθρησκων πληθυσμών.
Μία τέταρτη συνίσταται στο ότι αγνοείται η χρονική σύμπτωση της έναρξης της εκδήλωσης του ισλαμικού φανατισμού με την επικράτηση της Ισλαμικής Επανάστασης στο Ιράν. Η (επαν)εγκαθίδρυση ενός ισλαμικού καθεστώτος “έβαλε ιδέες” σε πολλούς ομόδοξούς τους ότι το εγχείρημα είναι εξαγώγιμο και αντιγράψιμο.
Τέλος, αγνοείται το γεγονός ότι πολλοί μουσουλμάνοι θρησκευτικοί αλλά και πολιτικοί ηγέτες (ρόλοι που συχνά συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο), ουδέποτε απαλλάχτηκαν από την τελεολογική αντίληψη ότι οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί αποτελούν ένα είδος “περιούσιας ούμμα” που προορίζεται να επιβάλει την με όλα τα μέσα (ακόμα και με τη βία) καθολική επικράτηση της θρησκείας τους. Είναι δε πεπεισμένοι ότι γη που κατακτήθηκε μία φορά από το Ισλάμ του ανήκει για πάντα. Επιπλέον, δεν βλέπουν με καλό μάτι τις δυτικές επιρροές τόσο γιατί φοβούνται ότι η απελευθερωτική δύναμη του δυτικού διαφωτισμού υποσκάπτει τόσο τον απόλυτο έλεγχο που ασκούν στους πιστούς, όσο και την αυθεντία των μωαμεθανικών ηθικών κ.λπ. κωδίκων. Ο συνδυασμός δε της επιθετικής τακτικής που επιβάλλει ο εξισλαμισμός και της αμυντικής τακτικής που τους επιβάλλει ο φόβος των έξωθεν επιρροών, τους οδηγεί σε μία ανενδοίαστη – αν και συχνά ανομολόγητη – παντοειδή υποστήριξη των κάθε είδους τζιχαντιστών, που διευκολύνει το έργο των τελευταίων. Όσο δε για τους μαχητές της πρώτης γραμμής και εκτελεστές συνάμα των πιο ειδεχθών ενεργειών, η αίσθηση ότι ανήκουν στους “εκλεκτούς του θεού” και απλά διεκπεραιώνουν μία “θεία αποστολή” εξουδετερώνει κάθε αναστολή που πιθανόν να τους έχει ενσταλάξει ο συγχρωτισμός με στοιχεία πιο ανεκτικών πολιτιστικών προτύπων.
* * *
Η άγνοια τόσων παραμέτρων εξηγεί (αλλά δεν δικαιολογεί) την στρεβλή εικόνα που έχει για το φαινόμενο του ακραίου ισλαμισμού/τζιχαντισμού ένα μέρος της εγχώριας κοινής γνώμης. Η δε (εσκεμμένη) αγνόησή τους από στρατευμένους στην μάχη εναντίον μιας κοινωνικά φιλελεύθερης κοινωνίας σχολιαστές και διαμορφωτές της κοινής γνώμης τους εξυπηρετεί στην προβολή εξωπραγματικών εξηγήσεων με στόχο την ενοχοποίηση του δυτικού πολιτισμού. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν είναι ανεξήγητο το ότι γεγονότα, όπως αυτά των αρχών του Ιανουαρίου στο Παρίσι, να προσφέρουν στους συγκεκριμένους κύκλους την αφορμή να συνδυάσουν μία επιφανειακή καταδίκη τους με μία επίθεση κατά του δυτικού πολιτισμού και έναν υπερτονισμό των αστοχιών του. Όπως δεν είναι ανεξήγητο και το πόσο λίγοι είμαστε ειλικρινά “Charlie”!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου