Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Αχ, καϋμένε Παπαλάγκι!

("Νέα Αγχίαλος"/τεύχος 85/Οκτώβριος – Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2014)
 
- Γνωρίζετε κανέναν Παπαλάγκι;… Όχι;… Μάλλον θα με παρανοήσατε. Γιατί Παπαλάγκι είστε και φαίνεστε!... Όχι, όχι, μην παρεξηγείστε. Δεν σας προσβάλλω ούτε σας περιπαίζω. Απλά σας διευκρινίζω ότι Παπαλάγκι αποκαλείται από την φυλή Τιαβέα των Σαμόα της νήσου Ουπολού ο λευκός άνθρωπος. Ως εκ τούτου, εφόσον δεν ανήκετε σε κάποια από τις σκουρόχρωμες φυλές των πρόσφατων συμπολιτών μας, και είστε Παπαλάγκι και γνωρίζετε ένα σωρό άλλους Παπαλάγκι…
- Πως έτσι;… Να, η φυλή των Τιαβέα, όπως όλοι οι Σαμόα, ζούσαν απομονωμένοι κάπου στην μέση του πουθενά, στον Νότιο Ειρηνικό. Το νησί τους Ουπολού ανήκει στην Πολυνησία, ένα από τα εξωτικά νησιωτικά συμπλέγματα, όπως και η Μικρονησία, η Μελανησία και δεν συμμαζεύεται. Με ευρωπαίους και, γενικά, με λευκούς δεν είχαν πάρε-δώσε και αγνοούσαν μέχρι και την ύπαρξή τους. Ωσότου μια μέρα είδαν από μακριά μια άσπρη κουκίδα στον ουρανό, λίγο πιο πάνω από την θάλασσα, που σιγά-σιγά μεγάλωνε. Νόμισαν ότι τρύπησε ο ουρανός και, όταν διαπίστωσαν, ότι επρόκειτο για τα πανιά ενός ιστιοφόρου, του πρώτου που έφτανε στο νησί τους, με επισκέπτες από τη λευκή φυλή, ονόμασαν τον λευκό άνθρωπο παπαλάγκι, δηλαδή άνθρωπο που έσκισε ή τρύπησε τον ουρανό.
- Και τι σας ενδιαφέρουν όλα αυτά εσάς;… Είναι αλήθεια ότι θα μπορούσαν να έχουν για τον απλό άνθρωπο τόση σημασία όση το ότι οι εσκιμώοι Ντενέ του Καναδά (και όχι μόνο) προσδιορίζουν ως “ανθρώπινα όντα” μόνο τους εαυτούς τους. Γούστο τους, καπέλο τους! Αυτό που τους ξεχωρίζει είναι ότι ένας από αυτούς, ο φύλαρχος Τουϊαβίι, ο οποίος εκπαιδεύτηκε από Αδελφούς Μαρίστες, επισκέφθηκε την Ευρώπη και άφησε πίσω του μερικές εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αιρετικές απόψεις για αυτά που είδε! Τις κατέγραψε ο γερμανός συγγραφέας Έριχ Σώυερμαν, που έζησε χρόνια στα μέρη τους και δέθηκε μαζί τους, αν και κάποιες “κακές γλώσσες” λένε ότι πρόκειται για δικές του απόψεις, τις οποίες θέλησε να εξωραΐσει με την αγνότητα και απουσία επιτήδευσης που, ίσως και υποθετικά, χαρακτήριζαν το βλέμμα ενός πρακτικά ανεπηρέαστου από τον δυτικό πολιτισμό ατόμου.
- Ελάτε τώρα, μην σηκώνετε τους ώμους σας. Τα λόγια του Τουϊαβίι έχουν ενδιαφέρον γιατί, αν είναι αυθεντικά, αποκαλύπτουν το χάσμα αντιλήψεων ανάμεσα στους επηρμένους ευρωπαίους και έναν στα μάτια τους “απολίτιστο”, ο οποίος στην πραγματικότητα είναι φορέας ενός τελείως διαφορετικού πολιτισμού. Και δεν έχουν καμία σχέση με τις ανερμάτιστες πριμιτιβιστικές ευαισθησίες κάποιων βολεμένων αναρχικών που ρυπαίνουν τοίχους γράφοντας: «ολική άρνηση του πολιτισμού για την ολική απελευθέρωση»!
- Σαν τι έμοιαζαν τα σοφά λόγια του; Ας αραδιάσουμε μερικά:
«Ο Παπαλάγκι εφηύρε ένα αντικείμενο που μετρά τον χρόνο· έκτοτε τρέχει πίσω του ακατάπαυστα.»
- Εντυπωσιακό, ε; Πάμε παρακάτω.
«Ο Παπαλάγκι ζει όπως πολλά θαλασσινά μέσα σε ένα σκληρό καβούκι. Ζει ανάμεσα στις πέτρες όπως η σκολόπενδρα μέσα στις σχισμές της λάβας. Οι πέτρες βρίσκονται γύρω του, δίπλα του και από πάνω του.»
- Μελαγχολείτε; Γιατί; Επειδή έτσι είναι;
«Όταν ένας νέος παίρνει μια νέα για γυναίκα του δεν ξέρει αν εξαπατήθηκε γιατί δεν έχει δει μέχρι τότε το σώμα της.»
- Χαμογελάτε, ε; Μην μου πείτε, όμως, ότι αυτά δεν συμβαίνουν αφού ο Παπαλάγκι γνωρίζει και τα πιο απόκρυφα μέρη της μέλλουσας συμβίας του πριν καν αποφασίσει ότι θα έρθει εις γάμου κοινωνίαν με αυτήν. Τον καιρό των παππούδων μας συμβαίνανε!
«Επίσης, οι περισσότερες μανάδες δίνουν στα παιδία τους γάλα κλεισμένο σ’ένα γυάλινο ρολό, κλειστό κάτω και με μια τεχνητή θηλή επάνω.»
- Γελάτε; Ακούστε και αυτό και κρατηθείτε:
«Ο Παπαλάγκι σκέφτεται τόσο πολύ που το να σκέφτεται του έγινε συνήθεια, ανάγκη ως και υποχρέωση. Πρέπει να σκέφτεται χωρίς σταματημό. Δύσκολα κατορθώνει να μην σκέφτεται αφήνοντας ελεύθερο το κορμί του. Συχνά δεν ζει παρά με το κεφάλι του, την ίδια ώρα που οι αισθήσεις του βυθίζονται σε έναν βαθύ ύπνο, παρότι περπατά, μιλά, τρώει και γελά. Το να σκέφτεται παράγει σκέψεις που τον κρατάνε φυλακισμένο. Ένα είδος μέθης βρίσκεται μέσα στις σκέψεις του. Σαν λάμπει ο ήλιος του’ρχεται αμέσως η σκέψη: “Τι καλό καιρό κάνει τώρα!”. Λάθος. Ριζικά λάθος. Τρελό. Γιατί είναι καλύτερα να μην σκέφτεσαι όταν λάμπει ο ήλιος. Ένας έξυπνος Σαμόα απλώνει την αρίδα του στο ζεστό φως και δεν σκέφτεται τίποτε. Δεν απολαμβάνει τον ήλιο με το κεφάλι, αλλά και με τα χέρια, τα πόδια, τα μπούτια, την κοιλιά και όλα τα μέλη του. Αφήνει το δέρμα του και τα μέλη του να σκέφτονται για πάρτη του. Και αυτά σκέφτονται ασφαλώς, αλλ’ όχι όπως η κούτρα του. Η συνήθεια του Παπαλάγκι να σκέφτεται είναι, όμως, σαν ένα φράγμα από λάβα στο δρόμο, από το οποίο δεν μπορεί να απαλλαγεί. Σκέφτεται χαρούμενα πράγματα, αλλά δεν γελά, σκέφτεται λυπηρά πράγματα, αλλά δεν κλαίει. Πεινά και δεν παίρνει ούτε ταρό ούτε παλουσάμι. Είναι ένας άνθρωπος του οποίου οι αισθήσεις βρίσκονται σε διαμάχη με το πνεύμα του, ένας διχασμένος άνθρωπος.»
- Μα τι πάθατε; Σας βλέπω πολύ σκεπτικούς; Ελάτε τώρα, μην τα παίρνετε όλα τοις μετρητοίς!
«Δεν βλέπουν πια τον ήλιο, την απέραντη θάλασσα, την αξιαγάπητη νεαρή κοπέλα, δεν χαίρονται, τίποτε απ’αυτά. Δεν εκτιμούν καν το μεθυστικό πιπεροποτό και στη διάρκεια του χορού στη πλατεία του χωριού κοιτάνε το χώμα μπροστά τους. Δεν ζουν, αν και δεν είναι πεθαμένοι. Έχουν αρρωστήσει βαριά από το σαράκι της αδιάκοπης σκέψης.»
- Αγχωθήκατε; Ας αλλάξουμε κλίμα.
«Ο Παπαλάγκι είναι ένας μάγος. Τραγουδάς ένα τραγούδι και το αρπάζει και σου το ξαναδίνει κάθε στιγμή, όσο τραβά ο οργανισμός σου να το ακούσεις. Στρέφει πάνω σου μια γυάλινη πλάκα και αιχμαλωτίζει την αντανάκλασή σου. Και από αυτή αναπαράγει την εικόνα σου χίλιες φορές, όσες έχεις όρεξη να έχεις… Κι είδα και άλλα μεγαλύτερα θαύματα από αυτά…»
- Κι άλλο; Ας μην σας χαλάσω το χατίρι!
«Κάθε Παπαλάγκι έχει ένα επάγγελμα. Δύσκολο να πεις τι είναι αυτό. Είναι κάτι που θα έπρεπε να γίνεται ευχάριστα, αλλά τον περισσότερο καιρό ο Παπαλάγκι δεν έχει όρεξη να το κάνει.»
- Δεν σας χάλασα το χατίρι, αλλά το κέφι;. Ας επανορθώσω!
«Τα χίλια χαρτιά προκαλούν εξίσου ένα είδος ιλίγγου και μέθης στον Παπαλάγκι. Τι είναι τα χίλια χαρτιά; Φανταστείτε μια ψάθα από κορμό φίκου, λεπτή και άσπρη, διπλωμένη, κομμένη και ξαναδιπλωμένη, που την σκεπάζουν σ’όλη της την επιφάνεια πυκνογραμμένα κείμενα: να τα μιλφέιγ ή οι εφημερίδες, όπως τις αποκαλεί ο Παπαλάγκι. Μέσα σ’αυτά τα φύλλα βρίσκεται η μεγάλη εξυπνάδα του Παπαλάγκι. Οφείλει να χώνει πρωί-βράδυ μέσα τους το κεφάλι του, για να το γεμίσει με τα νέα και να τα χορτάσει, για να σκέφτεται περισσότερο και καλύτερα, όπως το άλογο που τρέχει καλύτερα όταν έχει φάει πολλές μπανάνες και έχει γεμίσει καλά το στομάχι του.»
- Άλλο ένα; Εντάξει.
«Ο Παπαλάγκι δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος και κατηγορεί το Μεγάλο Πνεύμα ότι δεν του χάρισε περισσότερο χρόνο. Προσβάλλει την μεγάλη θεία σοφία διαιρώντας και υποδιαιρώντας κάθε νέα μέρα με την μεγάλη ακρίβεια ενός σχεδίου.[…] Ο Παπαλάγκι κλαίγεται μ’αυτά τα λόγια: “Μου λείπει χρόνος!... Ο χρόνος τρέχει σαν τρελός!... Άσε μου ακόμα λίγο χρόνο!...”»
- Να συνεχίσω; Λυπάμαι! Δεν έχω άλλο χρόνο! Αρκετά για σήμερα.
š
Ίσως τα λόγια του Τουϊαβίι να καλλιεργούν στον σημερινό άνθρωπο μια νοσταλγία για μια ξέγνοιαστη φυσική ζωή που (υποτίθεται ότι) ζούσε ο άνθρωπος προτού υποπέσει στο “προπατορικό αμάρτημα” του πολιτισμού. Λάθος. Τριπλό, μάλιστα, αν αυτό αρκεί για να μας παρηγορήσει. Γιατί οι συνθήκες διαβίωσης δεν είναι παντού οι ίδιες με αυτές που επικρατούν στην Πολυνησία. Μπορεί, για παράδειγμα, στο Ουπολού κάποιος να λιάζεται ξένοιαστος χωρίς χρονικά όρια, άλλε άντε να το κάνει αυτό (χειμωνιάτικα και όχι μόνο) ένας Σκωτσέζος ή ένας Ισλανδός, που βέπουν μία υποψία ήλιου λίγες ημέρες τον χρόνο, για να μην πούμε ένας κάτοικος της σιβηρικής Ιακουτίας ή της Γης του Πυρός!
Και γιατί η φυλή των Τιαβέα δεν ζούσε σε μια πρωτόγονη κατάσταση, όπως την αντιλαμβάνεται ο σύγχρονος άνθρωπος της Δύσης. Είχε αναπτύξει τον δικό της, έστω στοιχειώδη, πολιτισμό. Είχε ξεπεράσει το στάδιο που περιγράφει ο Τόμας Χόμπς: «Θέλω να πω ότι σε μια απόλυτα φυσική κατάσταση και πριν να συνδεθούν με αμοιβαιότητα οι άνθρωποι οι μεν στους δε με κάποιες συμβάσεις, επιτρεπόταν στον καθένα να κάνει ό,τι θεωρούσε καλό εναντίον οποιουδήποτε και καθένας μπορούσε να κατέχει, να χρησιμοποιεί για τον εαυτό του και να απολαμβάνει ό,τι του άρεσε.» και, ως εκ τούτου, βίωνε κάποιες συμβάσεις, τη σημασία των οποίων ίσως να μην αντιλαμβανόταν ο Τουϊαβίι
Αλλά και γιατί η ζωή των πρωτογόνων δεν ήταν ζηλευτή, όπως την εξιδανικεύουν οι πρωτογονιστές (πριμιτιβιστές). Όχι δε μόνον κάποιοι τωρινοί ερημίτες, αλλά και διανοητές άλλων αιώνων. Όπως και ο ημέτερος Ανώνυμος ο Έλλην που έγραφε στην «Ελληνική Νομαρχία» του, στο εμβληματικό κείμενο του 1806 της ελληνικής γραμματείας, πιθανότατα επηρεασμένος από τον Ζαν-Ζακ Ρουσσώ: «Αφού λοιπόν έπαυσεν, ως είπον, το πρώτον σύστημα των ανθρώπων, εις το οποίον η φύσις ήταν αντί των νόμων, η γη όλη αντί των πολιτειών, και η θέλησις καθενός αντί των ηθών, αφού, λέγω, ο άνθρωπος δεν ηθέλησεν να ευχαριστηθή με την σημερινήν τροφήν, αλλ’εζήτησε να προητοιμάση και δια την αύριον, και αφού τέλος πάντων απεφάσισε να ζήση μαζί με άλλους, έχασε την αληθή ευτυχίαν, και έγινε δούλος όχι μόνο του εαυτού του, και άλλων, αλλά και των ιδίων άψυχων πραγμάτων.». Θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν συμπύκνωση της σοφίας του Τουϊαβίι, αν δεν είχε γραφεί πριν από την γέννησή του. Ωστόσο και ο ίδιος ο Ανώνυμος γνώριζε ότι το ρολόι δεν γυρίζει πίσω! «Είδεν η ανθρωπότης το καλόν οπού έχασεν, αλλά δεν της ήτον πλέον δυνατόν να το ξανααποκτήσει,», όπως έγραφε!
Άντε με το καλό φίλτατοι συμ-Παπαλάγκι και το αύριο μας επιφυλάσσει μία από τα ίδια. Με την πρωινή εφημερίδα μέσα στο πέτρινο καβούκι μας, με το μάτι κάθε λίγο και λιγάκι στο ρολόι μας, με τη βαριεστημάρα του γραφείου μας, με τις ατέλειωτες έγνοιες μας… Ρουτίνα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου