Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ: Ψυχική Yγεία & Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση

("Ἐφημερίδα τοῦ Κ.Σ.Μ."/τεῦχος 172/ούνιος 2014)

Σύμφωνα με τις στατιστικές της ΠΟΥ (Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας) νοσούν ετησίως σε 30 χώρες της Ευρώπης (27 της Ε.Ε. Νορβηγία, Ελβετία, Ισλανδία) 168,8 εκατ. Άνθρωποι, οι οποίοι προσβάλλονται από ψυχικές και νευρολογικές διαταραχές. Στην Ελλάδα οι ψυχώσεις βασανίζουν 132.000 ανθρώπους, οι άνοιες 130.000 και η διπολική διαταραχή 98.000 ασθενείς.
Οι επιδημιολογικές έρευνες σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, δείχνουν πως το 10-12% του πληθυσμού υποφέρει από διάφορες ψυχικές νόσους από της ελαφράς μορφής έως και της βαρύτερης με διά βίου αναπηρία.
Η συνηθέστερη διαταραχή είναι η κατάθλιψη, η οποία υπολογίζεται από την ΠΟΕ ότι μετά το έτος 2020 θα καταστεί η δεύτερη κοινωνική επιβάρυνση της υγείας διεθνώς. Υπολογίσιμο πρόβλημα αποτελούν εξ’ άλλου και τα ψυχικά προβλήματα από την χρήση ψυχοδραστικών ουσιών (αλκοόλ, κάνναβης, οπιούχα).
Η ψυχική υγεία του λαού είναι ένα πολύ ευαίσθητο πρόβλημα και χρειάζεται εξειδικευμένη φροντίδα και κατάλληλα επανδρωμένες δημόσιες υπηρεσίες όλων των βαθμίδων με βαρύτητα στην πρόληψη. Το υπάρχον δημόσιο σύστημα υγείας και οι διάφορες υποδομές από την πρόληψη έως την νοσηλεία αλλά και την ένταξη στην κοινωνία, όπου θα έπρεπε όλοι οι πολίτες της χώρα να έχουν δωρεάν υπηρεσίες, όμως τώρα και η ψυχική υγεία μεταβιβάζεται σταδιακά στην επιχειρηματική δραστηριότητα.
Αυτό επιβεβαιώνει η τελευταία ψυχιατρική μεταρρύθμιση, όπου ένα μέρος του κόστους της ψυχιατρικής φροντίδας το επωμίζονται οι οικογένειες των ασθενών.
Τα πρώτα βήματα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης ξεκίνησαν παλαιότερα με την εφαρμογή του νόμου για το ΕΣΥ (νόμος 1397/83), συνεχίζεται με τον νόμο 2071/92 και καθιερώνεται με τον νόμο 2716/99 «Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών υγείας και άλλες διατάξεις», με την κωδική ονομασία «ψυχαργώς» από την μυθική Αργώ και την επιστροφή του χρυσόμαλλου δέρατος, μας υπενθυμίζει την επάνοδο των ψυχασθενών από τα άσυλα στην κοινότητα και στην οικογένεια, που ήταν ο στόχος της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης.
Η πρώτη αναθεώρηση με το Εθνικό Σχέδιο Δράσης «Ψυχαργώς Β΄» για την περίοδο 2001-2010, προέβλεπε μεταξύ άλλων την κατάργηση των ψυχιατρικών νοσοκομείων Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Λέρου έως το 2015 και του Δρομοκαϊτείου έως το 2011, η οποία οδήγησε στην λειτουργία μονάδων ψυχικής υγείας από ΜΚΟ.
Στόχος της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης όπως με έμφαση τόνιζαν οι υποστηρικτές της ήταν η «αποασυλοποίηση» των ιδρυμάτων, η μεταρρύθμιση που υποστηρίχθηκε και από την τότε αξιωματική αντιπολίτευση (ΝΔ), δεν έκρυψε τους πραγματικούς σκοπούς της. Η εισηγητική έκθεση του προγράμματος «Ψυχαργώς» Γ μεταξύ άλλων αναφέρει για το υψηλό κόστος των ψυχιατρικών υπηρεσιών: «Το συνολικό ετήσιο κόστος των νόσων του εγκεφάλου στις 30 Ευρωπαϊκές χώρες υπολογίσθηκε γύρω στα 798 δισ. Ευρώ. Από αυτό το 37% αφορά το άμεσο υγειονομικό κόστος, το 23% το άμεσο μη υγειονομικό κόστος και το 40% σε άμεσο κόστος που προκύπτει από την απώλεια παραγωγικότητας.
Η μετακύληση του κόστους, οικονομικού και ψυχολογικού, στον ασθενή και στο οικογενειακό του περιβάλλον, ενθαρρύνεται από τις συστάσεις της ΠΟΥ, όπου αναφέρεται συγκεκριμένα: «Κάθε άτομο με ψυχικές διαταραχές έχει το δικαίωμα να ζει και να εργάζεται στην κοινότητα. Η φιλοσοφία της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, υιοθετείται και από την νεοσυντηρητική ηγεσία της ΕΕ και τον ΠΟΥ, μια φιλοσοφία με άξονα την άτυπη φροντίδα υγείας δηλαδή την αυτοφροντίδα των ασθενών.
Μέσα σε αυτό το πνεύμα τον Μάιο του 2013 ο τότε υπουργός Υγείας Ανδρέας Λυκουρέτζος υπέγραψε μνημόνιο συνεργασίας με τον επίτροπο Απασχόλησης και κοινωνικών υποθέσεων της ΕΕ Lazio Andror με το οποίο:
1) Προωθείται η κατάργηση των ψυχιατρικών ιδρυμάτων έως το 2015.
2) Περιορίζει αισθητά την χρηματοδότηση από ευρωπαϊκά και εθνικά κονδύλια στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
3) Κατά τα έτη 2013-15 εγκρίνεται κονδύλι της ΕΕ ύψους 150 εκατ. ευρώ για τις παραπάνω υπηρεσίες. Ουσιαστικά το ευρωπαϊκό αυτό κονδύλι χορηγείται με την προϋπόθεση να προετοιμασθεί ο περιορισμός του κράτους και να ξεκινήσει η ανταποδοτική λειτουργία με πληρωμές ασθενών και ασφαλιστικών ταμείων.
Η Ιταλία θεωρείται από πολλούς που ασχολούνται με τις δημόσιες παρεμβάσεις στην αντιμετώπιση των ψυχιατρικών νόσων, σαν η πρωτοπορία της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Η μεταρρύθμιση στην παραπάνω χώρα χρονολογείται από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 πριν την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, άρχισε με ενθουσιασμό και με επιδράσεις από τα κινήματα εναλλακτικής ψυχιατρικής με απώτερο στόχο την αποασυλοποίηση των νοσηλευτικών ιδρυμάτων.
Τα αποτελέσματά της σήμερα δεν κρίνονται και τόσο ενθαρρυντικά, όπως παρουσιάζονται σε άρθρο του περιοδικού «Ευρωπαϊκά Αρχεία ψυχιατρικής και της κλινικής νευρολογίας» με τίτλο: «Ιταλική ψυχιατρική μεταρρύθμιση; Ορόσημο για την Ιταλία και την Ευρώπη το 2010;».
Όπως προκύπτει από την παραπάνω έρευνα, τα 76 μεγάλα νοσοκομεία και οι διάφορες άλλες μονάδες της χώρας αυτής, λειτουργούσαν εύρυθμα έως και το 1998 και θεράπευσαν 78.000 ασθενείς. Όταν οι κυβερνήσεις περιόρισαν τις χρηματοδοτήσεις και επέβαλαν διάφορα πιεστικά μέτρα, σε διάστημα δύο ετών 20 ψυχιατρικά νοσοκομεία έκλεισαν. Το 1999 μόνον 7.704 άτομα θεραπεύονταν ακόμα σε 50 ψυχιατρικά νοσοκομεία και 6.459 στεγάζονται σε άλλους χώρους διαβίωσης. Οι υπόλοιποι ασθενείς που δεν θεραπεύθηκαν ετέθησαν υπό την προστασία του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Ο Τζιοβάνι Ντε Τζιρόλομο, ανώτατο στέλεχος του Ιταλικού Υπουργείου Υγείας και ειδικός για θέματα ψυχικής υγείας, σε ένα διεθνές συνέδριο σχολιάζοντας την ψυχιατρική μεταρρύθμιση στη χώρα του ανέφερε: «Το βάρος της μεταρρύθμισης επωμίσθηκαν οι οικογένειες των ψυχασθενών. Αν εγκατέλειπαν την συνεργασία τους, το ψυχιατρικό μας σύστημα θα είχε καταρρεύσει εντός ολίγων ημερών». Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε όλη την Ιταλία απέδειξαν ότι το 83% των οικογενειών των ασθενών με σχιζοφρένεια είχαν το αίσθημα της απώλειας, το 70% ένιωθαν κατάθλιψη, το 65% είχαν περιορίσει αισθητά τον ελεύθερό τους χρόνο, το 60% είχαν ξεχάσει τις διακοπές τους και μόλις το 12% των οικογενειών έχαιρε διάφορων κοινωνικών, πολιτιστικών και ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων. Παράλληλα η επάνδρωση των μικρών ψυχιατρικών τμημάτων στα Γενικά Νοσοκομεία για την αντιμετώπιση οξέων περιστατικών εξελίχθηκε με αργούς ρυθμούς. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία του Ιταλικού υπουργείου Υγείας το 2011 υπήρχαν στην χώρα μόλις 9.300 κρεβάτια οξέων περιστατικών από τα οποία τα 4.000 ανήκαν σε ιδιωτικά ιατρικά κέντρα.
Όσον αφορά την Ελλάδα, το Δίκτυο των οργανώσεων ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και ψυχικής υγείας «ΑΡΓΩΣ» πρωτοστάτησε μέσα από τις πολυποίκιλες ΜΚΟ (Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις) για την αποασυλοποίηση και την αποκρατικοποίηση των ψυχιατρικών ιδρυμάτων. Μια πολιτική της οποίας η φιλοσοφία καθιστά την Υγεία ατομική υπόθεση σύμφωνα με τις οικονομικές δυνατότητες του καθενός, περιορίζει σταδιακά την δημόσια χρηματοδότηση και προωθεί την επιχειρηματική κερδοσκοπία στο χώρο της ψυχικής υγείας.
Σύμφωνα με στοιχεία του δικτύου «ΑΡΓΩΣ» κατά το χρονικό διάστημα 2004-2011, οι δομές της ψυχικής υγείας συρρικνώθηκαν απότομα, οι προϋπολογισμοί των υπηρεσιών πάγωσαν στα ποσά του 2006, ακολούθησαν με διάφορους γνωστούς τρόπους μειώσεις προσωπικού της τάξης των 25%, με αποτέλεσμα χιλιάδες ψυχικά ασθενείς να ζητήσουν καταφύγιο στην φροντίδα της οικογένειας και σε μονάδες ιδιωτικής υγείας. Όπως τονίζει σε ανακοίνωση το Σωματείο Εργαζομένων Ιδιωτικής Υγείας Αθήνας, το προσωπικό των μονάδων καθημερινά δίνει τον καλύτερό του εαυτό για την φροντίδα και την αξιοπρεπή διαβίωση των ασθενών. Όμως νοσηλευτικό προσωπικό (γιατροί και νοσηλευτές) και ασθενείς είναι θύματα κάποιων επιχειρηματιών στο χώρο της υγείας. Τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό, ελαστικές μορφές εργασίας, εργαζόμενοι με ελλιπή ή καθόλου εκπαίδευση, απλήρωτοι για 3 ή 6 μήνες. Το τελευταίο διάστημα οι προσλήψεις σπανίζουν και όταν γίνονται ορισμένες, γίνονται μέσω κάποιου ΕΣΠΑ και αυτές είναι ορισμένου χρόνου. Παράλληλα διαφημίζεται ο «εθελοντισμός» για όλες τις ειδικότητες και εργασίες.
Η παρουσία των ΜΚΟ στο χώρο της ψυχικής υγείας, συνέβη με σκοπό το κράτος να απαλλαγεί το δημόσιο από το βάρος της χρηματοδότησης, η οποία διαρκώς συρρικνώνεται. Με αποτέλεσμα οι διάφορες ΜΚΟ να επιδίδονται σε ένα αγώνα εύρεσης πόρων μέσω κοινοτικών προγραμμάτων ή στην αναζήτηση χορηγών και δωρητών. Ορισμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας παρακρατούν μέρος της σύνταξης των ασθενών και επιλέγουν τρόφιμους με αυτό το κριτήριο, ενώ αρκετές μονάδες νοσηλεύουν άτομα παραπάνω από το προβλεπόμενο όριο, με την δικαιολογία ότι οι χρηματοδοτήσεις αξιολογούνται «κατά κεφαλήν».
Από την άλλη πλευρά οι ΜΚΟ μειώνουν και αυτές με τη σειρά τους το λειτουργικό κόστος για τρόφιμα, θέρμανση και διάφορα έξοδα διαβίωσης και συντήρησης. Μειώνονται ακόμη παρεμβάσεις επανένταξης και κοινωνικοποίησης των ασθενών, τις οποίες εκτός αν μπορεί βέβαια να τις πληρώνει ο ασθενής σε μεγάλο ποσοστό.
Η πολιτική υποχρηματοδότησης και η υποβάθμιση των υπηρεσιών επέφερε και στα μεγάλα νοσοκομεία, τα οποία θα μπορούσαν να προσφέρουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες, υποβάθμιση. Τα νοσοκομεία αυτά εξακολουθούν να λειτουργούν παρά τις αντίθετες διακηρύξεις χωρίς προσωπικό, χωρίς υποδομές, με άλλες σοβαρές ελλείψεις, οι συνθήκες νοσηλείας είναι δραματικές παρά τις επίμονες προσπάθειες του προσωπικού. Εκτός αυτού δεν υποστηρίχθηκαν οι εξωνοσοκομειακές μονάδες των ψυχιατρικών νοσοκομείων, τα κέντρα ψυχικής υγείας, οι ξενώνες, τα οικοτροφεία, τα προστατευόμενα διαμερίσματα, ενώ πρόβλημα καθίσταται, όταν συγχωνευθούν διάφορα τμήματα των νοσοκομείων, ή τι θα απογίνουν οι εξωνοσοκομειακές μονάδες. Οι εκτιμήσεις μας βεβαιώνουν ότι χιλιάδες ασθενείς θα συνωστίζονται στις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων, όπου η πληρότητα θα είναι πολύ υψηλή.
Η πρόληψη στην ψυχική υγεία, όπως τονίζει η «Παγκόσμια Εταιρεία ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης», πρέπει να ξεκινά πριν την έναρξη μιας νόσου ή διαταραχής με τον δραστικό περιορισμό των απολογικών παραγόντων, των παραγόντων κινδύνων κ.ά. Πρόληψη είναι π.χ. ο προγεννητικός και περιγεννητικός έλεγχος, ο εντοπισμός και η απομάκρυνση περιβαλλοντικών παραγόντων κινδύνων. Στις ημέρες μας είναι δύσκολο να γίνει πρόληψη. Η φτώχεια, η ανεργία, η υποχρηματοδότηση, είναι ανασταλτικοί παράγοντες προς αυτή την κατεύθυνση.
Το 2013 αυξήθηκαν κατά 50% τα καταθλιπτικά επεισόδια στην Ελλάδα σε σχέση με 2011, σύμφωνα με τις στατιστικές του ΕΠΣΥ (Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας) του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2013 το 12,3% του πληθυσμού έπασχε από μείζονα κατάθλιψη (χρειάζεται άμεση θεραπεία) όταν το αντίστοιχο ποσοστό 2011 ήτα στο 8,2%. Το 33,8% των πασχόντων αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και το 10,7% ζουν με κάποια άνεση. Ακόμη με περισσότερες ελλείψεις παρουσιάζονται στις δημόσιες δομές ψυχικής υγείας για τα παιδιά και τους εφήβους. Τη στιγμή κατά την οποία αυξάνονται οι εισαγωγές στα νοσοκομεία λόγω ψυχογενών αιτιών ακόμη και μικρών παιδιών, άρα λογικά μεγεθύνονται και οι ανάγκες των αντίστοιχων υπηρεσιών. Τα λιγοστά κέντρα ψυχικής υγείας υπολειτουργούν και στην πραγματικότητα είναι κέντρα συνταγογράφησης φαρμάκων.
Το σχέδιο του ΨΥΧΑΡΓΩΣ Γ΄ (2011-2020) προτείνει να ιδρυθούν μόνον 15 κέντρα ψυχικής υγείας με κλίνες και μονάδα αντιμετώπισης κρίσης από ΜΚΟ.
Έχουν εμφανισθεί στον καθημερινό τύπο, απόψεις κοινοτήτων ψυχοπαθών, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η κρίση στην ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν ωφελείται αποκλειστικά στην έλλειψη χρημάτων και κονδυλίων. Αλλά στις παγιωμένες παραδοσιακές νοοτροπίες και θεραπευτικές πρακτικές που αντιμετωπίζουν ως «καημένο» και ανήμπορο οποιοδήποτε ασθενή που θα παρουσιάσει μια κρίση. Για αυτό λοιπόν απαιτείται πρώτα να αποϊδρυματοποιηθούν οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας και έπειτα να φροντίσουν τους ασθενείς τους αλλάζοντας επιτέλους την θεραπευτική σχέση μαζί τους.
Η απόπειρα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα, όπως διαμορφώνεται η κατάσταση έχει καταλήξει στην δημιουργία μιας «μαύρης τρύπας». Μια πραγματικότητα στην οποία κάθε θετική κίνηση που ξεκίνησε μετά το περιβόητο «σκάνδαλο της Λέρου», δείχνει να εκμηδενίζεται και να δημιουργεί μια εικόνα ασάφειας, ακινησίας, επερχομένης κατάρρευσης. Δίνεται η εντύπωση ίσως εσκεμμένα ότι το εθνικό σχέδιο για την ψυχική υγεία απουσίαζαν οι αρχές, η έμπνευση και ο σχεδιασμός. Και ότι κάθε πρόβλημα που αντιμετωπίζεται σήμερα προσεγγίζεται από την οπτική γωνία του νεοφιλελευθερισμού. Πρωτίστως αντιμετωπίζεται σαν πρόβλημα διοικητικής και οικονομικής φύσεως.
Αυτή η νοοτροπία είναι σε βαθιά κρίση σήμερα, νοιάζεται αποκλειστικά για το πόσο κοστίσει μία πράξη και όχι για το τι και πώς πραγματοποιείται.
Η ψυχική υγεία δεν είναι ένα αμιγώς ιατρικό θέμα αλλά και ένα κοινωνικό ανθρωπιστικό και πολιτικό, υπό αυτήν την έννοια αφορά όλους μας.
Κατά την διαμόρφωση και παροχή των υπηρεσιών ψυχικής υγείας θα πρέπει να προτάσσεται και να διασφαλίζεται ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με προεξάρχων το δικαίωμα στη ζωή. Εκτός από την ανάγκη βελτίωσης του νομοθετικού πλαισίου, απαιτείται μια «από τα κάτω προς τα πάνω» προσέγγιση για την ολοκλήρωση του συστήματος ψυχικής υγείας. Παρά τις εγγενείς αδυναμίες του συστήματος, δεν έχουν χαθεί παντελώς οι ελπίδες για την προώθηση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Η διαδικασία της ένταξης των χρηστών στην κοινωνία είναι πρωταρχικής σημασίας.
Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση των διαδικασιών είναι σημαντική για την αποτελεσματικότητα του συστήματος. Παρ’ όλα αυτά μέχρι στιγμής δεν υπάρχει σύστημα αξιολόγησης και παρακολούθησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου