Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Το αρχαίο Ελληνικό

("Εφημερίδα του Κ.Σ.Μ."/Τεύχος 186/Οκτώβριος 2016)
 
Η υποβολιμαία εμπλοκή
Οι διαδοχικές προσπάθειες υπονόμευσης της επένδυσης του Ελληνικού έχουν δύο όψεις: την πολιτική και την ουσιαστική. Η πολιτική είναι απλή, καθώς αποτελεί έναν ακόμα κρίκο σε μία αλυσίδα παρεμφερών εμποδίων που παρεμβάλλουν τα στελέχη της κυβέρνησης σε κάθε προσπάθεια προώθησης μιας ιδιωτικής επένδυσης, για την οποία πρέπει να δώσει το «καλώς έχει» το κράτος. Όπως λέγεται δε, κάτι που συμβαίνει μία φορά είναι τυχαίο· όταν συμβαίνει και δεύτερη πρόκειται για σύμπτωση· όταν δε ξεπερνά τις δυο φορές συνιστά παράδοση. Ή έξη (ή δεύτερη φύση) στην προκείμενη περίπτωση ενός κομματικού δυναμικού, το οποίο πάσχει από ανήκεστη άκρατη δυσανεξία προς ο,τιδήποτε περιορίζει τη δυνατότητα ανεξέλεγκτης κρατικής (τουτέστιν κομματικής) παρέμβασης, όπως αρμόζει στο ιδεώδες του ολοκληρωτικού κράτους με το οποίο έχουν γαλουχηθεί και στο οποίο αποβλέπουν. Εύλογα, ως εκ τούτου, βλέπουν σαν “κόκκινο πανί” μία ιδιωτική επένδυση, κατοχυρωμένη μάλιστα με νόμο τον οποίο έχουν οι ίδιοι με βαριά καρδιά ψηφίσει! Γιαυτό και επιμένουν, συχνά μάταια ή για να σώσουν τα προσχήματα, αφού κατά κανόνα οι προσπάθειές τους, όπως και στην περίπτωση του Ελληνικού, πέφτουν ευτυχώς στο κενό, συχνά χάρις στα τρισκατάρατα μνημόνια.
Οι αντίπαλοι πόλοι
Η ουσιαστική είναι πολύ πιο σύνθετη, καθώς αφορά στον βαθμό ελευθερίας του νέου να συνυπάρχει ή και να αντικαθιστά το παλιό στον ιστό της πόλης και, διασταλτικά, του χώρου. Ως προς αυτόν συγκρούονται δύο ακραίες θέσεις, Την επιχειρηματολογία της κάθε μιας συνόψισε σε σχετικό πόνημά του ένας από τους κορυφαίους ιταλούς αρχιτέκτονες – πολεοδόμους του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, ο Γκουστάβο Τζιοβαννόνι. Κατά τους νεωτεριστές: «Οι πόλεις δεν είναι μήτε μουσεία μήτε αρχεία· διαμορφώνονται για να ζούμε σ’αυτές με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν έχουμε το δικαίωμα να διακυβεύουμε την ανάπτυξή τους και να σταματάμε την πρόοδο του πολιτισμού εγκλωβίζοντας την νέα ζωή σε στενά και θλιβερά δρομάκια, εξαιτίας ενός παρελθόντος που έχει αλλάξει αλλά το σεβόμαστε ως φετίχ. Οι ανάγκες μας είναι τελείως διαφορετικές από αυτές των προγόνων μας, που δεν μας ήταν κατάλληλες όπως και δεν θα φορούσαμε τα ρούχα τους, γραφικά αλλά άβολα. Αέρα, φως, ανέσεις, υγιεινή, να τι θέλουμε! Άνετα και ανοιχτά σπίτια, φαρδιές λεωφόρους, πρακτικές, όπου θα μπορούμε να κυκλοφορούμε γρήγορα. Και αν η κατασκευή τους παρεμποδίζεται από σημαντικά κτήρια ή έργα τέχνης που δεν είναι δυνατόν να μετατοπισθούν (εκτός και αν πρόκειται για εξαιρετικά μνημεία), το μόνο που πρέπει να γίνει είναι να κατεδαφιστούν, διατηρώντας το πολύ-πολύ την ανάμνησή τους, αν υπάρχει χρόνος, με γραφικά τεκμήρια.»(1).
Σύμφωνα πάντα με τον Τζιοβαννόνι, οι συντηρητικοί θα αντέτειναν πως: «Η ζωή δεν μπορεί να καθοδηγείται μόνο από μια υλιστική χρησιμοθηρία που δεν συνοδεύεται από κανένα ιδανικό, καμία αναζήτηση του κάλλους· αυτό ισχύει για την ατομική ύπαρξη και ακόμα περισσότερο για την συλλογική ζωή στις πόλεις, που πρέπει να περιλαμβάνει μία διάσταση ηθικής και αισθητικής αγωγής και δεν θα έπρεπε να αποκοπεί από την παράδοση που είναι το βάθρο του εθνικού κλέους. Και η παράδοση ποδοπατείται κάθε φορά που ένα μνημείο γκρεμίζεται ή παραμορφώνεται και ένα καλλιτεχνικό ή ιστορικό τεκμήριο αποκόπτεται από το περιβάλλον του, ή όταν το περιβάλλον μιας ολόκληρης γειτονιάς, το οποίο διαμορφώθηκε σιγά-σιγά με τους αιώνες και συχνά αξίζει περισσότερο από ένα μεμονωμένο μνημείο, βλέπει τη φυσιογνωμία του να παραμορφώνεται βίαια. Ο λόγος ύπαρξης, η σημασία και συχνά μάλιστα η ευημερία πολλών πόλεων … βασίζονται λιγότερο στην σύγχρονη αξία τους σε σχέση με την ακτινοβολία του παρελθόντος που τις φωτίζει ακόμα· μην τις βυθίζουμε στο ζόφο καταστρέφοντας τα μνημεία τους και αλλοιώνοντας τον χαρακτήρα τους. Εάν αυτό το σέβας, που θα έπρεπε να το αποκαλέσουμε καθήκον σεβασμού, επιβάλλει να διαβούμε έναν δρόμο κάπως άβολα, ας μην παραπονιόμαστε, γιατί είναι το τίμημα για να διασώσουμε τα δικαιώματα του κάλλους και της ιστορίας.»(2).
Είναι αλήθεια ότι η αναγωγή του προβλήματος σε αντιπαράθεση “νεωτεριστών” - “συντηρητικών” από τον Τζιοβαννόνι δεν είναι η πλέον κατάλληλη. Τουλάχιστον σήμερα που πίσω από την κάθε μία θέση συμπαρατάσσονται ανομοιογενείς ομάδες με διαφορετικά κίνητρα. Ωστόσο, η επιχειρηματολογία της κάθε συμπαράταξης αποδίδεται ιδιαίτερα εύγλωττα. Φυσικά, πρόκειται για δύο σχετικά διαμετρικά αντίθετες απόψεις και, ως συνήθως, το δέον γενέσθαι θα πρέπει να αναζητείται σε κάθε περίπτωση κάπου ανάμεσα στο “άσπρο” και το “μαύρο” (ανεξάρτητα από το τι εκλαμβάνει ως “άσπρο” ή “μαύρο” ο καθένας). Ιδιαίτερα όταν στο ζύγι βαραίνει αποφασιστικά και η οικονομία: το κόστος διατήρησης και συντήρησης του "παλιού" ή της απώλειας των επιπτώσεων μιας επένδυσης από τη μια, αλλά και το όφελος από την ανάδειξη και εκμετάλλευσή του από την άλλη.
Αν, λοιπόν, δεν ήταν τόσο εμφανή τα ιδεοληπτικά κίνητρα των εμπνευστών της ανακήρυξης σε χώρο αρχαιολογικού ενδιαφέροντος του συνόλου της έκτασης του πάλαι ποτέ αεροδρομίου του Ελληνικού, δηλαδή του χώρου της επένδυσης, θα ήταν εύλογη η υπόθεση ότι πρόκειται για άτομα που ενστερνίζονται τις απόψεις των “συντηρητικών” (παρά το κατ’επίφασιν “προοδευτικό” προσωπείο τους). Αν, ωστόσο, παρακαμφθεί αυτή η παράμετρος, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό τους τα εν δυνάμει διατηρητέα της περιοχής.
Η αξία ενός μνημείου
Ο αυστριακός ιστορικός της τέχνης Αλοΐς Ρίγκλ σε ένα κείμενο, το οποίο παρά την παρέλευση ενός και πλέον αιώνος παραμένει επίκαιρο και το οποίο δεν ήταν παρά η εισηγητική έκθεση για νόμο των αρχών του 20ου αιώνα περί προστασίας των μνημείων, η λατρεία των μνημείων (που έχουν φυσική υπόσταση) και η προσκόλληση σε αυτά πηγάζουν από την αξία που το χαρακτηρίζει. Τριών τύπων είναι οι κυριότερες από αυτές τις αξίες.
Η πρώτη, με την χρονολογική σειρά ανάδειξής των, είναι η «αξία της παλαιότητας». Δεν προκύπτει δε από την τεχνοτροπία που χαρακτηρίζει το μνημείο. «Η παλαιότητα αναδύεται περισσότερο από μία ατέλεια, από μία ημιτελή κατάσταση, από μία τάση αποσύνθεσης της μορφής και του χρώματος που αποτελούν χαρακτηριστικά καθαρά αντίθετα προς εκείνα ενός σύγχρονου, δηλαδή πρόσφατης παραγωγής, αντικειμένου.»(3).
Η δεύτερη είναι η «ιστορική αξία» του μνημείου. «Η ιστορική αξία ενός μνημείου πηγάζει από το γεγονός ότι εκπροσωπεί για μας μία καθοριστική στιγμή της εξέλιξης σε έναν οποιοδήποτε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Από αυτήν την άποψη, το ενδιαφέρον έγκειται όχι στα ίχνη της φυσικής φθοράς, αλλά στην αρχική κατάσταση του έργου. Η ιστορική αξία αποδεικνύεται τόσο μεγαλύτερη, όσο η αρχική κατάσταση του αντικειμένου παραμένει αναλλοίωτη: οι επί μέρους φθορές και οι αλλοιώσεις ενοχλούν.»(4).
Τρίτη στη σειρά έρχεται η «αξία της μνήμης». «Η υπενθύμιση ενός γεγονότος πάλι έχει σκοπό ευθύς εξ αρχής από την ανέγερση του μνημείου να μην εγκαταλειφθεί στο παρελθόν η στιγμή στην οποία αναφέρεται, αλλά να διατηρηθεί για πάντα παρούσα στην συνείδηση των μελλοντικών γενεών.»(5).
Βέβαια, στη συνέχεια προστίθενται και άλλες αξίες, όπως η «χρησιμοθηρική αξία» ή η «καλλιτεχνική αξία».
Ποιας από αυτές τις αξίες μπορεί να γίνει επίκληση για να δικαιολογηθεί έστω και ως προβληματισμός ο χαρακτηρισμός ως διατηρητέων κατασκευών του χώρου του παλιού αεροδρομίου, πέρα από αυτές που έχει ήδη αποφασισθεί να διατηρηθούν; Καμιάς! Με πιθανή εξαίρεση το παλιό κτήριο του Αμερικανικού Κολλεγίου Θηλέων, οι υπόλοιπες (διάδρομοι προσγείωσης-απογείωσης, υπόστεγα, υδατόπυργος αμερικανικής βάσης κ.λπ.) είναι σχετικά πρόσφατες (μεταπολεμικές) κατασκευές που δεν διακρίνονται ούτε καν για τη μοναδικότητά τους!
Ένα υπαρκτό πρόβλημα
Ωστόσο, η εκ του πονηρού (με πρόσχημα τη διάσωση κατασκευών δήθεν αρχαιολογικού ενδιαφέροντος) παρεμβολή προσκομμάτων στην ανάπλαση και εκμετάλλευση του Ελληνικού (αλλά και άλλες ανάλογες προσπάθειες) δεν αναιρούν το υπαρκτό πρόβλημα της συνύπαρξης του παλιού με το νέο. Ένα πρόβλημα που οξύνεται διαρκώς τις τελευταίες δεκαετίας εξαιτίας της συνεχούς διεύρυνσης της υλικής/μνημειακής παράδοσης που κρίνεται διατηρητέα.
Πολύ πιθανόν εξαιτίας της υποχώρησης της επιρροής της άυλης παράδοσης έχει διασταλεί το ενδιαφέρον για την διαφύλαξη των υλικών στοιχείων της παράδοσης. Φαίνεται ότι αυτή η ανισορροπία ενεργοποιεί μια κοινωνική δυναμική που επιδιώκει την αντιστάθμιση της συρρίκνωσης του πλήθους των διατηρήσιμων άυλων στοιχείων μιας παράδοσης με την διεύρυνση του πλήθους των διατηρητέων υλικών στοιχείων της, με αποτέλεσμα τον σύγχρονο πληθωρισμό των τελευταίων, τόσο ως προς τον αριθμό των δειγμάτων όσο και ως προς τον αριθμό των ειδών. «Κοινότητες και άτομα, αναζητώντας τις ρίζες, την προέλευση και τις παλιές παραδόσεις, συμβάλλουν στην “μουσειοποίηση” της Γαλλίας. Ο μετασχηματισμός ενός ορυχείου ή ενός εργοστασίου σε αχρηστία αποτελεί όλο και περισσότερο έναν τρόπο διαγραφής του παρελθόντος χωρίς την καταστροφή του. Σωματεία και εθελοντές αποκαθιστούν παλιά πλοία, σιδηρουργεία, άλλοτε αλυκές αναζητώντας την αυθεντικότητα.»(6) παρατηρεί ο γάλλος καθηγητής εθνολογίας της ανθρωπολογίας Ζαν-Πιέρ Βαρνιέ. Η διαπίστωσή του, βέβαια, δεν περιορίζεται στην Γαλλία. Και άλλες χώρες δεν πάνε πίσω. Λίγο καθυστερημένα στην χορεία των προστέθηκε και η Ελλάδα, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες έχει επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου να καλύψει το χαμένο έδαφος: αφενός μεν να σταματήσει την αλόγιστη καταστροφή της υλικής της παράδοσης διασώζοντας ό,τι παραμένει όρθιο, αφετέρου δε να εκμεταλλευτεί οικονομικά (δηλαδή τουριστικά) ό,τι επιβιώνει και είναι εκμεταλλεύσιμο. Σε τέτοιο βαθμό που συχνά δεν αποφεύγονται οι υπερβολές. Αλλά και προσφέρεται σε ομάδες που βρίσκονται σε “διατεταγμένη υπηρεσία” υπονόμευσης ενός έργου η πρόφαση να προδιαθέσουν αρνητικά την κοινή γνώμη, ιδίως των περιοίκων, παραπλανώντας την.
Αυτή δε η τάση δυσχεραίνει τον προσδιορισμό της παράδοσης των υλικών στοιχείων, της πολιτισμικής κληρονομιάς (heritage, patrimoine, Erbe…), όπως αποδεικνύεται ανάγλυφα από μία περικοπή της πρώτης αναφοράς του Εθνικού Ταμείου Πολιτισμικής Κληρονομιάς της Μ. Βρετανίας: «Δεν μπορέσαμε να ορίσουμε την εθνική πολιτισμική κληρονομιά, όπως δεν θα μπορούσαμε να ορίσουμε παραδείγματος χάριν την ομορφιά ή την τέχνη… Αφήσαμε την πολιτισμική κληρονομιά να ορισθεί από μόνη της.»(6). Δηλαδή να μην προκαθορίσει η ίδια το περιεχόμενό της, αλλά να προκύψει από αυτό, όταν και όπως το τελευταίο αρχίσει να σταθεροποιείται και να της προσδίδει μία συγκεκριμένη ευρύτερα αποδεκτή μορφή, ή, εναλλακτικά, να προσδιορίζεται όπως θα έχει διαμορφωθεί από την κοινή γνώμη (ή τους ειδήμονες) σε κάθε χρονική στιγμή.
Αυτή η τάση, όμως, είναι πρόξενος προβλημάτων. Και αν, ως προς τα μικρά αντικείμενα (π.χ. οικογενειακά κειμήλια ή χρηστικά σκεύη), το πρόβλημα περιορίζεται στον αριθμό των διατηρήσιμων δειγμάτων και την ανεπάρκεια των χώρων έκθεσης και αποθήκευσής των, ως προς τα μνημεία (π.χ. υπαίθρια έργα τέχνης, κτήρια ή διάφορες κατασκευές), η διατήρησή των, πέρα από την οικονομική διάστασή της, περιπλέκει τον εκσυγχρονισμό των υποδομών μιας πόλης, την επέκταση ενός πολεοδομικού συγκροτήματος, την άνεση της διαβίωσης στις παλιές ψηφίδες του κ.λπ.
Το δέον γενέσθαι
Οπότε τίθεται το ερώτημα: «Τι κάνουμε;». Ερώτημα πολύπλοκο ή, μάλλον, πολυπλόκαμο. Δεν υπάρχει μονότροπη απάντηση. Αντίθετα, κάθε περίπτωση απαιτεί την δική της ιδιαίτερη αντιμετώπιση. Η προτίμηση προς την οποία εξαρτάται σημαντικά από τις ευαισθησίες και τις προτεραιότητες του καθενός. Αλλά και από την χρονική στιγμή που θα ανακύψει το πρόβλημα. Η έγκαιρη επισήμανσή του μπορεί να οδηγήσει σε μία σχεδόν ανέξοδη τροποποίηση του αρχικού σχεδιασμού. Η απρόοπτη εμφάνισή του σε προχωρημένο στάδιο ενδέχεται να συνεπάγεται αχρήστευση σημαντικού όγκου και κόστους εργασιών και πολυδάπανη τροποποίηση του σχεδιασμού εάν αποφασισθεί η προστασία του διατηρητέου.
Η λύση είναι ευχερέστατη όταν η σημασία του διατηρήσιμου μνημείου είναι σαφώς υπέρτερη της νέας παρέμβασης ή αντίστροφα: δεν κατεδαφίζεται ένας Παρθενώνας για να εγκατασταθεί ένα Κ(έντρο)Ε(ξυπηρέτησης)Π(ολιτών)! Την λύση καθορίζει ορισμένες φορές και το πλήθος των συναφών μνημείων: η σπανιότητά των δεν επιτρέπει καν την σκέψη μείωσης των δειγμάτων αυτού του είδους· αντίθετα η αφθονία των διευκολύνει την αποδοχή της θυσίας ενός εκ των δειγμάτων. Μερικές φορές διέξοδο δίνει η τεχνολογία: σήμερα είναι εφικτή π.χ. η μετακίνηση ή η αποσυναρμολόγηση και επανασυναρμολόγηση διατηρητέων ακόμα και μεγάλου όγκου. Αλλά σταυρώνει τα χέρια της όταν το μνημείο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με ένα δεδομένο περιβάλλον. Ενίοτε επιλέγεται η παραπομπή του προβλήματος σε ένα απώτερο μέλλον (ή στις ελληνικές καλένδες): έτσι, εάν αποκαλυφθούν τα απλά θεμέλια ενός οικισμού κατά την κατασκευή ενός αυτοκινητόδρομου, αποτυπώνονται, σκεπάζονται με αμμώδες υλικό και… ενταφιάζονται εκ νέου. Άλλοτε, το μνημείο ή το εύρημα μπορεί να αποτελέσει πλεονέκτημα: η διάσωσή του και η ένταξή του στο νέο περιβάλλον να διαφημίσει το τελευταίο και να αυξήσει την επισκεψιμότητά του και την αξία αποτίμησής του.
Αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις των οποίων η αντιμετώπιση δεν μπορεί να ακολουθήσει κάποια πεπατημένη. Τι γίνεται, παραδείγματος χάριν, εάν μια σήραγγα ύδρευση μιας πόλης σχεδόν στο τελευταίο στάδιο της διάνοιξής της “πέσει” επάνω σε ένα σημαντικό αρχαιολογικό εύρημα;
Είναι προφανές ότι δεν είναι εφικτή η παράθεση όλων των πιθανών περιπτώσεων. Όπως είναι προφανές και το ότι η ανερμάτιστη επίκληση δήθεν αρχαιολογικού ενδιαφέροντος ευρημάτων, όπως στην περίπτωση του Ελληνικού, δεν συμβάλλει στην προσπάθεια εμπέδωσης της αναγκαίας διάσωσης υπολειμμάτων της υλικής πολιτισμικής παράδοσης. Αντίθετα, μπορεί να την υπονομεύσει, όπως υπονόμευσε στο παραδοσιακό λαϊκό αφήγημα την αξιοπιστία του νεαρού βοσκού η άνευ αντικειμένου και χάριν παιδιάς επίκληση από αυτόν του κινδύνου ενός λύκου!
 
(1) Gustavo Giovannoni: «Vecchie città ed edilizia nuova», γαλλική μετάφραση «Lurbanisme face aux villes anciennes». Εκδ. du Seuil/Points 1998, σελ. 35-36.
(2) Στο ίδιο, σελ. 36.
(3) Aloïs Riegl: «Der modern DenkmalKultus, sein Wesen, seine Entstehung», γαλλική μετάφραση «Le culte moderne des monuments». Εκδ. L’Harmattan 2003, σελ. 75.
(4) Στο ίδιο, σελ. 81-82.
(5) Στο ίδιο, σελ. 89.
(6) Jean-Pierre Warnier: «La mondialisation de la culture». Εκδ. La Découverte 2004, σελ. 63-64.
(7) (Αναφέρεται στο) Françoise Benhamou: «Économie du patrimoine culturel». Εκδ. La Découverte 2012, σελ. 9.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου