Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Μόδα είναι… (θα περάσει όμως;)

("Νέα Αγχίαλος"/τεύχος 86/Ιανουάριος – Φεβρουάριος – Μάρτιος 2015)

Χωρίς άλλο κάποιοι θα διαφωνούν και κάποιοι θα συμφωνούν σε πολλά σημεία (και όχι μόνο στον τομέα των οικονομικών) με την πολιτική της νέας κυβέρνησης του τόπου. Άλλοι, πάλι, θα έχουν διαφορετική ο καθένας γνώμη για το “πρόσημο” (θετικό ή αρνητικό και όχι προοδευτικό ή μη) των συνεπειών της αντιπαράθεσης με τους ευρωπαίους εταίρους της χώρας. Κανένας, όμως, δεν θα αμφισβητεί τη μεγαλύτερη κυβερνητική επιτυχία: την πρωτοφανή προβολή των ενδυματολογικών προτιμήσεων ορισμένων πρωτοκλασάτων στελεχών της! Υπερβαίνει σε έκταση και ένταση ακόμα και την θρυλική πλέον εποχή του ζιβάγκο, του αρειμανίου μύστακος και της δασείας γενειάδος της δεκαετίας του ‘70. Ίσως γιατί ο τότε “εμφανισιακός ρηξικελευθισμός”, στον απόηχο του Μάη του ’68 και των χίππυς, δεν ήταν αποκλειστικά ελληνική πατέντα. Σήμερα όμως: ελληνική κυβέρνηση – διεθνής γκλαμουριά, σημειώσατε 1!
Πρώτος και καλύτερος σε αυτόν τον (επικοινωνιακό;) θρίαμβο ο ίδιος ο πρωθυπουργός! «Από θεού άρξασθαι…» θα μουρμουρίζουν χαιράμενοι οι αντισυμβατικοί θιασώτες του. «Το ψάρι από το κεφάλι βρωμάει…» θα ψελλίζουν ξινισμένοι οι μισονεϊστές αντίμαχοί του. Οι υπόλοιποι, οι πιο εχέφρονες ή σκεπτικοί, θα προβληματίζονται που το «φαίνεσθαι» πήρε κεφάλι από το «είναι». Ή, έστω, που το «είναι» εκφράζεται ή περνάει στην κοινή γνώμη μέσω του «φαίνεσθαι».
Αν, ωστόσο, μπει στην άκρη το πολιτικο-κομματικό στοιχείο, τι σηματοδοτεί μία ενδυματολογική επιλογή που δεν σέβεται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τις κατά περίπτωση επιταγές του κατεστημένου ενδυματολογικού κώδικα; Κατά κύριο λόγο την αέναη επιδίωξη του “νέου” να αντικαταστήσει το “παλιό”. Άλλωστε, και το “κατεστημένο” δεν είναι παρά ο νικητής της τελευταίας χρονικά μάχης αυτού του είδους στον τομέα του. Έτσι και η επίσημη ανδρική αμφίεση δεν είναι παρά η εξέλιξη της ενδυμασίας με κουστούμι και γραβάτα που καθιέρωσε ο άγγλος Μπω Μπρούμμελλ (1778-1840), ο οποίος επηρέασε αποφασιστικά την ανδρική μόδα της εποχής του και υπήρξε ο εμπνευστής του δανδισμού.
Συχνά, το “νέο” δεν έχει ως αυτοσκοπό την απλή αντικατάσταση του “παλιού”, αλλά την ρήξη με τον κομφορμισμό που επιβάλλει το τελευταίο ή εκφράζεται μέσω αυτού. Ωστόσο, εξίσου συχνά οι φορείς του “νέου”, στην προσπάθειά τους να τονίσουν την διαφορετικότητά τους, αντί να υιοθετήσουν μία ελευθερία επιλογής, παρασύρονται σε μια μονομερή επίδειξη των διαφορών και εγκλωβίζονται σε έναν “αντι-κομφορμίστικο” κομφορμισμό. Έτσι, καθίστανται δέσμιοι των εκφραστικών μέσων που προβάλλουν για να αποκαθηλώσουν τις κατεστημένες μορφές, σε αντίθεση με αυτούς που επιλέγουν την ευχέρεια – και τη συνακόλουθη ελευθερία – να μεταπηδούν από τις μεν στις δε ή και σε άλλες. Και είτε διαιωνίζουν την διαδοχή των συρμών, εάν αυτό που προτείνουν ως “νέο” επικρατήσει, είτε καταγράφονται ως ένα, συχνά γραφικό, θνησιγενές κίνημα. Μάλιστα, οδηγώντας ορισμένες φορές την αντίθεση στα άκρα, κινδυνεύουν αντί “του συρμού” να γίνουν “του δια-συρμού”!
Οι συρμοί στην εμφάνιση του ατόμου άλλοτε περιορίζονται σε μία επιφανειακή αλλαγή και άλλοτε σχετίζονται με μία αλλαγή αξιών. Στην δεύτερη ομάδα, για παράδειγμα, ανήκει η μινιμαλιστική και με μεγάλη δόση ατιμελησιάς μόδα των νέων της δεκαετίας του 1960, που εξέφραζε μία αντίδραση στην εκζήτηση της εποχής.
Ακόμα παλιότερα, πάντως, η μόδα είχε ισχυρότερο αξιακό ή/και κανονιστικό χαρακτήρα. Από μία άποψη η μόδα γεννήθηκε μέσα στις πρώτες οργανωμένες κοινωνίες, όταν επιβλήθηκαν προδιαγραφές στην αμφίεση και, γενικότερα, στην εμφάνιση των μελών τους. Ενώ, όμως, στην αρχή αυτές υπαγορεύονταν από πρακτικές ανάγκες, ηθικές επιταγές κ.λπ. και βασίλευε μία σχετική ομοιομορφία, με την πάροδο του χρόνου και με τη διαμόρφωση των κοινωνικών τάξεων άρχισε να επικρατεί πολυμορφία, τόσο μεγαλύτερη όσο περισσότερες ήταν οι τάξεις, για καθεμία από τις οποίες ίσχυε διαφορετικός ενδυματολογικός κ.λπ. κώδικας. Αυτός είχε ως σκοπό τόσο να διαφοροποιεί την κάθε ομάδα από τις υπόλοιπες, όσο και να δίνει τη δυνατότητα στα άτομα να δείχνουν το ότι ανήκουν σε μία κοινωνική ομάδα και να προσδιορίζουν την ταυτότητα της ομάδας.
Όμως, η “μόδα” εκείνων των εποχών δεν είχε τα χαρακτηριστικά της σημερινής μόδας. Επιβαλλόταν εκ των άνω, απευθυνόταν σε ορισμένο κοινό και δεν άλλαζε εύκολα. Ο ρευστός χαρακτήρας της σημερινής μόδας είναι κάτι το σχετικά πρόσφατο. Κατά τον δόκτορα κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κολούμπια Φρεντερίκ Γκοντάρ: «Από μία ιστορική σκοπιά, η μόδα λοιπόν αναδύεται από την κατάρρευση των παραδοσιακών κοινωνικών δομών και των κανονιστικών πλαισίων τους, ιδιαίτερα των νομικών όπως στην περίπτωση των νόμων συμπεριφοράς: η μόδα προοδεύει εκεί όπου οι παραδόσεις υποχωρούν.». Η δε αμερικανίδα ιστορικός Βάλερι Στηλ την θεωρεί: «στενά συνδεδεμένη με την ανάδυση των πόλεων και μιας ανερχόμενης μέσης τάξης» στην Ιταλία του ύστερου μεσαίωνα. Με αυτά τα δεδομένα, δεν είναι παράδοξο ότι η ουσιαστική εξάπλωση του φαινομένου συμπίπτει με την μεγαλύτερη κοινωνική ανατροπή των τελευταίων αιώνων, την πολιτική, οικονομική και κοινωνική άνοδο της αστικής τάξης. Τα στοιχεία που υιοθετούσε κατά καιρούς εξωθούσαν την παραπαίουσα αριστοκρατία να αντιδρά με περαιτέρω διαφοροποίηση, με αποτέλεσμα μία αδιάκοπη σειρά εναλλαγών στη μόδα. Σε αυτές στηρίχθηκε η θεωρία της ταξικής πηγής της μόδας, που διατύπωσε ο γερμανός Γκεόργκ Ζίμμελ, μάλλον πρώτος μελετητής του φαινομένου.
«Μίμηση ενός δεδομένου προτύπου, η μόδα ικανοποιεί μια ανάγκη κοινωνικού στηρίγματος, οδηγεί το άτομο σε μία πορεία που ακολουθείται από όλους, υποδηλώνει μία γενικότητα που περιορίζει τη συμπεριφορά του καθενός σε ένα καθαρό και απλό παράδειγμα. Πέραν τούτου, ικανοποιεί εξίσου την ανάγκη διάκρισης, την τάση για διαφοροποίηση, για ποικιλομορφία, για ξεχώρισμα.», έγραφε ήδη το 1895, «Το κατορθώνει από τη μια με την αλλαγή του περιεχομένου που εντυπώνει στη μόδα του σήμερα το προσωπικό της σύμβολο σε σχέση με εκείνη του χθες ή του αύριο, αλλά, από την άλλη, ακόμα πιο δραστικά εκ του γεγονότος ότι οι μόδες είναι πάντα ταξικές μόδες, με την διάκριση των ανωτέρων στρωμάτων σε σχέση με τα κατώτερα στρώματα και την εγκατάλειψή της από τα πρώτα μόλις τα δεύτερα αρχίσουν να την υιοθετούν.».
Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες επικράτησε μία ισοπεδωτική τάση και η μόδα έγινε κοινωνικά διαστρωματική. Σε αυτό συνέβαλαν η εμπορευματοποίησή της, το “prêt-à-porter” και η μαζική βιομηχανική παραγωγή ενδυμάτων και άλλων αξεσουάρ που τα έκαναν προσιτά στο ευρύτερο κοινό. Αλλά και ο συγχρωτισμός των κοινωνικών τάξεων που επέβαλε η μαζική δημοκρατία. «Ο εγγενής λαϊκισμός της μαζικής δημοκρατίας κάνει πρωταρχικό καθήκον των μελών των ελίτ να εκδηλώνουν επιδεικτικά σε κάθε δεδομένη ευκαιρία πόσο κοντά βρίσκονται στον απλό άνθρωπο·», σχολίαζε σχετικά ο στοχαστής Παναγιώτης Κονδύλης. Με αυτόν τον τρόπο η ταξική υφή της μόδας περιορίστηκε στην “υψηλή ραπτική (haute couture)”. Και στις μόδες που απευθύνονται σε εσωστρεφείς ως προς τη επιρροή τους κοινωνικές ομάδες, όπως χαρακτηριστικά στους γάλλους "zazous" του τέλους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στους έλληνες "κουτσαβάκηδες" του 19ου αιώνα ή των διαφόρων σύγχρονων “φυλών” των νέων (emo κ.λπ.), των οποίων η διαφοροποίηση δεν περιορίζεται στην εξωτερική εμφάνιση, αλλ’επεκτείνεται στον τρόπο ένδυσης, στη στάση του σώματος, στη κινησιολογία, στον τρόπο ομιλίας και σε άλλες πολλές λεπτομέρειες.
Παράλληλα, η μόδα έγινε και εργαλείο άσκησης επιρροής. Η γοητεία που ασκεί έχει γίνει αντιληπτή όχι μόνο από τα οικονομικά συμφέροντα, αλλά και από αυτούς που θέλουν να ταράξουν τα νερά μιας κοινωνίας. Η – προκλητική πολλές φορές – προβολή μιας αντι-μόδας δεν αποσκοπεί μόνο στην αντιπαράθεση του “νέου” προς το “παλιό”, αλλά και στην ίδια την υπονόμευση ενός γενικότερου (κοινωνικού) status quo. Αυτό επιτυγχάνεται με την ταύτιση των εκφραστών του με μία στασιμότητα ή/και συντήρηση που εκτείνεται πέρα από τα επιφανειακά στοιχεία. Όπως παρατηρούσε χαρακτηριστικά και σκωπτικά ο βρετανός ιστορικός κοινωνιολόγος Γουώλτερ Ράνσιμαν: «Στους τυχαίους νεαρούς της πόλης που βλέπουν τον Μπώ Μπρούμμελλ να κατεβαίνει την Σαιντ Τζαίημς Στρητ με λυτή τη γραβάτα του, δημιουργείται η πεποίθηση ότι η κοινωνική τους θέση θα αναβαθμισθεί αντί να υποβαθμισθεί αν παραβούν την παραδεδεγμένη ενδυματολογική σύμβαση και ενθαρρύνεται την ίδια στιγμή η περιφρόνησή τους για εκείνους που θεωρούν πολύ δειλούς ή πολύ άκαμπτους για να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Μπρούμμελλ.». Αυτή η περιφρόνηση προς τους πιστούς του παραδοσιακού παρασύρει – έστω και ασυνείδητα – και το τι εκπροσωπεί ή πρεσβεύει το αντικείμενο του χλευασμού και ανοίγει τον δρόμο για καταξίωση του αντίποδά του.
Πάντως, οι μόδες δεν είναι αιώνιες· έρχονται και παρέρχονται, παρότι μερικές ξεπερνούν τον εφήμερο χαρακτήρα τους και μετατρέπονται σε στοιχείο παράδοσης. Αν την ανάδυση ενός συρμού επιτρέπουν οι ρωγμές στο κατεστημένο κοινωνικό οικοδόμημα, η ενδεχόμενη αδυναμία του να ανταποκριθεί σε νέες συνθήκες και η απώθηση που προκαλεί εξαιτίας της εμμονής σε συστατικά του που ξεπερνιούνται με την πάροδο του χρόνου τον οδηγεί σε βαθμιαία ή ραγδαία συρρίκνωση της επιρροής του. Έτσι, διαχρονικά, η εμφάνιση κάθε νεοφυούς μόδας συνοδεύεται από το ίδιο αμφίσημο ρεφραίν: «θα περάσει». Στην αρχή ως ερώτημα, με την έννοια του αν “θα περάσει”, αν δηλαδή θα έχει απήχηση, στην κοινωνία, στη συνέχεια δε ως εκ του ασφαλούς προφητεία, με την έννοια ότι, ό,τι και να γίνει, «τα ψωμιά της είναι μετρημένα»!
Παράλληλα και ανάλογα με την εξέλιξη δίνεται πάντα μια καταφατική απάντηση στο παρεμφερές, αλλά με διφορούμενη έννοια, ερώτημα «θα τους περάσει;» που αναφέρεται σε όσους επιχειρούν να λανσάρουν μία μόδα. Γιατί θα εκλαμβάνεται είτε ως αν θα γίνει το δικό τους και η μόδα τους επικρατήσει είτε ως αν θα τα βροντήξουν απογοητευμένοι επειδή δεν βρίσκουν ανταπόκριση!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου