Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Ο αδιόρθωτος παράγων (οι κρατικοί μηχανισμοί ως τροχοπέδη της ανάπτυξης)

("Εφημερίδα του Κ.Σ.Μ."/τεύχος 165/Απρίλιος 2013)
 
Η χώρα δεν στερείται παραγωγικών δυνάμεων. Ούτε επιχειρηματικού πνεύματος. Το αποδεικνύει η επιτυχία πολλών ξενιτεμένων Ελλήνων. Το αποδεικνύουν και οι εξαγωγικές επιδόσεις πολλών ελληνικών επιχειρήσεων. Το αποδεικνύει, ως πιο χειροπιαστό παράδειγμα, και το εντυπωσιακό γεγονός ότι, μόλις εντοπίσθηκε ένα μικρό “παραθυράκι” της κοινοτικής νομοθεσίας που ευνοεί τις τοπικές μικρο-ζυθοποιΐες, η χώρα βρέθηκε με πάνω από είκοσι μάρκες ελληνικής μπύρας που προσφέρουν στο κοινό πάνω από τριάντα τύπους “κρίθινου οίνου”! Μερικές δε εξάγουν το προϊόν τους ακόμα και σε χώρες που φιλοξενούν κραταιά ονόματα του κλάδου.
Η χώρα δεν στερείται φιλόπονου εργατικού δυναμικού όλων των επιπέδων. Το αποδεικνύει η εξέλιξη πολλών μεταναστών που δούλεψαν σκληρά ωσότου φτάσουν στην κορυφή. Το αποδεικνύουν οι μαρτυρίες πολλών ξένων που πέρασαν με επαγγελματική αποστολή από την χώρα. Το αποδεικνύουν, πάλι ως πιο χειροπιαστό παράδειγμα, και οι πρόσφατες δηλώσεις του Φου Τσενγκ Κιου, του γενικού διευθυντή της εταιρείας «Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων Πειραιώς Α.Ε.», που ίδρυσε η κινεζική «COSCO», στην εφημερίδα «Le Monde», το σχετικό άρθρο της οποίας “θάφτηκε” για ευνόητους λόγους από τα ντόπια μέσα δήθεν ενημέρωσης (τουτέστιν συσκότισης) της κοινής γνώμης. Είπε, λοιπόν, ο “Κάπταιν Φου” για τους έλληνες εργαζόμενους της επιχείρησης: «Είμαστε μόλις επτά Κινέζοι σε σύνολο προσωπικού διακοσίων εβδομήντα ατόμων της Cosco. Είναι εξαιρετικοί και εργάζονται σκληρά.». Ο δε αναπληρωτής του Ζανγκ Ανμίνγκ δεν δίστασε να μιλήσει εξίσου επαινετικά και για τους εγχώριους υπεργολάβους της επιχείρησης: «Όλοι οι κατασκευαστές μας είναι έλληνες. Είναι πολύ καλοί. Δεν υπάρχει καμία καθυστέρηση· βρίσκονται μάλιστα μπροστά από το χρονοδιάγραμμα.».
Αν, όμως, τόσο το “πνεύμα” όσο και το “σώμα” είναι πρόθυμα, τότε γιατί αυτή η έρμη η ανάκαμψη δεν λέει να καταδεχτεί να “πατήσει” και λίγο Ελλάδα; Απλούστατα, γιατί για να την θυμηθεί το “πνεύμα” και το “σώμα” δεν φτάνουν. Χρειάζεται και κάτι άλλο· χρειάζεται και “χρήμα”, δηλαδή επενδύσεις. Επειδή δε δημόσιο χρήμα δεν υπάρχει ούτε για δείγμα ή, μάλλον, όσο υπάρχει διατίθεται για την μακροημέρευση αντιπαραγωγικών κρατικών δομών και επειδή το ιθαγενές ιδιωτικό στέρεψε γεμίζοντας τον κρατικό «Πίθο των Δαναΐδων», χρειάζεται να έρθει χρήμα απ’έξω.
Πως, όμως, να προσελκυσθεί αυτό το χρήμα όταν όσοι το αποτόλμησαν «βλαστήμησαν την ώρα και τη στιγμή» που πήραν την απόφαση; Οι κακόβουλοι (ψευδο)αριστεροί, οι δήθεν ευαίσθητοι οικολόγοι, η ουσιαστική αρνησιδικία της δικαιοσύνης και η απύθμενη γραφειοκρατία δεν τους αφήνουν σε χλωρό κλαδί, ακόμα και τώρα που οι κυβερνήσεις «τάζουν λαγούς και πετραχήλια» σε όποιον φέρει τα “ζεστά λεφτουδάκια” του στη χώρα.
Οι επίβουλη ιδιόμορφη αριστερά του τόπου, αν δεν λοιδορεί ως «λαμόγια» ή «γκάνγκστερς» τους επίδοξους επενδυτές, τους απειλεί αναίσχυντα ότι «θα χάσουν τα λεφτά τους» αν επενδύσουν στον τόπο.
Οι κατά πλειοψηφίαν ανειλικρινώς υπερευαίσθητοι σε θέματα περιβάλλοντος βάζουν του κόσμου τις τρικλοποδιές σε όποιον θέλει να ασκήσει μία δραστηριότητα. Η κακοπροαίρετη προδιάθεσή τους αναδεικνύεται περίτρανα ότι σχεδόν στο σύνολο των περιπτώσεων της δυναμικής παρέμβασής τους προβάλλουν τις αντιρρήσεις τους την τελευταία στιγμή, χωρίς μία αντιπρόταση για τήρηση πιο αυστηρών κανόνων κ.λπ., αλλά με αίτημα την ακύρωση της επένδυσης ή την έναρξη διαλόγου από μηδενική βάση, δηλαδή την παραπομπή του στις «ελληνικές καλένδες». Από το στόχαστρό τους πέρασαν όλα τα μεγάλα έργα των τελευταίων ετών, ακόμα και το πιο αποτελεσματικό συγκοινωνιακό έργο κατά της ατμοσφαιρικής ρύπανσης: το μετρό!
Παράλληλα, τα ίδια ακριβώς και κατ’επίφασιν αριστερά ή οικολογικά κέντρα παρασύρουν «βγάζοντας απέξω την ουρά τους» μια (συχνά μειοψηφική) μερίδα αφελών, αδαών ή υστερόβουλων περιοίκων σε δυναμικές κινητοποιήσεις που τρομοκρατούν όποιον αποτολμήσει να τους αγνοήσει με στόχο να το μετανιώσει και «να μαζέψει τα μπογαλάκια του» πριν είναι αργά (για αυτόν). Τα πρόσφατα γεγονότα στις Σκουριές και στην Ιερισσό με στόχο τα μεταλλεία χρυσού αποτελούν αδιάψευστο τεκμήριο.
Ταυτόχρονα, εκμεταλλεύονται την αδυναμία έκδοσης δικαστικών αποφάσεων σε εύλογο χρονικό διάστημα και με διαδοχικές προσφυγές και αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, με επιχειρήματα που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν τα όρια της απλής φαιδρότητας. Έτσι, όμως, το τελικό «καλώς έχει» έρχεται όταν είτε η επένδυση έχει ξεπεραστεί από τις εξελίξεις είτε η υπομονή του υποψήφιου επενδυτή έχει εξαντληθεί είτε έχουν συμβεί και τα δύο μαζί. Αυτή τη στιγμή εκκρεμεί η εκδίκαση προσφυγών ακόμα και του 2007! Από μια άλλη σκοπιά, μερικές φορές δικαστικές αποφάσεις προκαλούν εύλογες απορίες για τη λογική τους, καθώς μπλοκάρουν από μόνες τους επενδύσεις. Όπως, πρόσφατα, στην περίπτωση της εκμετάλλευσης δημοσίου ακινήτου στην Κασσιόπη της Κέρκυρας, επειδή το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η μετακίνηση ενός ραντάρ του Πολεμικού Ναυτικού ενέχει κινδύνους για την εθνική ασφάλεια που προέχει του δημοσίου συμφέροντος. Και τούτο παρότι ο άμεσα ενδιαφερόμενος, το Πολεμικό Ναυτικό, όχι μόνο είχε συμφωνήσει για την μεταφορά, αλλά είχε θεωρήσει ότι η νέα θέση του ραντάρ πλεονεκτεί σε σχέση με την τωρινή!
Τέλος, η γραφειοκρατία παρακινεί κάθε σώφρονα επενδυτή να «το σκεφτεί δυο φορές» πριν ξεκινήσει για το “Πρότυπο (Χαρτο)Βασίλειο”. Το ότι η «fast track» ίδρυση επιχειρήσεων δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα δεν οφείλεται σε δικές της αδυναμίες, αλλά, μεταξύ άλλων, και στο ότι άφησε ανέπαφη την μετά την σύσταση γραφειοκρατία.
Θα είχε, ωστόσο, λάθος να νομίσει κανείς ότι οι συμπληγάδες που εμποδίζουν την έλευση της παραγωγικής ανάπτυξης περιορίζονται σε αυτούς τους παράγοντες. Παρεμβαίνει ένας ακόμα, ίσως ο πιο ύπουλος και, ως εκ τούτου, επίφοβος: ο κρατικός μηχανισμός που έχει επιφορτισθεί να της ανοίξει τον δρόμο προωθώντας ορισμένα μεγάλα αναπτυξιακά προγράμματα. Πολλές από τις αλλεπάλληλες πρόσφατες αποτυχίες οφείλονται σ’αυτόν. Κάτι το αναπόφευκτο όταν τον στελεχώνουν άτομα που διακατέχονται από ιδεοληψίες κατά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, άτομα που επιδιώκουν συνειδητά και απροκάλυπτα την υπονόμευση του αναπτυξιακού έργου (χωρίς να τα ενοχλεί κανείς!), άτομα που φοβούνται να βάλουν την υπογραφή τους οπουδήποτε, άτομα που απεχθάνονται το ξεβόλεμα που συνεπάγονται οι αλλαγές, άτομα που δεν θέλουν να χάσουν το διαφέντεμα του μετεριζιού τους (και τα κάθε είδους παράφερνά του), άτομα τελείως ακατάλληλα για τα καθήκοντα που τους αναθέτουν, άτομα που δεν συναισθάνονται ή δεν συμμερίζονται την κρισιμότητα της κατάστασης…
Έτσι, άγνοια, υστεροβουλία, δόλος, ανευθυνότητα, ευθυνοφοβία, ανικανότητα διαφόρων αρμοδίων ή ένα μίγμα από αυτά ακυρώνουν ακόμα και τις πιο φιλότιμες προσπάθειες εκείνων που θέλουν να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους. Το κατορθώνουν άλλοτε κωλυσιεργώντας, άλλοτε θέτοντας ανεφάρμοστους όρους, άλλοτε προβάλλοντας μαξιμαλιστικές απαιτήσεις, άλλοτε παρεμβάλλοντας απαγορευτικές διατάξεις…
Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα μεγάλης επένδυσης της Δ.Ε.Η. σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, που είχε εξαγγείλει «μετά φανών και λαμπάδων» πρώην πρωθυπουργός. Αφού εκδήλωσαν ενδιαφέρον καμιά εικοσαριά επιχειρηματικές συμπράξεις, αφού επιλέχθηκαν δεκαέξι από αυτές και αφού δόθηκαν αλλεπάλληλες παρατάσεις, η «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα» Δ.Ε.Η. δεν ευδόκησε να παραλάβει ούτε μία προσφορά! Σε αυτό δεν έφταιγε μόνον η κακή οικονομική συγκυρία. Στην αποτυχία συνέβαλαν και ορισμένες προϋποθέσεις που είχαν θέσει προφανώς αυτοί που δεν βλέπουν με καλό μάτι την υπεισέλευση ιδιωτών στο “δοβλέτι” τους, όπως το ότι μετά από μία 11ετία από την υπογραφή της σχετικής σύμβασης η Δ.Ε.Η. θα είχε το δικαίωμα να εξαγοράσει μέρος της συμμετοχής των ιδιωτών και να ασκεί εκείνη τη διαχείριση της κοινής επιχείρησης. Μ’άλλα λόγια να αφήσουν οι ιδιώτες που θα έχουν βάλει τα κεφάλαιά τους και θα έχουν πάρει ή εγγυηθεί τα αναγκαία δάνεια να περάσει η διαχείριση στον (συν)διοικητή της Δ.Ε.Η. κύριο Φωτόπουλο ή στο οποιοδήποτε (tale quale) κουμάσι που θα βρίσκεται τότε στη θέση του. Προφανώς, ο στόχος δεν ήταν η αναζήτηση επενδυτή, αλλά (κατά την ευπρεπέστερη έκφραση) “κορόιδου”!
Το χειρότερο είναι ότι, ενώ η παθογένεια είναι γνωστή, δεν γίνεται τίποτε για να θεραπευθεί. Απεναντίας, καταβάλλεται προσπάθεια να «μην θιγούν τα κακώς κείμενα», καθώς, φαίνεται, κρίνεται ως ανήκεστος. Αυτό καταδεικνύει και το όσο γίνεται πιο πρόσφατο κρούσμα. Διακομματική τροπολογία έδωσε “συγχωροχάρτι” σε απευθείας αναθέσεις δημοσίων συμβάσεων επειδή «η υποχρέωση ελέγχου από την Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων καθυστερεί την υλοποίηση αναπτυξιακών δράσεων». Όντως, ο έλεγχος όλων των συμβάσεων από την ΕΑΑΔΗΣΥ είναι χρονοβόρος και αντιπαραγωγικός, ιδιαίτερα για δράσεις που πρέπει να ολοκληρωθούν μέσα σε ασφυκτικές προθεσμίες. Αντί, όμως, να θεσμοθετηθούν ταχείες διαδικασίες ελέγχου που να ανταποκρίνονται στις αναπτυξιακές ανάγκες της χώρας και προτεραιότητες για ελέγχους επειγουσών υποθέσεων, προτιμήθηκε η παράκαμψη μιας χρησιμότατης για το δημόσιο συμφέρον αρχής για να μην διαταραχθούν οι ράθυμοι ρυθμοί του κρατικού μηχανισμού!
Το δε χείριστο είναι ότι αυτή η ανοχή δεν περιορίζεται στους πολιτικο-κομματικούς κύκλους που, όπως είναι εύλογο, έχουν ακατάλυτους δεσμούς με το πελατειακό κράτος που δημιούργησαν. Επεκτείνεται και έξω από αυτούς. Είναι χαρακτηριστική, για παράδειγμα, η άποψη δημοσιογράφων ότι η πρόβλεψη των συμβάσεων των (εν υπνώσει εδώ και τρία χρόνια) αυτοκινητοδρόμων για συντέλεση απαλλοτριώσεων και αρχαιολογικών ερευνών μέσα σε τακτές προθεσμίες δεν ήταν εφικτή και ότι, όπως υπονοείται, έγινε δεκτό για να καταβάλλονται αποζημιώσεις για τις καθυστερήσεις. Ακόμα και αν ήταν έτσι – που δεν είναι, όπως είναι εύκολο να αποδειχθεί, αλλά δεν είναι του παρόντος – το ζητούμενο δεν θα έπρεπε να ήταν αυτό που διαφαίνεται, η προσαρμογή δηλαδή των χρονοδιαγραμμάτων στους ρυθμούς των κρατικών μηχανισμών, αλλά η προσαρμογή των τελευταίων στους ρυθμούς που επικρατούν διεθνώς και επιβάλλονται για την έξοδο της οικονομίας της χώρας από το τέλμα, στο οποίο έχει κολλήσει.
Δυστυχώς, όπως φαίνεται, η εντύπωση ότι η παθογένεια των κρατικών μηχανισμών είναι ανίατη και ότι οι πάντες πρέπει να την θεωρούν ως δεδομένη έχει προσβάλει ένα κοινό πολύ ευρύτερο από τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Και αυτό δυσχεραίνει αφάνταστα την καταπολέμησή της!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου