Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: «Αρχαίο πνεύμα αθάνατο…»

("Νέα Αγχίαλος"/τεύχος 91/Απρίλιος – Μάιος – Ιούνιος 2016) 
 
- Και πόσες ώρες θέλεις να διδάσκονται;
- Να διδάσκονται δύο!
- Και γιατί να διδάσκονται δύο;
- Και πόσες να διδάσκονται;
- Να διδάσκονται τρεις!
- Και γιατί να διδάσκονται τρεις;
- Και πόσες να διδάσκονται;
- Να μην διδάσκονται!
Κάπως έτσι διεξάγεται ο διάλογος γύρω από το νέο θέμα που διχάζει την ελληνική κοινωνία: την διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών. Ένα θέμα που αναδεικνύει – για μία ακόμα φορά – τους κινητήριους μοχλούς της διαμάχης: εμμονές, υστεροβουλίες, ιδεοληψίες, απωθημένα, πολιτική εκμετάλλευση και δεν συμμαζεύεται…
Αν κάποιος το εξετάσει κάπως ψύχραιμα – απόλυτα ψύχραιμα αποκλείεται γιατί όλο και προς τη μία ή την άλλη θέση θα πρόσκειται – θα ανακαλύψει ισχυρά και σαθρά επιχειρήματα ένθεν κακείθεν(1).
Πάντως, ο αριθμός των ωρών διδασκαλίας των αρχαίων στη μέση εκπαίδευση δεν είναι το θέμα αυτών των γραμμών, αλλά η αφορμή για να ριχτεί μια ματιά στη σχέση των νεοελλήνων με τον πολιτισμό των ευκλεών αρχαίων προγόνων τους, για τους οποίους – με την εξαίρεση κάποιων ακραίων αποδομιστών που απορρίπτουν την συνέχεια του γένους – είναι ιδιαίτερα περήφανοι. Τον έχουν «κορώνα στο κεφάλι τους». Ή, μάλλον, «σάπκα στο κεφάλι τους» για να μην υποπέσουν στο θανάσιμο αμάρτημα της παρέκκλισης από το “πολιτικώς ορθόν” του συρμού. Άντε, έστω, «ρεπούμπλικα(2) στο κεφάλι τους»! Είναι ιδεολογικά πιο ουδέτερο.
Κορδώνονται γι’αυτόν, ιδιαίτερα οπότε τους θυμίσει το τι του χρωστάει ο δυτικός πολιτισμός κάποιο γεγονός (όπως θα συμβεί πολύ σύντομα με την επικείμενη έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2016) ή η επισήμανση της ελληνικής ρίζας μιας ξένης λέξης. Και, κατά κάποιον τρόπο, θεωρούν ότι σύμπασα η Δύση τους χρωστάει royalties για τα (πολιτιστικά) δάνεια που χρησιμοποιεί ασύστολα, royalties που θα μπορούσαν ενδεχομένως να χρησιμοποιήσουν για να ξεπληρώσουν τα δικά τους δάνεια, τα καταναλωτικά!
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, τον αγνοούν. Με αμφότερες τις έννοιες: δεν τον γνωρίζουν, αλλά και αδιαφορούν για αυτόν (στο βαθμό που δεν τους προσπορίζει κάποιο όφελος). Φυσικά, το πρώτο, η άγνοιά του, είναι ως ένα σημείο παρεπόμενο του δεύτερου, της αδιαφορίας προς αυτόν.
Ίσως να μην γίνεται εύκολα αντιληπτό το μειωμένο ενδιαφέρον των νεοελλήνων προς τον πολιτισμό των αρχαίων προγόνων τους. Πολλοί θα αντιτάξουν ότι μάλλον το αντίθετο συμβαίνει και θα φέρουν ως επιχειρήματα από την φροντίδα για την ανάδειξη των μνημείων εκείνης της εποχής ως την «παρά φύσιν» διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας σήμερα. Παραβλέποντας την εγκατάλειψη πολλών μνημείων, για την οποία θα ρίξουν την ευθύνη στο “ανίκανο κράτος”, το οποίο ωστόσο δεν πρέπει να αλλάξει. Παραβλέποντας και την ασέβεια προς τα αρχαία κείμενα, όπως για παράδειγμα προς τις κωμωδίες του Αριστοφάνη, οι οποίες συχνά χρησιμοποιούνται ως καμβάς για να “κεντηθεί” πάνω του ένα πανόραμα βωμολοχιών και φτηνής σύγχρονης πολιτικής σάτιρας.
Το μειωμένο ενδιαφέρον το διαπιστώνει, ωστόσο, εύκολα όποιος τύχει να περιφέρει το βλέμμα του στα ράφια καλών βιβλιοπωλείων σε πόλεις της Δύσης. Εκεί θα ανακαλύψει πλήθος βιβλίων για την Αρχαία Ελλάδα. Θα ανακαλύψει τίτλους που δεν ανασκαλεύουν απλά την ιστορία και την μυθολογία ούτε προσφέρουν εκσυγχρονισμένες μεταφράσεις της αρχαιοελληνικής γραμματείας για τις νεότερες γενιές. Θα ξετρυπώσει τίτλους μελέτης πτυχών της Αρχαίας Ελλάδας που δεν μπορεί να διανοηθεί. Θα διαπιστώσει, παραδείγματος χάριν, ότι μελέτες για την αρχαιοελληνική τεχνολογία κυκλοφορούσαν πολύ προτού κινηθεί το σχετικό ενδιαφέρον στη χώρα (εν μέρει χάριν του Μηχανισμού των Αντικυθήρων, που μας προσφέρει συνεχώς νέες εκπλήξεις, και της προσπάθειας λίγων ατόμων που πασχίζουν να μας διαφωτίσουν ότι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είχαν προοδεύσει πολύ τεχνολογικά παρά την ανερμάτιστη άποψη ότι απεχθάνονταν την ενασχόληση με τα τεχνικά επαγγέλματα που διακινείται παραδοσιακά). Αλλά και μελέτες για το πώς έβλεπαν την Αθήνα οι μέτοικοί της, τι ρόλο είχαν στις αρχαίες δημοκρατίες οι δημόσιοι δούλοι και για πλείστα όσα θέματα, τα οποία απουσιάζουν από τους καταλόγους των ελληνικών εκδόσεων.
Μα, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, όλα αυτά βασίζονται ουσιαστικά στα αρχαία κείμενα που αφθονούν στην ελληνική αγορά. Λάθος! Πρώτον, πολλά από τα αρχαία κείμενα τα βρίσκει κανείς ευκολότερα στο εξωτερικό. Ακόμα και νεότερα. Ας ψάξει κάποιος έκδοση κειμένων του Νίκανδρου Νούκιου ή του Γεωργίου του Τραπεζούντιου σε ελληνικό βιβλιοπωλείο. Δεύτερον, δεν έχουν όλοι οι αναγνώστες την ικανότητα να συνδυάσουν σκόρπιες πληροφορίες που περιέχονται σκόρπια σε αρχαία κείμενα για να διαμορφώσουν μία ολοκληρωμένη εικόνα ή άποψη για ένα θέμα, όπως το επιτυγχάνουν συγγραφείς που εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στο συγκεκριμένο θέμα.
Όποιος, λοιπόν, βρεθεί μπροστά σε έναν τέτοιο πλούτο πονημάτων και εφόσον διαθέτει την αναγκαία πληροφόρηση, θα αναρωτηθεί: «Μα καλά, αφού, για κάποιους λόγους δεν έχουμε ντόπια παραγωγή σχετικών μελετών, γιατί δεν αντισταθμίζουμε την έλλειψή της με εισαγωγή της ξένης παραγωγής με μεταφράσεις;». Ίσως, η μικρή εσωτερική αγορά και το περιορισμένο ενδιαφέρον να προσφέρουν μία εξήγηση. Ίσως, μία άλλη εξήγηση να προσφέρει η επιλεκτική μετάφραση μόνον των κειμένων που κολακεύουν την φυλή ή δεν καταρρίπτουν στερεότυπες απόψεις ούτε κατεστημένους μύθους. Ίσως, πάλι, η αποφυγή των μεταφράσεων να οφείλεται στο ότι το αναγνωστικό κοινό ρέπει προς μία θεματολογική ολιγάρκεια ή μία εσωστρεφή προτίμηση προς συμπατριώτες συγγραφείς. Όποια εξήγηση και να δοθεί γεγονός παραμένει πως αυτή η αδυναμία πρόσβασης σε διαθέσιμες πηγές γνώσης οδηγεί σε μία συσκότιση πολλών πλευρών της Αρχαίας Ελλάδας. Και σε άγνοια της σοφίας που κληροδότησαν στον κόσμο. Γιαυτό και πολλοί σημερινοί σύγχρονοι Έλληνες παραβαίνουν συστηματικά τα διδάγματα αυτών για τους οποίους καμαρώνουν “σαν γύφτικο σκεπάρνι”.
Αλλά, κυρίως, αγνοούν το τι μπορεί να προσφέρουν τα κείμενά τους. Αφορμή για την τελευταία σκέψη έδωσε το αυτοβιογραφικό βιβλίο ενός απλού γάλλου καθηγητή, ο οποίος βρέθηκε να διδάσκει στο γυμνάσιο/λύκειο ενός παρισινού “προαστίου” από αυτά που φημίζονται για την ενδημική βία και την σχολική αποτυχία. Δεν αποδέχθηκε μοιρολατρικά την κατάσταση και θέλησε να προσφέρει μια διέξοδο σε εκείνους τουλάχιστον από τους μαθητές του που θα δέχονταν να προσπαθήσουν. Και τούτο, παρά τις “τρικλοποδιές” που του έβαζαν συνάδελφοί του, κυρίως συνδικαλιστές, που δεν ήθελαν να θίξει τα κακώς κείμενα. Τον πολέμησαν απροκάλυπτα. Οι υπόλοιποι τον έπαιρναν για τρελλό! Αλλά στο τέλος κατάφερε να δώσει νόημα στη ζωή ορισμένων και να τους βγάλει από το τέλμα κεντρίζοντας το ενδιαφέρον τους για κάτι που ξέφευγε από τη μιζέρια του περιβάλλοντός τους. Πως; Με το να τους βάζει να στήνουν παραστάσεις με θεατρικά έργα του Σαίξπηρ και να διαβάζουν αρχαία ελληνικά κείμενα! Όπως την «Οδύσσεια»(3).
Να ακόμα μία ευκαιρία για να νιώσουμε περήφανοι για τους προγόνους μας.
 
(1) Η επιλογή της αρχαιοπρεπέστατης έκφρασης δεν ήταν τυχαία, αλλά απόρροια αποριών που βασανίζουν τον συντάκτη αυτών των γραμμών εδώ και δεκαετίες. Σε τι εμπόδισε πριν από κάποιες δεκαετίες τη γενιά του να προοδεύσει στις σπουδές της το ότι διδάσκονταν κάμποσες ώρες την εβδομάδα αρχαία, μαθαίνοντας και μερικά “λατινικούλια”, ακόμα και όσοι προορίζονταν για πολυτεχνεία; Πόσο βελτιώθηκε η εκπαίδευση των μεταγενεστέρων με τις έκτοτε “εκπτώσεις” στη διδασκαλία των; Απορίες που δεν συνεπάγονται τοποθέτηση προς τη μία ή την άλλη πλευρά, αλλά ανησυχία μήπως παρασυρόμαστε σε σκιαμαχίες, για να “κουκουλώσουμε” τα πραγματικά προβλήματα της εκπαίδευσης.
(2) Όπου “ρεπούμπλικα” όχι ο λατινογενής προσδιορισμός ενός συγκεκριμένου πολιτεύματος, αλλά το παλιομοδίτικο ημίψηλο ανδρικό καπέλο.
(3) Άλλωστε το βιβλίο τιτλοφορείται «Ο Όμηρος και ο Σαίξπηρ στα προάστια»!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου