Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Fast (πατα)track!

("Εφημερίδα του Κ.Σ.Μ."/τεύχος 159/Απρίλιος 2012)

Επειδή «όποιος πεινάει στον ύπνο του καρβέλια βλέπει», με ανεπιφύλακτη αισιοδοξία υποδέχτηκαν κάποιοι υπεραισιόδοξοι την κυβερνητική πρωτοβουλία για την απλοποίηση της διαδικασίας ίδρυσης μιας επιχείρησης με τη διεκπεραίωσή της από μία υπηρεσία, δηλαδή την καθιέρωση της διαδικασίας της “μιας στάσης” (“one stop” στα δημώδη δημοσιογραφικά και οικονομολογικά “greeklish”). Έκτοτε δε περιμένουν ανυπόμονα να αρχίσουν να συρρέουν έμπλεοι ενθουσιασμού επιχειρηματίες και επενδυτές από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για να ξεκινήσουν τις δραστηριότητές τους στη χώρα της ενδημικής επενδυτικής υπνηλίας.
Μάταια, φυσικά! Αντίθετα, παρέστησαν μάρτυρες νέων επεισοδίων φυγής από την χώρα των ξένων επιχειρήσεων που είχαν την αποκοτιά να την τιμήσουν! Και τούτο γιατί, απλούστατα, οι πολύπλοκες, χρονοβόρες και “ευρωβόρες” διαδικασίες ανοίγματος μιας επιχείρησης δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας που αποθαρρύνει ακόμα και τον πιο τολμητία επενδυτή να στρέψει τη ματιά του και προς τα δω. Μπορεί να αποτελούσε – για τους αλλοδαπούς κυρίως – την πρώτη τραυματική εμπειρία των επαφών τους με την ελληνική δημόσια διοίκηση και τη γραφειοκρατία της, που έκοβε εν τη γενέσει του τον ενθουσιασμό τους, αλλά ακολουθούσαν και πλήθος άλλες που τους έκαναν να μετανιώσουν πικρά για την απόφασή τους, αν δεν τους οδηγούσαν στην “ξανθοπούλειο” απόγνωση που εκφράζει το μνημειώδες: «μάνα, γιατί με γέννησες;».
Τις φρούδες ελπίδες, αλλά και το μονοδιάστατο βήμα πάταξης της γραφειοκρατίας, τις γέννησε ασφαλώς η υπερ-προβολή από τα μέσα του “δέντρου” των διαβημάτων, του χρόνου και του κόστους της ίδρυσης μιας επιχείρησης. Έτσι, όμως, εξοστρακίστηκε από το οπτικό πεδίο το “δάσος” των υπόλοιπων συνυπαίτιων παραγόντων. Γιατί άντε και ίδρυσε κάποιος μια επιχείρηση. Κατέβηκε στη μοναδική “στάση”, ξεφόρτωσε την πραμάτεια του (δηλαδή τα αναγκαία δικαιολογητικά), πλήρωσε τα “κόμιστρα” και, στην επιστροφή, πήρε στα χέρια του το πολύτιμο “χαρτί”. Και μετά; Μετά τι γίνεται; Πως αντιμετωπίζει τις “τρικλοποδιές” που του βάζει ανελέητα και καταιγιστικά το “σύστημα”;
Πως, για παράδειγμα, θα καταφέρει να ξεμπλοκάρει την καθ’όλα νόμιμη επιχορήγηση που δικαιούται χωρίς “λάδωμα” του κυκλώματος, από το οποίο θα πρέπει να περάσει η έγκρισή της; (Οι τελευταίες αποκαλύψεις θα πρέπει να έχουν πείσει και τους απιστότερους των Θωμάδων ότι δεν πρόκειται για παραμύθια της Χαλιμάς).
Αν δεν τα καταφέρει να την “βγάλει καθαρός” πάλι, πως θα μπορέσει να καμουφλάρει λογιστικά το “μπαχτσίσι”; Και πως θα “κουλαντρίσει” (γιατί, βρε αδερφέ, αφού αποφασίσει να τιμήσει τη χώρα θα πρέπει να εξοικειωθεί και με την ορολογία της πιάτσας της) τον φορολογικό έλεγχο που έρχεται μιλημένος για τo αναγκαστικό μαγείρεμα των βιβλίων του, χωρίς να εμπλακεί σε ένα ατέρμον “αλισβερίσι”;
Πως, πάλι, θα αντεπεξέρχεται στα αντίστοιχα (όπως θρυλείται) στάδια της επιστροφής του Φ.Π.Α. που τυχόν του οφείλεται;
Πως θα εκπονήσει ένα αξιόπιστο επιχειρηματικό πλάνο, μέσα στη φορολογική ρευστότητα που χαρακτηρίζει την ελληνική πραγματικότητα;
Πως θα το εκπονήσει όταν διαπιστώσει ότι για διάφορες επιβαρύνσεις (λόγου χάριν για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών) δεν έχουν εφαρμογή κάποιοι στάνταρ κανόνες, αλλά κανόνες “ακορντεόν” που τον καθιστούν έρμαιο της ευμετάβλητης διάθεσης αυτών που θα κληθούν να πάρουν την απόφαση;
Πως θα αντιμετωπίζει την ανάγκη να τρέχει (ο ίδιος ή κάποιο καλοπληρωμένο υψηλόβαθμο στέλεχος της επιχείρησης που εκτελεί χρέη εκπροσώπου της) ολημερίς στα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών για να θεωρεί το γνήσιο της υπογραφής του ακόμα και για να εξουσιοδοτήσει τον κλητήρα του να καταθέσει κάποια “χαρτιά” σε μια δημόσια υπηρεσία;
Πως θα αντισταθμίζει τα διάφορα (με ελληνική πατέντα) “χαράτσια” (“κερατιάτικα” στη γλώσσα της πιάτσας) που υποχρεώνεται να καταβάλει υπέρ κάποιων προνομιούχων συντεχνιών με την ευλογία του ελληνικού κράτους (όπως, λόγου χάριν, συμβολαιογραφικά μεταβίβασης μετοχών εταιρείας που έχει υπογράψει δημόσια σύμβαση, παραστάσεις δικηγόρων που ο ίδιος κρίνει ότι δεν τους έχει ανάγκη, άσκοπες και άχρηστες δημοσιεύσεις εταιρικών στοιχείων);
Πως θα συμβιβαστεί με τη συνεργασία με τους διάφορους επιτήδειους (τις και “νταβατζηλίκια” αποκαλούμενες), χωρίς τις οποίες δεν θα βλέπει “φως στην άκρη του τούνελ” της γραφειοκρατίας;
Πως θα κρατήσει αλώβητο το επιχειρηματικό του πλάνο, αν, αφού δεσμευτούν κάποια σημαντικά κεφάλαια, μια από αυτές τις κακόβουλες οργανώσεις περιοίκων (που φυτρώνουν σαν μανιτάρια, αλλά με κεντρικό εγκέφαλο, και δεν εκπροσωπούν τίποτε παραπάνω από τα μετρημένα στα δάκτυλα δυο χεριών μέλη τους) προσφύγει κατά της επένδυσης και πρέπει να περιμένει πέντε με δέκα χρόνια για να τον δικαιώσει ένα δικαστήριο;
Πως θα εξυγιάνει μία επιχειρηματική προοπτική που βασίστηκε στη δέσμευση μιας κρατικής υπηρεσίας ότι θα προβεί σε μία συγκεκριμένη ενέργεια, όταν μια άλλη κρατική υπηρεσία τον ενημερώσει ότι κακώς (ή χωρίς να έχει το δικαίωμα) δεσμεύτηκε η πρώτη;
Πως θα ξεμπλέξει “λευκός” από τον δαίδαλο της πολεοδομίας για να έχει έγκαιρα στα χέρια του την άδεια για να ξεκινήσει την επένδυσή του;
Πως θα διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά του όταν τα διοικητικά του έξοδα “φουσκώνουν” ασυγκράτητα από γραφειοκρατικές διατυπώσεις πολλαπλών σταδίων (όπως π.χ. για να εγκαταστήσει ένα “μαραφέτι" που θα τον προφυλάσσει από διακοπές ρεύματος), για τις οποίες αλλού αρκεί μία δήλωση (αν χρειάζεται κι αυτή);
Πως θα διαχειριστεί την πολυετή εκκρεμότητα μιας δικαστικής διαμάχης που, υπό άλλες συνθήκες, θα έπρεπε να λήξει μέσα σε λίγους μήνες;
Πως θα προστατεύσει τα “μάρμαρα” (δηλαδή τα πάγια) της επιχείρησής του από τον οποιονδήποτε ανεγκέφαλο κουκουλοφόρο που δεν φοβάται να πάθει τίποτε το κεφάλι του από την πανταχού απούσα αστυνομία;
Πως, τέλος και ανακεφαλαιωτικά, θα τα βγάλει πέρα απέναντι στο «καλό το παλληκάρι» που τον ανταγωνίζεται και «ξέρει κι άλλο μονοπάτι» (και «ο νοών νοείτω»);
Και πως, βέβαια, θα διατηρήσει την ψυχραιμία του όταν θα τον βρίζουν νυχθημερόν πατόκορφα και θα τον περιλούουν με τις ευηχότερες των εκφράσεων, άλλοτε γιατί ήρθε να πιει το αίμα των ντόπιων εργαζόμενων και άλλοτε γιατί τους άφησε στους τέσσερις δρόμους όταν δεν άντεξε, πήρε των ομματίων του απήλθε;
Για το μόνο που δεν θα πρέπει να αναρωτιέται είναι πως, ύστερα από όλα αυτά, θα μπορέσει να αποφύγει τον εγκλεισμό του σε φρενοκομείο. Γιατί θα έχει καταλάβει πάραυτα ότι για έναν ντόμπρο επιχειρηματία αυτή η χώρα είναι η ίδια ένα “απέραντο φρενοκομείο”!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου