Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Ζορμπάς ο… ανθέλληνας!

("Νέα Αγχίαλος"/τεύχος 77/Οκτώβριος – Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2012)
 
Τον Αλέξη Ζορμπά (ή όπως αλλιώς τον έλεγαν στην πραγματικότητα) δεν είχα την τιμή να τον συναναστραφώ. Ούτε καν να τον γνωρίσω δια ζώσης. Τον διασημότερο διεθνώς ήρωα του Νίκου Καζαντζάκη τον γνώρισα λογοτεχνικώς και κινηματογραφικώς και η εντύπωση που μου προξένησε δεν είχε κανένα ενοχλητικό στοιχείο, κάθε άλλο! Εξαίρεση το ανήλιαγο κρητικό τοπίο που απέπνεε η ταινία και δεν ανταποκρινόταν στην ηλιόλουστη εικόνα του νησιού που είχε σχηματίσει ένας έφηβος της δεκαετίας του 1960!
Άρχισε να μου κάθεται στο στομάχι λίγο αργότερα, όταν, ταξιδεύοντας στο εξωτερικό διαπίστωσα ότι δεν υπήρχε τόπος με ελληνικά εστιατόρια χωρίς ένα που να λέγεται “Ζορμπάς”, το οποίο, μάλιστα, αντιστάθμιζε, αρκετά συχνά, την χαμηλή ποιότητα της κουζίνας του με την πιασάρικη επωνυμία του. Ανάλογος συρμός είχε επικρατήσει απ’άκρου εις άκρον και στην τουριστική Ελλάδα, γεγονός που φανέρωνε κραυγαλέα έλλειψη φαντασίας. Αλλά και μία κουτοπονηριά του τύπου «bon pour loccident», δηλαδή «καλό για τους κουτόφραγκους» που θα έσπευδαν να απολαύσουν κατά προτίμηση σ’αυτά τα κέντρα “γνήσιες” ελληνικές νοστιμιές λόγω του συνειρμού που ανακαλούσε στη μνήμη τους την ελληνική φιγούρα Έλληνα, που τους ήταν η πιο οικεία! Αυτός ο πληθωρισμός “Ζορμπάδων” με έκανε να αποφεύγω συστηματικά και οπουδήποτε τα ομώνυμα φαγάδικα, που πίστευα ότι αδικούν, αν δεν δυσφημούν, την ελληνική μαγειρική.
Η αποστροφή μου οριστικοποιήθηκε όταν ο Αλέξης Ζορμπάς έγινε ο “Ζορμπάς ο Έλληνας”, όταν, δηλαδή, από κεντρικό πρόσωπο μιας προσωπικής ιστορίας, η οποία αρχικά καταγράφηκε λογοτεχνικά στις σελίδες μιας μυθιστορίας και μεταγράφηκε από κει στη μεγάλη οθόνη, έγινε για μεν πολλούς ξένους το (πλασματικό, αν και το αγνοούν) τυπικό δείγμα του Έλληνα, για δε ορισμένους ντόπιους ίνδαλμα, πρότυπο ζωής και (παραμορφωμένο, χωρίς να το συνειδητοποιούν) είδωλό τους στον καθημερινό τους καθρέφτη!
Με ενοχλούσε κατ’αρχάς το ότι ο ήρωας δεν ήταν τυπικό δείγμα Έλληνα. Από το, παρότι κοσμογυρισμένο, μόρφωμά του έλειπε ολοκληρωτικά μία σημαντική πλευρά του Έλληνα: αυτή που αντιπροσώπευε την, έστω ατελή αλλά πάντως υπαρκτή, αστική πλευρά. Όχι ειδικά του πρωτευουσιάνου, αλλά ούτε καν του παραδοσιακού αστού της περιφέρειας, όπως της Αγχιάλου και της Καλλίπολης (απ’όπου κρατάει και η σκούφια μου). Όμως, έτσι και χωρίς να παραγνωρίζονται τα χαρίσματα της πλευράς που αναδεικνύει, εκπέμπει μία λειψή εικόνα του Έλληνα.
Κυρίως, όμως, με ενοχλούσε το στρεβλό πρότυπο που είχαν πλάσει τα απανταχού κακέκτυπά του, οι ψευδεπίγραφοι “ζορμπάδες” που εύρισκαν (και βρίσκουν) στο πρόσωπό του το άλλοθι για ό,τι στραβό έκαναν (και κάνουν)! Ένα πρότυπο, προϊόν μιας επινόησης πολύ μεγαλύτερης και από αυτή που πλάσαρε τον εμβληματικό, πλην όμως νεόπλαστο (από παραδοσιακά, πάντως, στοιχεία) χορό της ταινίας, το συρτάκι, ο οποίος, και αυτός, κατέληξε να ενσαρκώνει σχεδόν αποκλειστικά για το ευρύ κοινό την ελληνική λαϊκή χορευτική παράδοση.
Ο Ζορμπάς ήταν ένας λαϊκός τύπος, ένας αυθόρμητος, αν όχι απλά ενστικτώδης, άνθρωπος, ανοικτόκαρδος, συχνά μεγαλόψυχος και γενικά εργατικός, ανεξάρτητα από το ότι δεν αντέχει να μπει για καιρό σε καλούπια και να ζήσει τη ρουτίνα («Χαμομήλι, χαμομηλάκι· δεν είναι ρούμι να αναποδογυρίζει τον κόσμο!»). Δεν είναι μόνον ο τύπος του “πέρα βρέχει”, ο ρέμπελος που δεν αντέχει διόλου τον καθωσπρεπισμό, ο μόνιμα ανυπότακτος και απείθαρχος που δεν σκέφτεται τίποτε πέρα από το να τα βολέψει όπως-όπως, να το “ρίξει έξω”, να πιεί κανένα ποτηράκι, να ρίξει καμιά γυροβολιά και να κάνει και καμιά βόλτα από το στέκι της μαντάμ Ορτάνς, όπως τον θέλει η ταύτιση με ορισμένα στοιχεία της προσωπικότητάς του.
Είναι αλήθεια, πάντως, ότι αυτή η εικόνα “πάει γάντι” από πολλές πλευρές στο έτυμο της λέξης “ζορμπάς”. Απ’όπου και να την πιάσεις, παραπέμπει σε έναν βίαιο, απείθαρχο και χωρίς φραγμούς άνθρωπο.
Από τη μία, λοιπόν, αυτό το είδωλο δεν ανταποκρίνεται σε ένα μεγάλο μέρος του επαρχιακού λαού που, τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια, έπαιρνε πολύ στα σοβαρά το μεροδούλι και δεν είχε χρόνο και μέσα (ανεξάρτητα από την όρεξή του) να πετάγεται σε χάνια, όπου αραιά και που έριχνε άγκυρα για κανένα φεγγάρι κάνα τσούρμο τροφαντές υπάρξεις! Οι αγροτικοί ελκυστήρες και τα επαρχιώτικα “Cayenne” έξω από τα διάσπαρτα σ’όλη τη χώρα μαγαζιά με τις αλλοδαπές σεισοπυγίδες είναι προϊόν της, επίπλαστης φευ, ευμάρειας μεταγενέστερων εποχών, για τις οποίες ήρθε τώρα η τόσο ενοχλητική “λυπητερή”.
Από την άλλη, δεν ανταποκρίνεται ούτε καν στον λογοτεχνικό (και κινηματογραφικό) Ζορμπά, ο οποίος, μπορεί να ήταν γλεντζές και “έξω καρδιά”, αλλά δεν παρέλειπε να σηκώνει τα μανίκια και να στρώνεται στη δουλειά όταν παρίστατο ανάγκη. Δεν “άπλωνε την αρίδα του” ολημερίς στον καφενέ. Το “αφεντικό” του είχε γράψει γι’αυτόν: «φαγάς, πιοτής, δουλευταράς, γυναικάς κι αλήτης». Οι νοτάριοι της πράξης γέννησης του φερώνυμου κακέκτυπου έγραψαν στο περιθώριο «διαγράφεται λέξις μία»: η μεσαία! Και αυτό το καίριο στοιχείο λείπει από το είδωλο-ίνδαλμα που έχει διαπλάσει και προβάλλει τεχνηέντως η μυθοπλασία μιας μερίδας νεοελλήνων!
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν είχε και κάποια “κουσούρια” το πρόσωπο του Αλέξη Ζορμπά, όπως αναδύεται από τις σελίδες του βιβλίου και τα πλάνα της ταινίας. Όπως ο τυχοδιωκτισμός του ήρωα, που δεν αποτελεί μία αδιαπραγμάτευτη και γενικής ισχύος αξία, και η διάχυτη φαλλοκρατία του (αν και η εποχή του και η κοινωνία στην οποία ζούσε του παρέχει κάποια ελαφρυντικά). «Τ’άτιμα πάλι ζευγαρώματα που να τα θυμάσαι! Κρατά ο κόκορας τεφτέρι;» (αμπελο)φιλοσοφούσε.  Ή όπως, για παράδειγμα, το εύκολο ξεπέρασμα της αποτυχίας του εγχειρήματος αναβίωσης του λατομείου. Γιατί μπορεί, όταν επήλθε η καταστροφή, να «μην έκατσε να σκάσει», αλλά εκείνος δεν είχε χαραμίσει παρά κάποιους μήνες δουλειάς, και αυτούς με το αζημίωτο. Το “αφεντικό” του, ο “κεφαλαιούχος” όπως του’γραφε, είχε χάσει το βιός του!
Αυτά, όμως, δεν είναι παρά παρωνυχίδες μπροστά στον παλούκι της κακής εικόνας που αποπνέει η στρέβλωση του χαρακτήρα που εν μέρει αποτύπωσε και εν μέρει έπλασε ο συγγραφέας.
Τώρα, πως μου ήρθαν στο νου όλα αυτά; Ε, ήταν αναπόφευκτο, γιατί η πολύμορφη (οικονομική, πολιτική, κοινωνική) κρίση της χώρας και η ιδιόμορφη ακρισία ορισμένων (επιφανών και λαλίστατων δυστυχώς) τέκνων της διέπλασε ή αναβίωσε την εικόνα ενός Έλληνα που ταυτίζεται, μέσα από τους (κακοπροαίρετους ενίοτε) παραμορφωτικούς φακούς της διεθνούς κοινής γνώμης, με έναν Ζορμπά, ο οποίος έχει απογυμνωθεί από τα θετικά χαρακτηριστικά του και στον οποίο έχουν απομείνει μόνο οι αρνητικές (για τη σημερινή πραγματικότητα τουλάχιστον) πλευρές του. Πραγματικές ή και φανταστικές. Μια εικόνα, η οποία δεν μας κολακεύει και την οποία πρέπει να αναμορφώσουμε τάχιστα, αν δεν θέλουμε να αποτελέσουμε ένα διόλου κολακευτικό, πλην όμως διαχρονικό παράδειγμα προς αποφυγήν!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου