Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Γειτονιές στο απόσπασμα

("Νέα Αγχίαλος" τεύχος 72/Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2011)

Είναι αναπόφευκτο: όπως όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί, έτσι και οι κοινωνίες ακμάζουν και παρακμάζουν. Ενίοτε δε εξαφανίζονται! Αλλά και αναγεννιούνται! Μάλιστα, σ’αυτές τις μεταπτώσεις δεν υπόκεινται μόνο κοινωνίες με την ευρεία έννοια, δηλαδή σε επίπεδο μείζονος γεωγραφικής ενότητας, αλλά και τοπικές κοινωνίες, σε επίπεδο χωριού, πόλης ή ακόμα και γειτονιάς. Γιατί, κατά κάποιο τρόπο, κάθε οικιστική ενότητα αποτελεί ένα ζωντανό κύτταρο. Και δεν χρειάζεται κάποια εμβριθής επιστημονική ανάλυση για να γίνει αντιληπτό: αρκεί να ρίξει μια ματιά όποιος διατηρεί αμφιβολίες σε τόπους που είτε κάποτε ακτινοβολούσαν και σήμερα φυτοζωούν στο περιθώριο, είτε κάποτε δεν ήταν άξιοι για μια κουκκίδα στον χάρτη και σήμερα είναι γραμμένοι με έντονα γράμματα και κοσμούνται με (συχνά ακατάληπτα) πικτογράμματα, χωρίς αυτό να αποκλείει την αντίστροφη πορεία σε κάποιο μακρινό ή και κοντινό μέλλον.
Είναι η “μοίρα” τους να υφίστανται τις συνέπειες των αλλαγών που επηρεάζουν την εξέλιξή τους. Ήταν για παράδειγμα φυσιολογικό να ακμάζουν στην Ελλάδα της εποχής του Τρικούπη οι περιοχές παραγωγής και τα λιμάνια εξαγωγής της σταφίδας, την οποία ορέγονταν οι κάτοικοι της Γηραιάς Αλβιώνος για τις πουτίγκες τους και η οποία αποτελούσε τότε το κύριο εξαγωγικό προϊόν της χώρας. Και να παρακμάσουν (συγκριτικά τουλάχιστον) όταν η συμβολή των αγροτικών προϊόντων γενικότερα και του συγκεκριμένου προϊόντος ειδικότερα στην οικονομική δραστηριότητα υποχώρησε ραγδαία.
Αλλά η “μοίρα” δεν διαμορφώνεται πάντα από αναπόφευκτες εξελίξεις. Ο διακεκριμένος γάλλος γλωσσολόγος Louis-Jean Calvet υποστήριζε, σε κείμενό του σχετικά με τον κίνδυνο εξαφάνισης σημαντικού αριθμού από τις γλώσσες του πλανήτη, ότι υπάρχουν γλώσσες που πεθαίνουν κι άλλες που τις σκοτώνουν. Είναι πρόδηλο αυτό που ήθελε να πει. Από τη μία κάποιες γλώσσες πεθαίνουν γιατί οι φυλές ή εθνότητες που τις μιλούν συρρικνώνονται πληθυσμιακά, γιατί τα μέλη τους μεταναστεύουν και απορροφώνται από τις τοπικές κοινωνίες, γιατί τα άτομα που τη μιλούν στρέφονται προς την κυρίαρχη γλώσσα της περιοχής… Από την άλλη, όμως, κάποιες γλώσσες τις σκοτώνουν πολιτικές ή αποφάσεις, όπως η απαγόρευση της χρήσης τους με στόχο την επίτευξη μιας γλωσσική ομοιογένειας του πληθυσμού, η παράλειψη διδασκαλίας τους, η πλύση εγκεφάλου που επιχειρείται με το γλωσσικό μονοπώλιο στα πολιτιστικά προϊόντα ευρείας κατανάλωσης…
Κάπως έτσι, δηλαδή με επιλεκτικές ενέργειες ή παραλείψεις, “σκοτώνονται” και περιοχές μιας χώρας ή μιας πόλης. Σε αυτή δε τη πρακτική μεγαλουργεί η φαυλεπίφαυλη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας! Κάτι απόλυτα αναμενόμενο στην πατρίδα της θεωρητικής καταξίωσης του “Μπάρμπα στην Κορώνη”! Πόσες και πόσες περιοχές της χώρας δεν νιώθουν ακόμα και σήμερα μια, όχι πάντα αδικαιολόγητη, πικρία για την αρνητικά μεροληπτική αντιμετώπισή τους από την κεντρική εξουσία. Αν όμως η διακριτική μεταχείριση περιοχών αποτελεί παραδοσιακό στοιχείο της ελληνικής πραγματικότητας, νεότευκτο στοιχείο αποτελεί η συστηματική απαξίωση συνοικιών μέσα στα όρια μιας και της αυτής πόλης. Και όχι μόνο στην πρωτεύουσα και τη συμπρωτεύουσα, των οποίων το μέγεθος και η εμβέλεια της εικόνας στην υπόλοιπη χώρα προσδίδουν βάρος στο φαινόμενο, αλλά και σε πόλεις της περιφέρειας. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται και τα διάφορα νεόκοπα ελληνικά “γκέττο”.
Είναι αλήθεια ότι ακόμα και αυτή η πρακτική δεν είναι καινούργια. Δεν είναι τυχαία τα λόγια που έβαζε στα μέσα της δεκαετίας του 1950 ο γνωστός ελβετός συγγραφέας Μαξ Φρις στο στόμα του Βάλτερ Φάμπερ, ήρωα του έργου του «Homo Faber», τη στιγμή που ο τελευταίος αναζητεί απελπισμένα ένα νοσοκομείο καθώς φθάνει οδικά από την Πελοπόννησο στην Αθήνα, όπου κορυφώνεται η πλοκή: «Όλα τα νοσοκομεία βρίσκονται στην άλλη άκρη της Αθήνας». Η, αδιανόητη για ευρωπαίο, μονόπατη χωροθέτησή τους “έβγαζε (και εξακολουθεί να βγάζει) μάτια”.
Έκτοτε και με ιδιαίτερη ένταση στη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών, πολλαπλασιάστηκαν οι ενέργειες ή παραλείψεις που ευνοούν τη “γκεττοποίηση” στις ελληνικές πόλεις. Έτσι, στη μία πλευρά εγκαθίστανται ιδρύματα και οργανισμοί που της προσδίδουν ζωή και αίγλη, ενώ η άλλη υποδέχεται ό,τι κοινωνικά ενοχλητικό απόβλητο που διώχνει τους παραδοσιακούς κατοίκους … Με αποτέλεσμα η ψαλίδα ανάμεσά τους να διευρύνεται διαρκώς. Δεν είναι, ως εκ τούτου, τυχαίο το ότι θλιβερές δραστηριότητες, όπως η υπαίθρια πορνεία και η διακίνηση – κατανάλωση ναρκωτικών, εξωθούνται προς τις ίδιες γειτονιές, παρέα, μάλιστα, με τις “καταλήψεις”. Οι “εγκέφαλοί” τους γνωρίζουν καλά ότι σ’αυτά τα λημέρια δεν θα ενοχληθούν πέρα από όσο χρειάζεται για να ριχτεί στάχτη στα μάτια των δύσμοιρων περιοίκων, ενώ, αν ξεμυτίσουν πέρα από τη νοητή γραμμή που χωρίζει τα “γκέττο” των πληβείων από εκείνα των πατρικίων, οι συνέπειες της αποκοτιάς τους δεν θα είναι αμελητέες.
Αν αυτό συνέβαινε τυχαία, θα αντιμετωπιζόταν ως μία ατυχής εξέλιξη. Όταν, όμως, ευνοείται από ενέργειες ή παραλείψεις αρμοδίων, κάτι άλλο συμβαίνει. Ίσως να οφείλεται σε συμπτώσεις. Ίσως είναι το αποτέλεσμα μιας νοοτροπίας που δεν μεταβάλλεται λόγω κεκτημένης ταχύτητας ή/και αδράνειας: με αυτόν τον γνώμονα διαμορφώνονταν οι αποφάσεις τόσον καιρό, με τον ίδιο διαμορφώνονται και τώρα. Ακόμα, όμως, και αν είναι έτσι, άντε, όμως, να πεισθεί ένας οπαδός των “θεωριών συνωμοσίας” ότι πίσω από αυτές δεν κρύβεται κάποιο σχέδιο.
Βέβαια, το αντίδοτο σ’αυτήν την τάση δεν θα ήταν η απαγόρευση των οχληρών λειτουργιών και δραστηριοτήτων, η οποία, στην ακραία της μορφή, θα μπορούσε να πάρει μορφές διόλου συμβατές με τις αποδεκτές σε μια ανοικτή και ανεκτική κοινωνία, όπως η ασύμμετρη καταστολή ή ο εγκλεισμός σε άσυλα κ.λπ. Άλλωστε, η ίδια η κοινωνία δεν μπορεί να αποχωριστεί ορισμένες από αυτές, όπως, για παράδειγμα, τους χώρους διασκέδασης και ψυχαγωγίας.
Το αντίδοτο, θα ήταν η ισόρροπη κατανομή οχληρών και μη λειτουργιών και δραστηριοτήτων σε όλες τις περιοχές μιας πόλης και η υποβοήθηση των μετακινήσεων από τη μία στην άλλη για ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, κάτι που φαίνεται να αγνοούν ή να υποτιμούν οι ελληνικές αρχές, αριστερές και δεξιές με αγαστή σύμπνοια, οι οποίες, ανεξάρτητα από τα κίνητρά τους, συνεργούν στον κοινωνικό κατακερματισμό. Αφήνουν να εξελίσσεται μία κατάσταση που θα οδηγήσει σε δημιουργία συνοικιών προνομιούχων, με μορφή περιτειχισμένων νησίδων (“gated communities”), όπως οι αντίστοιχες των Ηνωμένων Πολιτειών. Ενώ θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να εφαρμόσουν μία πολιτική ανάλογη με τη γαλλική του “κοινωνικού ανακατώματος” ή της “κοινωνικής μείξης” (“mixité sociale”), που επιδιώκει τη διάρρηξη του ιστού των προνομιούχων νησίδων (“enclaves dorées”), με τη συνεργασία κοινωνικών φορέων, οργανώσεων πολιτών, αλλά και επιχειρήσεων κ.λπ., και υποστηρίζεται από νομοθετική ρύθμιση έχουν από το 1991. Στα πλαίσιά της οι δημοτικές αρχές είναι υποχρεωμένες να αναπτύξουν μέσα στα όριά τους προκαθορισμένο ποσοστό κατοικιών για τα οικονομικά ασθενή κοινωνικά στρώματα.
Το ισχυρότερο, όμως, όπλο στη φαρέτρα των κυβερνήσεων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης είναι η ισόρροπη χωροθέτηση υποδομών που είτε προσδίδουν ακτινοβολία και αναβαθμίζουν μία περιοχή είτε την υποβαθμίζουν. Ας θυμηθούμε την εύστοχη παρατήρηση των Frédéric Edelmann και Emmanuel de Roux εδώ και κάπου δεκαπέντε χρόνια: «Την παραμονή της τρίτης χιλιετίας το μουσείο έχει λοιπόν μετατραπεί σε έναν πολυσυλλεκτικό πολιτιστικό θεσμό. Δίπλα στα μόνιμα εκθέματα βρίσκονται αίθουσες περιοδικών εκθέσεων, ομιλιών και προβολών, πωλητήρια και εστιατόρια. Σχολές τέχνης με περιεχόμενο ανωτέρου επιπέδου και λαϊκό προορισμό, αποτελούν επίσης μέρος των υποχρεωτικών τουριστικών διαδρομών και με αυτό τον τρόπο είναι γενεσιουργός αιτία μίας όχι αμελητέας οικονομικής δραστηριότητας. Συνιστούν, όπως λέγεται, πόλους ικανούς να αναγεννήσουν γειτονιές ή να σταματήσουν την παρακμή πόλεων.». Αυτό που διαπιστώνουν για τα μουσεία ισχύει εξίσου για ένα χώρο συναυλιών, μια βιβλιοθήκη, ένα άλσος κ.λπ. Και δεν είναι λίγες οι πόλεις ανά τον πλανήτη που επιδίωξαν (και πέτυχαν) να αναβαθμίσουν προβληματικές περιοχές με την εγκατάσταση σ’αυτές ενός αξιόλογου ιδρύματος), κάτι που είναι πολύπλευρα επιβεβλημένο.
Από τουριστική (και οικονομική) άποψη γιατί θα διέσπειρε τους εσμούς των τουριστών σε νέες περιηγήσεις και θα τους ανάγκαζε να παρατείνουν ή να επαναλάβουν την παραμονή τους. Από πολιτιστική άποψη γιατί έτσι θα βοηθούσε να αναδειχθούν γειτονικά αξιοθέατα, που, απομονωμένα, δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον. Αλλά και γιατί θα φέρουν κοντά στο πολιτισμικό γίγνεσθαι πολίτες που δεν έχουν στον περίγυρό τους τα απαραίτητα ερεθίσματα. Από εκπαιδευτική άποψη γιατί η ευρύτερη παιδευτική τους αποστολή προϋποθέτει την επαφή με το ευρύ κοινό. Από πολεοδομική άποψη γιατί θα κατένειμε ισόρροπα τις μετακινήσεις. Από κοινωνική άποψη γιατί θα άμβλυνε, εξαιτίας των παραμέτρων που αναφέρθηκαν, τη διάκριση των πολιτών σε προνομιούχους και μη. Και από οικονομική άποψη γιατί θα αποτελούσε έναυσμα για περαιτέρω τοπική οικονομική ανάπτυξη. Γιατί το τι θα εγκατασταθεί σε μια συνοικία επηρεάζει τόσο τις αξίες των ακινήτων, όσο και τις δραστηριότητες που θα αναπτυχθούν στον περίγυρο. Έτσι, προς άλλη κατεύθυνση θα κινηθούν οι τιμές των ακινήτων αν στη γειτονιά τους διαμορφωθεί ένα άλσος και προς άλλη αν στηθεί ένας σταθμός μεταφόρτωσης απορριμμάτων. Άλλες μονάδες εστίασης θα ανοίξουν δίπλα σε ένα πνευματικό κέντρο που φιλοξενεί εκδηλώσεις υψηλού επιπέδου και άλλες πλάι σε ένα κέντρο σίτισης αστέγων.
Αυτό δε το εργαλείο δεν αποδεικνύεται χρήσιμο μόνο στο επίπεδο ενός πολεοδομικού συγκροτήματος. Μπορεί να προσφέρει και σε επίπεδο περιφερειακής πολιτικής. Κι όμως, το αγνοούν επιδεικτικά οι αρμόδιοι, οι οποίοι επιμένουν σε αποφάσεις που φέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Με τις ευλογίες ανθρώπων της διανόησης, όπως, για παράδειγμα, του εικαστικού Π. Τσέτη, που διαμαρτύρεται γιατί τα αθηναϊκά μουσεία δεν στριμώχνονται ακόμα περισσότερο σε μία γειτονιά! Τη δική του εννοείται!
Έτσι φτάσαμε στο σημείο στις περισσότερες ελληνικές πόλεις μουσεία, πνευματικά ιδρύματα, πράσινο, υπερσύγχρονες νοσηλευτικές μονάδες κ.λπ. να στοιβάζονται στις επιλεγμένες “βιτρίνες” των προνομιούχων και άσυλα, “καταλήψεις”, κέντρα περίθαλψης προβληματικών ατόμων κ.λπ. να συγκεντρώνονται στα “μπαντουστάν” των αποκλήρων! Έτσι θυσιάζεται αδιαμαρτύρητα η πολιτιστική κληρονομιά, που είχε την ατυχία να βρεθεί σε περιοχές που δεν κινούν το ενδιαφέρον του κοινωνικού σουσουδισμού και του πνευματικού/καλλιτεχνικού σνομπισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου