Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Μ’όποιον δάσκαλο καθίσεις… (η αταβιστικά συγκαταβατική στάση μιας αριστεράς απέναντι στη βία)

("φημερίδα το Κ.Σ.Μ."/τεχος 168/κτώβριος 2013)

Ίσως να μην φανταζόταν η αξιωματική αντιπολίτευση ότι το τελευταίο επεισόδιο της δράσης της φιλοναζιστικής ακροδεξιάς, η δολοφονία ενός (άγνωστου στο ευρύ κοινό) αντιφασίστα μουσικού, θα έφερνε και την ίδια σε δύσκολη θέση. Κι όμως συνέβη και αυτό.
Οι πρώτοι κακοί οιωνοί ανέτειλαν γρήγορα στον ορίζοντα. Και αν το ξυλοκόπημα ανύποπτων και άσχετων πολιτών από μάγκες του αντιφασισμού, απλά και μόνον επειδή ο σωματότυπός τους ταίριαζε με το πρότυπο του σωματότυπου των γεροδεμένων χρυσαυγιτών, πέρασε (κακώς) στα ψιλά, η υποδοχή που επιφύλαξαν οι διαδηλωτές σε επικεφαλής κόμματος που επιχείρησε να συμμετάσχει στο συλλαλητήριο διαμαρτυρίας για τη δολοφονία υπενθύμισε (λες και ήταν απαραίτητο) ότι η άσκηση ακόμα και σωματικής – και όχι μόνο ψυχολογικής – βίας δεν αποτελεί αποκλειστική παθογένεια της ακροδεξιάς.
Τη θέση της δυσχέρανε η αποφασιστική αντίδραση της κυβέρνησης, που της εξουδετέρωσε το μεγαλύτερο μέρος από τα όπλα επικοινωνιακής εκμετάλλευσης του γεγονότος, καθώς δεν της άφησε περιθώριο για τίποτε περισσότερο από γκρίνια για την καθυστερημένη ενεργοποίηση των μηχανισμών της αστυνομίας και της δικαιοσύνης. Καπάκι στη ροή των γεγονότων ήρθε και η απαίτηση της δεύτερης σε μέγεθος, σημασία και προβολή συνιστώσας της να αποφύγει να καταδικάσει γενικώς και αορίστως τη βία και να μην ενταχθεί σε ένα συνταγματικό τόξο.
Έκτοτε και παρότι κατάφερε να αποκρούσει (κυρίως λόγω ορισμένων φοβικών συνδρόμων των υπολοίπων συνταγματικών δυνάμεων που αναπτύχθηκαν τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες της ιδεολογικής κυριαρχίας και τρομοκρατίας της άκρας αριστεράς) την «θεωρία των δύο άκρων» βρέθηκε σε αμυντική θέση, καθώς οι δημοσκοπήσεις εμφάνιζαν την κοινή γνώμη να υποστηρίζει με συντριπτική πλειοψηφία την καταπολέμηση της πάσης φύσεως πολιτικής βίας. Έτσι, στριμώχτηκε καθώς τα στελέχη της απέφυγαν (και συνεχίζουν να αποφεύγουν) να ψελλίσουν έστω μία καταδίκη της πολιτικής βίας απ’όπου και αν προέρχεται. Αποκορύφωμα αυτής της στάσης ήταν η άποψη συνταγματολόγου του περίγυρού της, ο οποίος, όπως δήλωσε σε τηλεοπτική εκπομπή, καταδικάζει μόνο «οποιαδήποτε μορφή βίας που δεν έχει πολιτικό αντίκρισμα». Η άποψη, στην οποία τον έχουν εγκλωβίσει οι (κοινές με πολλούς ομοϊδεάτες του) ιδεοληψίες του, είναι άκρως επικίνδυνη. Στην ουσία επιβάλλει την καθιέρωση μιας προληπτικής δημοσκοπικής επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας μιας πράξης βίας πριν από την καταδίκη της ή μη. Εκτός και αν την παρακάμπτει με την θεσμοθέτηση μιας αντίληψης που ευδοκιμεί στον χώρο της μανιχαϊστικής αριστεράς, ότι μόνον ο λαός που την ακολουθεί τυφλά διαθέτει το τεκμήριο της ορθής άποψης και, ως εκ τούτου, «δικαιούται δια να ομιλεί», οπότε, με δεδομένη την θέση του, η άποψη των υπολοίπων περιττεύει.
Επειδή δε αυτή η αντίληψη, όπως έχει κατ’επανάληψιν αποδειχθεί, διακατέχει σχεδόν το σύνολό της, η αξιωματική αντιπολίτευση ζήτησε λίγο-πολύ η νομοθεσία που θα έρθει για ψήφιση για την αυστηρότερη αντιμετώπιση των βιαιοπραγιών κ.λπ. να ισχύει εφόσον το έγκλημα φέρει συγκεκριμένη υπογραφή.
Είναι κατανοητή η δύσκολη θέση στην οποία περιήλθε. Και τούτο όχι μόνον επειδή στο πρόσφατο παρελθόν είχε αποφύγει να καταδικάσει απερίφραστα πράξεις βίας, αλλά γιατί είναι δέσμια των ιδεολογικών καταβολών της και της φύσης της. Όταν κάποιος πιστεύει ακράδαντα ότι είναι αδήριτη ανάγκη και αναπόδραστη κατάληξη η επικράτηση της ιδεολογίας (κοσμοθεωρίας, θρησκείας, δόγματος κ.λπ.), της οποίας είναι ο φορέας, τότε είναι αδήριτη και αναπόδραστη συνέπεια να θεωρεί εκείνον που εναντιώνεται σ’αυτήν ή δεν υποκύπτει ανεπιφύλακτα στη γοητεία της είτε ως κακοπροαίρετο είτε ως ανισόρροπο. Εάν δε ξεχειλίζει από βολονταρισμό για επίσπευση της ιστορικής διαδικασίας και διαθέτει την αναγκαία εξουσία οδηγείται στον εγκλεισμό του απροσάρμοστου είτε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης είτε σε ψυχιατρείο. Η ιστορία βρίθει από σχετικά παραδείγματα.
Γιατί, όμως, εγκλωβίζεται σε αυτή τη στάση; Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στο ότι όλα λίγο-πολύ τα στελέχη της έχουν περάσει από μία και την αυτή σχολή, η οποία εντάσσει την βία στο θεμελιώδες οπλοστάσιο της (επαναστατικής εννοείται) δράσης. Θα μπορούσε δεκανείς να ανακαλύψει τη θεωρητική δικαίωσή της από ένα εράνισμα απόψεων που διατύπωσε ο ηγέτης ενός ρεύματος της αριστεράς, ο Λέων Τρότσκυ, λίγο πριν από το τέλος του σε μία μπροσούρα του με τον εύγλωττο τίτλο: «Η ηθική τους και η ηθική μας»!
«Η ευνοούμενη μέθοδος ενός ηθικολόγου φιλισταίου είναι η συνταύτιση της συμπεριφοράς της αντίδρασης με τη συμπεριφορά της επανάστασης.», γράφει πριν καλά-καλά μπει στο θέμα του. Επειδή δε ένας «ηθικολόγος φιλισταίος» είναι εξ ορισμού απορριπτέος, η αναπόφευκτη πλέον αντιστροφή της «ευνοούμενης μεθόδου» του οδηγεί αυτόματα στον συσχετισμό της πράξης με τον σκοπό της και στον εξαγνισμό της βίας που ασκείται στο όνομα μιας, οποιασδήποτε, καλόβουλης «επανάστασης». Τουλάχιστον για τους «επαναστάτες» της. Γιατί, όπως αναφέρει, σε επίρρωση αυτής της αντίληψης, παρακάτω: «Το ιστορικό προτσέσο σημαίνει πρώτα-πρώτα την πάλη των τάξεων. Επιπλέον, διαφορετικές τάξεις στο όνομα διαφορετικών σκοπών μπορούνε σε μερικές περιπτώσεις να χρησιμοποιήσουνε όμοια μέσα.». Άρα χρήση της βίας ενός άκρου μπορεί να μετέλθει και ένα μη άκρο, εφόσον εκπροσωπεί την καλή τάξη! Και προσθέτει, ευλογώντας τα (πλούσια) γένια του, για μην αφήσει αμφιβολίες για το ποια επανάσταση στέκεται απέναντι στην αντίδραση: «Η αντίληψη πως ο σταλινισμός και ο τροτσκισμός είναι ουσιαστικά ένα και το αυτό, έχει την κοινή επιδοκιμασία φιλελευθέρων, δημοκρατικών, αφοσιωμένων καθολικών, ιδεαλιστών, πραγματιστών, αναρχικών και φασιστών.», αποδεικνύοντας το πόσο περιορίζει το πεδίο του αποδεκτού η ιδεοληπτική υποκειμενική πρόσληψή του.
Και συνεχίζει: «Για ένα δημοκράτη, φασισμός και μπολσεβικισμός είναι δίδυμοι γιατί δεν υποκλίνονται μπροστά στην καθολική ψηφοφορία κλπ. κλπ.», για να εξηγήσει γιατί πολλοί αριστεροί, αν και αυτόκλητοι αποκλειστικοί εκφραστές του λαϊκού αισθήματος, αμφισβητούν τις αποφάσεις του εκλογικού σώματος (όπως αμφισβητούν την υποχρεωτική ισχύ του συντάγματος οι της καθαρόαιμης ελληνικής κομμουνιστικής αντιπολίτευσης). Αλλά και για να δείξει ότι όντως υπάρχουν δύο άκρα, τα οποία μπορεί να τα χωρίζουν αβυσσαλέες ιδεολογικές διαφορές, μα τα ενώνουν ορισμένες αντιλήψεις, τα μέσα στα οποία προσφεύγουν και, ενίοτε, ο κοινός αγώνας κατά της αστικής δημοκρατίας. Και αποκαλύπτει γιατί η δημοκρατία δεν αποτελεί αυτόνομη αξία για αυτούς, δεδομένου ότι: «Η δημοκρατία σε ορισμένες περίοδες είναι ο σκοπόςτου ταξικού αγώνα, μόνο που αργότερα μπορεί να μετατραπεί σε μέσο του.»!
Και προσθέτει για να δυναμιτίσει κάθε ίχνος κοινωνικής συνοχής και αναγκαιότητας ενός κοινά αποδεκτού κοινωνικού συμβολαίου και να προτάξει τις επιταγές του ταξικού αγώνα, προσφέροντας το άλλοθι της αξιολογικής διάκρισης μιας ενέργειας με βάση το σκοπό της: «Αυτά που λέγονται ηθικά αξιώματα γενικώς αναγνωρισμέναέχουν ουσιαστικά αλγεβρικό, δηλαδή απροσδιόριστο χαρακτήρα. Απλώς εκφράζουν το γεγονός ότι ο άνθρωπος, στην ατομική του συμπεριφορά, δεσμεύεται από ορισμένους κανόνες που απορρέουν από την ιδιότητά του σαν μέλους της κοινωνίας. Η ανώτερη γενίκευση αυτών των κανόνων είναι η κατηγορική προσταγή του Καντ. Μα μόλο που έχει υψηλή θέση στο φιλοσοφικό Όλυμπο, αυτή η προσταγή δεν ενσαρκώνει τίποτε το κατηγορικό γιατί δεν περιέχει τίποτε το συγκεκριμένο. Είναι ένα τσόφλι χωρίς περιεχόμενο. Αυτή η κενότητα των κανόνων των υποχρεωτικών για όλους προέρχεται από το ότι σε όλα τα αποφασιστικά ζητήματα ο άνθρωπος νιώθει βαθύτερα και αμεσότερα πως είναι μέλος μιας τάξης παρά πως είναι μέλος μιας κοινωνίας. Οι κανόνες τηςυποχρεωτικής ηθικής είναι στην πραγματικότητα γεμάτες ταξικό, δηλαδή ανταγωνιστικό περιεχόμενο. Ο ηθικός κανόνας γίνεται τόσο περισσότερο κατηγορικός όσο λιγότερο είναι υποχρεωτικός για όλους. Η αλληλεγγύη των εργατών, ιδιαίτερα των απεργών ή των μαχητών στα οδοφράγματα, είναι ασύγκριτα πιο κατηγορική από την ανθρώπινη γενικά αλληλεγγύη.».
Και προσφέρει την δικαιολογία στη βία των επαναστατών, αφού: «Μια κοινωνία δίχως ταξικές αντιθέσεις θα είναι ολοφάνερα κοινωνία δίχως ψέματα και βία. Κι όμως δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να χτίσουμε μια γέφυρα που να φέρνει σ’αυτήν εξόν από την επανάσταση, δηλαδή τα βίαια μέσα.»! Δεν αναγνωρίζει δε ούτε διαφορά στις συνθήκες: «Ο εμφύλιος πόλεμοςθ’απαντήσει ίσως ο πιασμένος στον ύπνο φιλόσοφος είναι ωστόσο μια θλιβερή εξαίρεση. Αλλά σε ειρηνικούς καιρούς ένα υγιές σοσιαλιστικό κίνημα θα πρέπει να τα καταφέρνει δίχως βία και ψέματα. Μια τέτοια απάντηση όμως δεν αντιπροσωπεύει τίποτε λιγότερο από μια παθητική υπεκφυγή. Δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ειρηνική ταξική πάλη και στην επανάσταση.». Κοντολογίς, ο (κατά Τρότσκυ) υγιής σοσιαλιστής βάζει στο ίδιο καλάθι πλέρια δημοκρατία και απεχθή ολοκληρωτισμό προκειμένου να επιλέξει τα μέσα, στα οποία θα προσφύγει.
Κατόπιν τούτου δεν πρέπει να προξενεί εντύπωση η αδιαφορία για τυχόν παράπλευρα θύματα: «Μπλεγμένος στις αντιθέσεις του ο ηθικολόγος θα προσπαθήσει ίσως να ισχυριστεί ότι άλλο πράμα είναι ένας ανοιχτόςκαι συνειδητός αγώνας ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα κι άλλο η σύλληψη ατόμων που δεν συμμετέχουν στον αγώνα. Αυτό όμως το επιχείρημα αποτελεί ελεεινή και ηλίθια υπεκφυγή.»!
Τελικά, ο Λέων Τρότσκυ δολοφονήθηκε μετά από λίγο καιρό αφότου συνέταξε αυτό το εμπρηστικό κείμενο από πράκτορες του ομογάλακτου πολιτικού αντιπάλου του. Έτσι έπεσε και εκείνος θύμα της ηθικής, την οποία ο ίδιος καταξίωνε θεωρητικά, αλλά την συμμεριζόταν και ο εντολέας της εκτέλεσής του και, ως εκ τούτου, θεωρούσε αυτονόητο το δικαίωμά του να ξεπαστρεύει ακόμα και τους συγγενέστερους ιδεολογικά πολιτικούς αντιπάλους του. Το ότι ο τελευταίος ήταν πιο αδίστακτος δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα, γιατί, με βάση το γραπτό του, δεν αποκλείεται ο Τρότσκυ να αποδεικνυόταν πιο αιμοσταγής αν είχε αποκτήσει την εξουσία του.
Πόσες, όμως, από αυτές τις απόψεις του Τρότσκυ δεν θα επαναλάμβαναν σχεδόν αυτολεξεί και ανερυθρίαστα ακόμα και σήμερα πλείστα όσα στελέχη, όχι μόνον του αναρχισμού και του αριστερισμού, αλλά και των πάσης φύσεως εκφράσεων της κομμουνιστογενούς αριστεράς; Καθόλα φυσικό, αφού φοίτησαν στην ίδια ιδεολογική σχολή, εμποτίσθηκαν από τις ίδιες ιδεολογικές αρχές και δεν τις απετάξαντο ουδεπώποτε ρητά. Γιαυτό και δεν τους βγαίνει να καταδικάσουν την «βία απ’όπου κι αν προέρχεται», «καταδικάζουν εν μέρει» κάποιες βιαιοπραγίες, «κατανοούν την αγανάκτηση» που εξωθεί σε πράξεις βίας…
Μόνο που τους διαφεύγει μία παράμετρος: ο αξιολογικός συσχετισμός ενέργειας - σκοπού εισάγει υποκειμενισμό. Τον οποίο, στην περίπτωση της βίας, εκμεταλλεύεται αποτελεσματικότερα ο πιο κτηνώδης…

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Σταθερά κάτω από τη βάση


Πρόγραμμα PISA για την αξιολόγηση της απόδοσης
εκπαιδευτικών συστημάτων χωρών του ΟΟΣΑ (OECD):


 

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Γράμμα 43

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 43
 
ταν σέ πάρουν στό τηλέφωνο πό μιά φημερίδα καί σο ζητήσουν μιά δήλωση γιά τό φύλλο τς πομένης πάνω στό καφτό θέμα, χρειάζεται νά δώσεις μιάν πάντηση. ν δέν μπορες νά τούς πες «Δέν ξέρω/δέν παντ», πρέπει νά συντάξεις γρήγορα μία δήλωση, πού νά μήν εναι ντίθετη μέ τήν γραμμή τς φημερίδας - πότε δέν θά τήν δημοσιεύσουν, λλά καί θά τά χαλάσης μαζί τους.
γή" τς Κυριακς περιεχε πλθος δηλώσεων στό θέμα τς κατάληψης το κτιρίου τς ΕΡΤ πό τήν στυνομία. παντοσαν νθρωποι το πνεύματος καί νθρωποι πού παριστάνουν πώς χουν ατήν τήν διότητα. μυνα τν πρώτων ταν οριστία, γενικολογία καί ναγωγή του ζητήματος στήν πώτερη προϊστορία του.
Ατοί πού ποδύονται τούς πνευματικούς νθρώπους, παντοσαν μέ κηρύγματα μίσους, μέ χετούς βρεων κατά τς Κυβέρνησης, ς καί κατηγορώντας την, τι πάει τήν χώρα πρός μφύλιο πόλεμο. Πρός τόν μφύλιο μως δηγον ο διοι. ν τούς πάρουμε στά σοβαρά.

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Γράμμα 42

 
Γράμμα τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν σ’αὐτούς πού θέλουν τήν ἀλήθεια μέ ἀριθμό 42
 
Σκοτώνουν ο Χρυσαυγίτες, σκοτώνουν καί ο ντιχρυσαυγίτες. Ο δεύτεροι μάλιστα μέ μεγαλύτερη πιτυχία, γιατί χουν πολύ μακρότερη σκηση στά τρομοκρατικά χτυπήματα.
πρόσφατη δολοφονία τν δύο νεαρν τς Χρυσς Αγς καί βαρύς τραυματισμός το τρίτου κατέλυσε τήν θεωρία, τι κραία πόφυση τς ριστερς δέν χρησιμοποιε γκληματικά μέσα. λλά καί τήν προτροπή τν ΜΜΕ νά μήν μιλομε τόν καιρό ατόν γιά τήν γκληματική δράση τν δύο κρων, διότι ατό προσφέρει ναν συμψηφισμό πρός φελος τς Χρυσς Αγς τουλάχιστον να λαφρυντικό γιά τόν φόνο πού εχε διαπράξει.
Καιρός εναι ο δύο πτέρυγες το πολιτικο φάσματος νά πάψουν νά προβάλλουν ς δικαιολογία τήν τρομοκρατική δραστηριότητα τς ξτρεμιστικς πόφυσης τς παράταξης τους τήν γκληματική βία τς λλης πλευρς. κενος πού χρησιμοποιε ατό τό πιχείρημα πισύρει τήν ποψία, τι συμπαθε τούς φονιάδες στό κρο τς παράταξής του.
Τό αμα τν δολοφονημένων πέφτει πάνω σέ λους μας καί πάνω στό μέλλον τν παιδιν μας.
δίωξη καί σκληρή τιμωρία τν νόχων εναι παραίτητη γιά τήν διαφύλαξη τς Δημοκρατίας μας.

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Πρόσκληση Γενικῆς Συνέλευσης


Καλοῦνται τά Μέλη τοῦ Κέντρου Σοσιαλιστικῶν Μελετῶν στήν ἐτήσια Γενική Συνέλευση τοῦ σωματείου, πού θά συνέλθει τήν Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013 καί ὥρα 8 μ.μ. στήν αἴθουσα τοῦ Ἰνστιτούτου Διεθνῶν Οἰκονομικῶν Σχέσεων, ὁδός Πανεπιστημίου 16, β΄ ὄροφος, μέ θέματα ἡμερησίας διατάξεως:
1.         Προσωρινός Ἀπολογισμός Δραστηριοτήτων.
2.         Προσωρινός Οἰκονομικός Ἀπολογισμός.
3.         Ἐκλογή νέου Διοικητικοῦ Συμβουλίου.
4.         Ὁρισμός Ἔκτακτης Γενικῆς Συνέλευσης γιά τήν Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014, στόν προαναφερθέντα τόπο τήν ἴδια ὥρα, γιά: α) Ἔγκριση τοῦ Ἀπολογισμοῦ Δραστηριοτήτων καί τῆς Οἰκονομικῆς Διαχείρισης τῆς περιόδου 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2013, β) Ἀπαλλαγή ἀπελθόντος Διοικητικοῦ Συμβουλίου γ) Ἐκλογή Οἰκονομικοῦ Ἐλεγκτοῦ.
5.         Πολιτική συζήτηση.
6.         Ἀποφάσεις.
Σέ περίπτωση πού δέν ἐπιτευχθεῖ ἀπαρτία τήν ὥρα πού ὁρίζεται πιό πάνω, ἡ Συνέλευση θά πραγματοποιηθεῖ, σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 14 τοῦ Καταστατικοῦ, στόν ἴδιο τόπο, τήν ἴδια βραδιά, στίς 9 μ.μ., ἀσχέτως ἀριθμοῦ παρισταμένων.

                                            Κατ’ἐντολήν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου
Ὁ Πρόεδρος                                                                                                 Ὁ Γεν. Γραμματέας
Λέανδρος Σλάβης                                                                                            Γιάννης Ζαχαρίου

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ: Ἡ παρατεταμένη ἀρρώστεια ἀπαιτεῖ ἔντονη θεραπεία

("Ἐφημερίδα τοῦ Κ.Σ.Μ."/τεῦχος 167/Αὔγουστος 2013)

Σέ κάθε λαό καί σέ κάθε ἐποχή ὑπάρχει ἕνα ποσοστό παραβατικότητας. Οἱ ἄνθρωποι δέν εἶναι ἄγγελοι.
Ἡ ἑλληνική κοινωνία ἔχει ξεπεράσει τό ὅριο τῆς ἀντοχῆς στήν παραβατικότητα χωρίς τήν ἀπειλή τῆς καταστροφῆς. Ἡ ἀνομία ἔχει γίνει ὁ κανόνας τῆς καθημερινότητάς μας. Ἀπό τά ὑπέρογκα ὡς τά ἐλάχιστα.
Κάθε ἐφημερίδα πού διαβάζουμε, κάθε ἐκπομπή πού ἀκοῦμε ἀποκαλύπτουν σκάνδαλα∙ ὄχι ἕνα ἀλλά περισσότερα. Κυβερνητικά στελέχη πού παίρνουν μίζες γιά τίς παραγγελίες πού δίνουν. Ἀνώτεροι δημόσιοι ὑπάλληλοι πού ἀξιώνουν ρεγάλο γιά νά ὑπογράψουν νόμιμες πράξεις. Ὑπεύθυνοι ἀσφαλιστικῶν ταμείων πού μεθοδεύουν τήν συνέχιση τῆς καταβολῆς συντάξεων σέ πεθαμένους. Γιατροί πού βγάζουν τυφλούς καί κουφούς χιλιάδες ἄτομα πού βλέπου καί ἀκοῦν θαυμάσια.
Στήν βάση τῆς κοινωνικῆς πυραμίδας, ἡ φοροδιαφυγή εἶναι τό μικρότερο ἁμάρτημά της. Ἡ χρήση παραποιημένων πιστοποιητικῶν εἶναι διαδεδομένη. Καθώς καί ἡ ἐπίκληση ἀπορίας γιά τήν λήψη βοηθημάτων ἀπό μέρους προσώπων πού ἔχουν μεγάλη οἰκονομική ἄνεση. Τά πλαστά εἰσιτήρια ἀφθονοῦν. Ἀλλά καί τό παράνομο παρκάρισμα πού παρενοχλεῖ τήν χρήση τοῦ δρόμου ἀπό τούς ἄλλους. Ἀναγκάζεται λοιπόν ὁ κρατικός μηχανισμός νά αὐξάνει τούς ἐλέγχους του, χωρίς νά μποροῦμε νά ἐμπιστευόμαστε στήν ἀκεραιότητά του.
Σέ ἄλλες χῶρες πού ἐμφανίζονται ἀνάλογα φαινόμενα δέν ὑπάρχει ἡ ἔκταση τῆς πολιτικῆς κρίσης, πού βιώνουμε ἐδῶ. Ἔτσι μποροῦν αὐτές νά συνεχίζουν τήν ζωή τους μέ αὐτά χωρίς νά καταφεύγουν σέ μέτρα πού τήν ἀναστατώνουν. Ἐμεῖς περιφερόμαστε στήν ἄκρη ἑνός γκρεμοῦ∙ γιά νά μήν πέσουμε σ’αὐτόν χρειάζεται νά λάβουμε σκληρά μέτρα.
Ἀπό τό νά παρατηροῦμε ἄπραγοι τίς παραβιάσεις τοῦ νόμου καί τῆς ἠθικῆς τάξης, πρέπει νά προχωρήσουμε στήν μηδενική ἀνοχή. Τίποτε πού ἀντιβαίνει τό νόμο νά γίνεται δεκτό. Νά πολεμήσουμε τήν ἀνομία σέ κάθε ἔκφανσή της. Μιά ἀρρώστεια πού ἔχει παραμεληθῆ ἐπί χρόνια, χρειάζεται νά πολεμηθῆ μέ φάρμακα πολύ δραστικά.
Προϋπόθεση γιά μιά τέτοια ἀλλαγή στήν ζωή μας εἶναι νά ὑπάρξη μιά εὐρύτατη εἰλικρινής ἀποδοχή της. Εὐτυχῶς ὑπάρχουν πάρα πολλοί πολῖτες πού δέν ἔχουν μολυνθῆ ἀπό τήν ἀνομία καί οἱ ὁποῖοι μποροῦν νά στηρίξουν τήν δύσβατη ἀλλά ἀναγκαία λύση.

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Ο πολλαπλασιαστής της ανομίας (δηλαδή το ελληνικό κράτος)

("Ἐφημερίδα τοῦ Κ.Σ.Μ."/τεῦχος 167/Αὔγουστος 2013)

Μέχρι πρόσφατα ο “πολλαπλασιαστής”, ως όρος, ήταν γνωστός στον πολύ κόσμο μόνο ως το alter ego του “πολλαπλασιαστέου” της αριθμητικής πράξης του πολλαπλασιασμού. Η δυνατότητα κάλυψης με αυτόν και άλλων εκφραστικών αναγκών έγινε αντιληπτή όταν βούιξε ο τόπος από την παραδοχή της χρήσης μιας λανθασμένης τιμής (στην πραγματικότητα κακής εκτίμησης αυτής) στον (δημοσιονομικό) πολλαπλασιαστή ενός μεγέθους της ελληνικής οικονομίας, εξαιτίας της οποίας η πορεία της τελευταίας εξελίχθηκε επί το δυσμενέστερον σε σχέση με τις προβλέψεις των ειδημόνων.
Η συνέπεια αυτής της υποεκτίμησης ήταν ο πολλαπλασιασμός της χρήσης του όρου σε πεδία από τα οποία απουσίαζε μέχρι πρότινος, με αποτέλεσμα να μην ξενίσει ο χαρακτηρισμός του ελληνικού κράτους ως “πολλαπλασιαστού” της ενδημικής παραβατικότητας των κατοίκων του. Και αυτό σε μία περίοδο κατά την οποία θα έπρεπε να λειτουργεί ως “διαιρέτης” της και να καλλιεργεί την αίσθηση της ανάγκης τήρησης των νόμων. Αν όχι για άλλο λόγο, τουλάχιστον για να επιτύχει έναν από τους μνημονιακούς στόχους: την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Στόχο τον οποίο όφειλε να κυνηγάει ακόμα και τα χρόνια της επιφανειακής ευμάρειας. Αν το επιχειρούσε εγκαίρως πιθανόν να ήταν αχρείαστα τα μνημόνια.
Εντούτοις, οι κόποι του πάνε μάλλον στράφι. Όχι γιατί δεν το κάνει με πολλή ζέση (και δεν το κάνει). Ούτε γιατί δεν δίνει το καλό παράδειγμα (και δεν το δίνει). Αλλά γιατί την ίδια στιγμή εξακολουθεί την πατροπαράδοτη τακτική του να κάνει τα στραβά μάτια μπρος στην γενικευμένη ανομία. Αν δεν την ενθαρρύνει κιόλας! Και αν ένας λαός δεν πειστεί ότι όλοι οι νόμοι, όσο σκληροί και αν είναι, είναι νόμοι και πρέπει να τηρούνται, δεν πρόκειται να πεισθεί ότι μία περίπτωση - και συγκεκριμένα η φοροδιαφυγή - αποτελεί εξαίρεση της ανεκτής παραβατικότητας. Όταν αυτή γίνεται δεύτερη φύση, δεν κάνει διάκριση των υποχρεώσεων απέναντι στον νόμο. Δυστυχώς, η ελληνική πολιτεία δεν δείχνει να το έχει αντιληφθεί. Ή, σύμφωνα με μία άλλη εξήγηση, δεν είναι διατεθειμένη να καταβάλει το αναγκαίο τίμημα σε πολιτικό κόστος για αυτόν τον σκοπό. Προτιμά, αφότου από ουδέτερος διαιτητής έγινε σημαντικός παίκτης στα κοινωνικά παιχνίδια,  να εκταμιεύει το κεφάλαιο ανοχής που διαθέτει οπότε προκαλείται αναταραχή από την αποκάλυψη αθέμιτων προνομίων του ως πολιτικού συστήματος και ως γραφειοκρατικής τάξης.
Από την άλλη σκοπιά τώρα, η παραβατικότητα δεν χαρακτηρίζει όλους τους πολίτες. Ίσως ούτε καν την πλειονότητά τους. Δυστυχώς, όμως, η επιρρεπής σε παραβατική συμπεριφορά μειοψηφία δίνει το στίγμα. Για παράδειγμα, σε μία οδική αρτηρία, ακόμα και αν όλα τα υπόλοιπα οχήματα σεβαστούν τη σχετική απαγόρευση, αρκεί να σταθμεύσουν δύο παράνομα για προκαλέσουν κυκλοφοριακή συμφόρηση. Αυτά, όμως, τραβούν το βλέμμα, αυτά είναι η αιτία της εικόνας που μένει, αυτά προκαλούν τη δυσφορία.
Την παραβατικότητα, λοιπόν, την ενθαρρύνει το ελληνικό κράτος με την ανεπαρκή έως ανύπαρκτη αστυνόμευση και την ατιμωρησία των παραβατών ή την επιείκεια προς αυτούς. Την ενισχύει με ψήφιση νόμων που δεν έχει την πρόθεση να εφαρμόσει ή τα “κότσια” να επιβάλει. Την θεσμοθετεί με τα διάφορα “παράθυρα” των νόμων που τελικά ακυρώνουν τον ίδιο τον νόμο. Και την πολλαπλασιάζει γιατί με την συμπεριφορά του εξωθεί τους πιο ευάλωτους από τους νομοταγείς να βαρεθούν να παριστάνουν τα “κορόιδα” της υπόθεσης και να μιμηθούν τους υποτίθεται ξύπνιους!
Το που οδηγεί αυτή η τακτική του κράτους αναδεικνύεται πανηγυρικά στους δρόμους της χώρας, που τους καταδυναστεύουν οι “τσαμπουκαλήδες” και οι “τραμπούκοι” της ασφάλτου μετά την άνωθεν εντολή χαλάρωσης των ελέγχων στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Τα παραδείγματα αδιαφορίας του για την ανεπάρκειά του και τα παραφερνάλιά της καταδιώκουν την κοινωνία από παλιά. Όπως από τότε που, παρά την ύπαρξη διατάξεων κατά της ηχορύπανσης, αποκαλύφθηκε ότι τα μηχανοκίνητα δίτροχα που εισάγονται στην χώρα έχουν σχεδιασθεί ειδικά για την περίπτωση για να ξεκουφαίνουν τον κόσμο, χωρίς να ιδρώσει το αφτί κανενός αρμοδίου. Όπως από την θεσμοθέτηση - παγκόσμια πρωτοτυπία - κυρίως των ημιυπαιθρίων χώρων των πολυκατοικιών (και λιγότερο από την νομιμοποίηση της οικοδομικής αλλοίωσης από το κλείσιμό τους). Όπως από την καθολική περιφρόνηση του πρόσφατου «αντικαπνικού νόμου» από τους καπνιστές, που έχει κάνει τη χώρα καταγέλαστη στο εξωτερικό.
Οι περιπτώσεις τελειωμό δεν έχουν. Μερικές πρόσφατες έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Για παράδειγμα η πολιτεία αποφάσισε (ορθώς) να καταπολεμήσει τη φοροδιαφυγή. Ένα από τα μέτρα που πήρε ήταν η ενθάρρυνση της συλλογής αποδείξεων πληρωμής από τους πολίτες. Την ίδια στιγμή, όμως, επέτρεψε την χρήση μηχανών εκτύπωσης αποδείξεων οι οποίες, από τη φύση τους και όχι εξαιτίας κάποιας κακομεταχείρισης, δεν διαβάζονται μετά από παρέλευση σύντομου χρονικού διαστήματος. Αν αυτό θεωρηθεί παρωνυχίδα γιατί η μόνη του επίπτωση είναι η ταλαιπωρία του “αποδειξιοσυλλέκτη” πολίτη, δεν συμβαίνει το ίδιο με την “κοροϊδία” της υποχρέωσης έκδοσης αποδείξεων από ορισμένους επαγγελματίες. Όπως τα ταξί και τα πρατήρια καυσίμων. Το λογικό θα ήταν να εφοδιαστούν με μηχανές συνδεδεμένες με το ταξίμετρο ή τις αντλίες καυσίμων αντίστοιχα και να εκδίδουν αυτόματα αποδείξεις μόλις πέσει η “σημαία” ή μόλις διακοπεί τελικά η ροή καυσίμου. Πολλοί οδηγοί ταξί και πρατηριούχοι εφοδιάστηκαν με τέτοιες μηχανές. Υπήρξαν, όμως, και οι “ξύπνιοι” που εκμεταλλεύτηκαν είτε κάποιο παράθυρο είτε την αδιαφορία του κράτους και στη θέση τους εγκατέστησαν μηχανές που ενεργοποιούνται από τους ίδιους και εκτυπώνουν αποδείξεις μόνο αν το ζητήσει ο πελάτης, δηλαδή ελάχιστες φορές.
Ένα άλλο παράδειγμα, όμως, είναι ακόμα πιο εύγλωττο. Τα κάθε είδους οχήματα οφείλουν να φέρουν πινακίδες κυκλοφορίας. Οι πινακίδες είναι κατά κάποιον τρόπο οι “ταυτότητες” των οχημάτων για την οπτική αναγνώρισή τους σε περίπτωση ατυχήματος κ.λπ. Μάλιστα, ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας προβλέπει πρόστιμο τριακοσίων ευρώ για όποιον «θέτει σε κυκλοφορία όχημα, το οποίο δεν έχει τοποθετημένες και τις δύο πινακίδες αριθμού αυτοκινήτων» και για όποιον «οδηγεί όχημα του οποίου οι πινακίδες δεν είναι, για οποιοδήποτε λόγο, ευκρινώς ορατές ή αναγνωρίσιμες από τεχνικά μέσα βεβαίωσης παραβάσεων ή τοποθετεί επ’αυτών μη αντανακλαστικό υλικό.». Περιέργως, πάντως, το σχετικό πρόστιμο στην περίπτωση φορτηγών μειώνεται στο ένα τρίτο.
Παρά, λοιπόν, την αυστηρή διατύπωση του Κ.Ο.Κ., που είναι νόμος του κράτους, στη χώρα κυκλοφορούν ανενόχλητα οχήματα με ξασπρισμένα ή λασπωμένα τα ψηφία της πινακίδας! Όχι, μάλιστα, εξαιτίας τυχαίου γεγονότος, όπως πιστοποιούν οι περιπτώσεις καθαρισμού της λάσπης γύρω από την πινακίδα! Επιπλέον, κυκλοφορούν οχήματα με πινακίδες ξένων κρατών, οι οποίες έχουν αποσυρθεί εδώ και χρόνια. Με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των να μην πληρώνουν τέλη κυκλοφορίας (ή κάποια αντίστοιχα τέλη) ούτε στο εσωτερικό ούτε στο εξωτερικό. Σ’αυτά, προστέθηκαν τελευταία και τα οχήματα, των οποίων οι ιδιοκτήτες κατέθεσαν τις πινακίδες για να μην πληρώνουν τα σχετικά τέλη. Η κατάθεση των πινακίδων συνεπάγεται την ακινησία του οχήματος, την οποία καταστρατηγούν πολλοί γνωρίζοντας ότι η πιθανότητα να ελεγχθούν είναι απειροελάχιστη, η δε πιθανότητα να υποστούν κυρώσεις ακόμα πιο μικρή τόσο λόγω της ανεκτικότητας των αρμοδίων οργάνων, όσο και λόγω του λαϊκισμού των εξ επαγγέλματος υποστηρικτών κάθε “κακομοίρη”. Το αποκορύφωμα, όμως, της παραβατικότητας είναι η εσκεμμένη τοποθέτηση “φυμέ” υλικού πάνω στις πινακίδες, παρότι απαγορεύεται ρητά. Πρόκειται για πατεντάτη κακόβουλη απάτη που έχει ως στόχο την μη ταυτοποίηση του οχήματος από «τεχνικά μέσα βεβαίωσης παραβάσεων», αλλά και από μηχανισμούς αναγνώρισης πινακίδων σε πύλες διοδίων, χώρους στάθμευσης κ.λπ., και κυρίως για να μην είναι αναγνωρίσιμη η πινακίδα αν το όχημα προκαλέσει ατύχημα και ο οδηγός του τραπεί σε φυγή με αυτό! Και όμως, παρότι αυτή η παράβαση – απάτη μπορεί να διαπιστωθεί ανά πάσα στιγμή, ένα σωρό αυτοκίνητα (ιδίως ακριβά και σπορ) κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα και ανενόχλητα στους δρόμους με πινακίδες σκόπιμα μη αναγνωρίσιμες ούτε καν καταμεσήμερο με το μάτι και από ελάχιστη απόσταση! Και ουδείς (τύποις αρμόδιος) συγκινείται!
Φαίνεται ότι στη «χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας» ισχύει κατ’εξαίρεσιν ένας μοναδικός πρόσθετος μακαρισμός: «Μακάριοι οι ασυνείδητοι και κατεργαραίοι ότι αυτοί ουκ ενοχληθήσονται»! Οι υπόλοιποι πληρώνουν (και την πληρώνουν) για λογαρι