Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΧΕΛΙΝΟΣ: Μέτρων Πακέτο VS Γκέττο

("Εφημερίδα του Κ.Σ.Μ."/τεύχος 156/Οκτώβριος 2011)

«Λόντρα, Παρίσι, Νιού Γιόρκ, Βουδαπέστη και Βιέννη, μπρος στην Αθηνά καμιά, μα καμιά σας δεν βγαίνει!», έλεγε ένα τραγούδι της εποχής της ακμής της ελαφράς μουσικής. Μπρος στην Αθήνα καμιά τους ούτε έβγαινε τότε, ούτε βγαίνει τώρα. Μόνο που οι καιροί άλλαξαν. Τότε, τουλάχιστον κατά την άποψη του στιχουργού, δεν έβγαιναν μπροστά στο ιοστεφές άστυ σε ομορφιές και ζεστασιά. Τώρα, αντίθετα, δεν βγαίνουν μπροστά του σε ασχήμια και απώθηση!
Είναι κάτι το αναμενόμενο σε έναν τόπο όπου το μόνο που διδάσκει η ιστορία είναι το ότι δεν διδάσκει τίποτε! Αυτό αποδεικνύουν, μεταξύ άλλων, δύο ανακοινώσεις που συνέπεσαν με την αιχμή των αντιδράσεων, αλλά και των εκτρόπων, που ακολούθησαν τη δολοφονία από μετανάστες ενός ανύποπτου έλληνα οικογενειάρχη, κάτοικου ενός από τα γκέττο της πρωτεύουσας. Με την πρώτη ανακοινωνόταν ότι βρισκόταν στην τελική ευθεία το άνοιγμα του Ξενοδοχείου των Απόρων στην Οδό Πατησίων, κάπου μεταξύ της Πλατείας Αμερικής – Πλατεία Αφρικής την αποκάλεσε μετανάστρια από την Ουκρανία (!) – και της Πλατείας Κολιάτσου. Με τη δεύτερη ότι πρόκειται να λειτουργήσει Ξενώνας Αστέγων απέναντι από το Σταθμό Λαρίσης! Ανακοινωνόταν, μ’άλλα λόγια, το άνοιγμα δύο επιπλέον πόλων έλξης φορέων προβλημάτων στις προβληματικές περιοχές που βρίσκονται στο επίκεντρο της κρίσης ακριβώς λόγω της υπερβολικής συγκέντρωσης μιζέριας σε αυτές. Μάλιστα, μόλις λίγες μόλις βδομάδες μετά τη λήξη της φιλοξενίας των μεταναστών, που είχαν καταλάβει τη Νομική Σχολή, στο αναξιοποίητο περικαλλές αρχιτεκτόνημα της Βίλλας “Υπατία” της περιοχής του Αρχαιολογικού Μουσείου, που, σε άλλες πόλεις, θα αποτελούσε ένα από τα τοπόσημά τους.
Μάλιστα, στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε (τυχαία άραγε;) και η απόφαση – στο πλαίσιο ευρύτερων ανακατατάξεων – της υποβάθμισης και διοικητικής υπαγωγής σε άλλες μονάδες των δύο μοναδικών δημόσιων φορέων περίθαλψης της περιοχής του Γενικού Νοσοκομείου Πατησίων και της ιστορικής “Παμμακαρίστου”.
Με την πρώτη ματιά οι επιλογές φαίνονται εύλογες· τα κέντρα υποδοχής θα στηθούν εκεί όπου βρίσκεται το κέντρο βάρους του προβλήματος που καλούνται να αντιμετωπίσουν. Άμα το καλοεξετάσει κανείς, όμως, δεν θα δυσκολευτεί να διαπιστώσει ότι το επακόλουθο των συγκεκριμένων επιλογών θα είναι ο φαύλος κύκλος της περαιτέρω “γκεττοποίησης” των “κοινωνικών χωματερών” της πόλης. Δηλαδή, η περαιτέρω υποβάθμιση των περιοχών, η οποία αποβαίνει σε βάρος τόσο των παλιών κατοίκων τους – δηλαδή εκείνων που εγκλωβίστηκαν σε αυτές και δεν μπορούν να φύγουν ή δέθηκαν με αυτές και αρνούνται να τις εγκαταλείψουν – όσο και των μεταναστών που αντικατέστησαν αυτούς που την “κοπάνησαν” (όσο ήταν καιρός).
Πρόκειται για μία πανομοιότυπη πρακτική, με αντίθετο όμως στόχο, με αυτή που εφαρμόζεται εδώ και τρεις – τέσσερις δεκαετίες στην πρωτεύουσα: την πλαισίωση με έργα βιτρίνας των περιοχών που αποτελούσαν τη βιτρίνα της πόλης. Γιατί κάθε παρέμβαση στην πόλη συμβάλλει στην ανάπτυξη μιας δυναμικής ως πολλαπλασιαστής της τάσης που εκπροσωπεί. Με αυτόν τον τρόπο η πόλη είχε χωριστεί σε τομείς δύο ταχυτήτων: ο ένας εκσυγχρονιζόταν και εμπλουτιζόταν με έργα βελτίωσης της υποδομής και διευκόλυνσης της ζωής των κατοίκων του, ο άλλος όχι μόνο παρέμενε στάσιμος, αλλά, εξαιτίας της όλο και μεγαλύτερης ποιοτικής απόστασης που τον χώριζε από τον πρώτο, απωθούσε όλο και περισσότερο τους ιθαγενείς του.
Ενώ, όμως, μέχρι πρότινος η ψαλίδα άνοιγε με ένα συγκρατημένο ρυθμό, επειδή το ένα σκέλος της ξέφευγε προς τα πάνω, τελευταία ο ρυθμός επιταχύνθηκε, επειδή άρχισε το δεύτερο σκέλος της να ωθείται παράλληλα προς τα κάτω. Μία τάση που αναπτύχθηκε αφότου η παντελής έλλειψη μέριμνας για αυτές κούμπωσε με την ανοχή (αν όχι ενθάρρυνση) στη συγκέντρωση σε αυτές όλων των οχληρών πτυχών της πόλης. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο νέοι χώροι υποδοχής θα γειτνιάζουν με τις δύο μακροβιότερες καταλήψεις (ιστορικών και περίτεχνων) κτηρίων, ο μεν με την κατάληψη στη γωνία των Οδών Λ. Καραγιάννη – Ι. Δροσοπούλου (που τίμησε προ καιρού το αργυρό ιωβηλαίο της!) και ο δε με την κατάληψη της πάλαι ποτέ περίφημης Βίλλας “Αμαλία”. Ούτε το ότι, μεσοκαλόκαιρο, αφέθηκε στο έλεος των καταληψιών, μετά από μια “επίσκεψη αβροφροσύνης” των αστυνομικών δυνάμεων κατά την απουσία τους, μία τρίτη κατάληψη, της προπολεμικής διατηρητέας και ιστορικής (επειδή σ’αυτήν έζησε κάποια χρόνια η Μαρία Κάλλας) Πολυκατοικίας “Παπαλεονάρδου”, στην Οδό Πατησίων, στο ίδιο τετράγωνο με τη Βίλλα “Υπατία”! Όπως δεν είναι τυχαίο και το ότι οι εκάστοτε καταληψίες προτιμούν στόχους αυτών των περιοχών· γνωρίζουν πολύ καλά ότι αν είχαν προτιμήσει εξίσου προσιτά κτήρια άλλων περιοχών θα είχαν εκπαραθυρωθεί κλωτσηδόν μέχρι να πουν κύμινο!
Όλες αυτές οι ενέργειες (και παραλείψεις) που επιχειρούνται και συγκλίνουν προς ένα αδιαμφισβήτητο αποτέλεσμα: την επιλεκτική υποβάθμιση συγκεκριμένων περιοχών της πρωτεύουσας! Το ότι συνάδουν, μάλιστα, με σχέδιο συγκέντρωσης όλων των αλλοδαπών σε συγκεκριμένη περιοχή της πόλης, το οποίο δημοσιεύματα αποδίδουν στη δημοτική αρχή, ενδέχεται να υποδεικνύει το ότι η διαίρεσή της πρωτεύουσας σε γειτονιές πατρικίων και πληβείων δεν οφείλεται σε συρροή συμπτώσεων, ούτε αποτελεί ευφάνταστο σενάριο συνωμοσιολογίας. Ας σημειωθεί δε ότι μια τέτοια επιλογή δεν είναι καν λυσιτελής σε μια πόλη με διάτρητα εσωτερικά όρια. Η περιοχή που θα θυσιαστεί θα αποτελέσει πόλο έλξης, με αποτέλεσμα να αναζητηθεί για το πλεόνασμα ζωτικός χώρος στις όμορες της περιοχές. Άραγε οι ανεγκέφαλοι ή κακόβουλοι εισηγητές μιας τέτοιας επιλογής προτίθενται να αποζημιώσουν τους κατοίκους των που θα δουν τις περιουσίες τους να χάνουν ό,τι έχει απομείνει από την αξία τους; Οι απεχθείς βολονταρισμοί αυτού του είδους ευδοκιμούσαν μέχρι τώρα μόνο σε καθεστώτα τύπου Τσαουσέσκου ή Ναζαρμπάγεφ!
Αυτή, όμως, η τάση, η οποία, στην περίπτωση της Αθήνας ευνοείται από τα μέτρα κρατικών και δημοτικών αρχών, δεξιών τε και αριστερών αντιλήψεων, είναι στο στόχαστρο αριστερών τε και δεξιών αρχών σε άλλες χώρες που προσπαθούν να αποτρέψουν ή να ανατρέψουν μία de facto δημιουργία συνοικιών προνομιούχων, οι οποίες, στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, παίρνουν ακόμα και τη μορφή περιτειχισμένων νησίδων (“gated communities”). Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αποτρεπτικές προσπάθειες στέφονται με επιτυχία πάντοτε και παντού. Αλλά, τουλάχιστον, αναλαμβάνονται.
Είναι χαρακτηριστικά τα (όχι πάντοτε αποτελεσματικά) μέτρα των γαλλικών αρχών για την επίτευξη του “κοινωνικού ανακατώματος” ή της “κοινωνικής μείξης” (“mixité sociale”) που επιδιώκουν τη συμβίωση ποικίλων οικονομικό-κοινωνικών πολυφυλετικών στρωμάτων μέσα στα όρια ετερογενών συνοικιών ή προαστίων και την διάρρηξη του ιστού των προνομιούχων νησίδων (“enclaves dorées”). Σ’αυτά συμβάλλουν κοινωνικοί φορείς, όπως πολιτικά κόμματα και η εκκλησία, οργανώσεις πολιτών, αλλά και επιχειρήσεις (με την πολιτική προσλήψεων που εφαρμόζουν). Μέχρι και νομοθετική ρύθμιση έχουν στη διάθεσή τους (αρκετά έγκαιρα, από το 1991)! Στο πλαίσιο αυτής οι δημοτικές αρχές των πλούσιων προαστίων οφείλουν να αναπτύξουν σε ιδιόκτητά τους οικόπεδα κατοικίες, με προκαθορισμένο ποσοστό στο σύνολο του δυναμικού των κατοικιών του Δήμου, όπου θα στεγάσουν με χαμηλό νοίκι οικονομικά ασθενή νοικοκυριά. Αντίστροφα, και αυτό όχι μόνο στη Γαλλία, σε περιοχές που έχουν παρακμάσει χωροθετούνται υποδομές που θα τους προσδώσουν ακτινοβολία για αναστρέψουν τη δυναμική τους.
Αντίθετα, στην Ελλάδα σχεδόν ευνοείται o διαχωρισμός, η “γκεττοποίηση”. Μάλιστα, πολύ συχνά με τις ευλογίες μιας ανεγκέφαλης αριστεράς! Δεν είναι λίγες οι φορές που έχει πρωτοστατήσει στον αποκλεισμό από προνομιούχες περιοχές οχληρών μεν, πλην όμως απαραίτητων λειτουργιών, οι οποίες, στη συνέχεια, εγκαθίστανται αναγκαστικά στις γειτονικές “κοινωνικές ή περιβαλλοντικές χωματερές”. Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η απουσία αντίδρασης εκ μέρους της σε καταστάσεις που απολήγουν σε ανάλογο αποτέλεσμα. Είναι κάτι παραπάνω από αποκαλυπτικό το γεγονός ότι όλες οι σώφρονες φωνές, οι οποίες υποστήριξαν τη μερική μετατροπή της έκτασης του παλιού αεροδρομίου του Ελληνικού σε “τράπεζα γης” προς όφελος όλων των περιοχών – και, κατά κύριο λόγο, των πιο αδικημένων – του Λεκανοπεδίου, προήλθαν από άλλους πολιτικούς χώρους. Αντίθετα, η εν λόγω αριστερά ματαιοπονούσε – όπως αποδείχθηκε – στην προάσπιση του αντιοικονομικού φαραωνικού έργου του “μητροπολιτικού πάρκου”. Κι όμως, με την εκμετάλλευση αυτού του αποθέματος γης θα μπορούσαν να αποκτήσουν λίγο (παραπάνω) πράσινο οι συνοικίες της Αθήνας που το στερούνται περισσότερο και να πάψουν οι δρόμοι τους να είναι πρωταθλητές στη συσσώρευση κάθε είδους ρύπων. Αξίζει να σημειωθεί ότι, με βάση πρόσφατα στοιχεία του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, στις πρώτες θέσεις του σχετικού πίνακα για το 2010 βρέθηκαν και με διαφορά οι Οδοί Πατησίων και Αριστοτέλους, στην καρδιά των κοινωνικών και, συνάμα, περιβαλλοντικών χωματερών της πόλης. Τυχαίο; Δεν νομίζω!
Πρόκειται, άραγε, για αδιαφορία ή έλλειψη διορατικότητας αυτής της αριστεράς; Εκτός και αν πρόκειται για μια υστερόβουλη πολιτική (που εφαρμόζεται και σε άλλους τομείς) με στόχο τη δημιουργία ανεξέλεγκτων καταστάσεων στα γκέττο και την απόσπασή τους από τη σφαίρα επιρροής της εξουσίας. Αν και, σε αυτή την περίπτωση, πρόκειται για μία ασύγγνωστη εθελοτυφλία, γιατί όπως αποδείχθηκε επανειλημμένα στο απώτερο παρελθόν στο εξωτερικό και στο πρόσφατο στη χώρα, δεν είναι ούτε η αριστερά ούτε η δημοκρατία που επωφελούνται από αυτές τις καταστάσεις.
Αν δεν γίνουν κατανοητές αυτές οι στοιχειώδεις διαπιστώσεις, δεν έχουν ελπίδες ευόδωσης ούτε η περιλάλητη επιστροφή των Αθηναίων στο ιστορικό κέντρο ούτε η μετατροπή της πόλης σε τουριστικό προορισμό “city breaks”, όπως οραματίζονται κυβερνητικές και δημοτικές κεφαλές.
Για να επανακάμψουν οι κάτοικοι στις συνοικίες που εγκαταλείψανε θα πρέπει να αρθούν οι αιτίες που τους οδήγησαν στη μετοικεσία (και όχι να επιδεινώνονται). Για να αποφασίσει να επιστρέψει στο κέντρο της πόλης αυτός που, για παράδειγμα, απαύδησε ψάχνοντας κάθε βράδυ θέση για να σταθμεύσει το αυτοκίνητό του, θα πρέπει να πεισθεί ότι, πλέον, θα βρίσκει. Πως, όμως, όταν εντεταλμένα «τάγματα εφόδου» σαμποτάρουν κάθε σχετική απόπειρα; Πρόσθετα, θα πρέπει να πεισθεί ότι η θέση που θα βρει θα του παρέχει τα εχέγγυα ότι δεν θα βρει την επομένη το αυτοκίνητό του “καλοκαιρινό”. Με ποια λογική αναμένεται ότι κάποια νεαρά ζευγάρια θα προτιμήσουν να εγκατασταθούν στο κέντρο, για να επωφεληθούν από κάποιες φορολογικές απαλλαγές, όταν το αντίτιμο αυτής της εγκατάστασης θα είναι επαχθέστερο; Γνωρίζουν ότι, αν δεν προηγηθεί η αναβάθμιση των δημόσιων σχολείων κάθε βαθμίδας στη νέα γειτονιά τους, μόνο το ιδιωτικό σχολείο, στα πέρατα του κόσμου, στο οποίο θα αναγκαστούν να στείλουν τα γεννήματά τους, θα τους στοιχίσει κάτι παραπάνω από την φορο-ελάφρυνση. Και δεν θα πάρουν τη μεγάλη απόφαση αν πρόκειται, εξαιτίας της, είτε να κλειδαμπαρώνουν τους γόνους τους μέσα στους τέσσερις τοίχους, είτε να ζουν με το άγχος των κινδύνων που θα τους περιμένουν μόλις ξεμυτίσουν μόνοι τους στο δρόμο.
Από την άλλη και παρά το ότι, από άποψη υποδομών και δραστηριοτήτων, η πρωτεύουσα έχει καλύψει το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου που τη χώριζε από τους παραδοσιακούς προορισμούς αστικού τουρισμού, δεν θα κερδίσει εύκολα την προτίμηση των καλοπερασάκηδων πιστών του. Δεν πρόκειται να συρρεύσουν επειδή θα μπορούν να προμηθευτούν μια ενιαία κάρτα χρήσης των συγκοινωνιών και επίσκεψης των μουσείων, αν δεν νιώθουν καλοδεχούμενοι και ασφαλείς στους δρόμους της πόλης. Και, κυρίως, αν δεν νιώθουν ελεύθεροι να περιπλανηθούν σ’αυτήν οπότε έχουν όρεξη, αντί να ασφυκτιούν μέσα από τα αόρατα κάγκελα των ελάχιστων προσπελάσιμων περίκλειστων οάσεων. Γιατί, μπορεί η ανασφάλεια να μην είναι προνόμιο της Αθήνας, αλλά σε άλλους προορισμούς δεν έχουν παρά να αποφεύγουν ορισμένες κακόφημες συνοικίες και κάποιες μόνο ώρες.

ΑΡΗΣ ΓΚΡΙΝΙΑΡΗΣ: Λόγων και πράξεων συνέπεια…

("Εφημερίδα του Κ.Σ.Μ."/τεύχος 156/Οκτώβριος 2011)

«Στις 18 σοσιαλισμό»! Με αυτή τη μαγική συνταγή, που κυριαρχούσε ως ιαχή σε όλες τις προεκλογικές συγκεντρώσεις του, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. σάρωσε στις εκλογές του Οκτώβρη του 1981. Ωστόσο, οι εμπνευστές του ποτέ δεν είχαν εξηγήσει προκαταβολικά ούτε ποιο “σοσιαλισμό” ούτε ποιες “18” εννοούσαν, γιαυτό και ο καθένας αντιλαμβανόταν το κατευθυντήριο της μετέπειτα πορείας σύνθημα όπως τον βόλευε. Αυτό εξηγεί κατά μεγάλο μέρος την προεκλογική απήχηση του συνθήματος. Αλλά και τη μετεκλογική απογοήτευση μέρους του εκλογικού σώματος που είχε πιστέψει ότι την επαύριο των εκλογών θα έπιαναν δουλειά τα ντόπια “σοβιέτ”. Έτσι παρασύρθηκαν – για να μην ξεχνιόμαστε – και οι “λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις” και άλωσαν, σε συνεργασία με το ΠΑ.ΣΟ.Κ., κάθε πτυχή δημόσιου βίου στη χώρα και την κομματικοποίησαν. Βέβαια, στη συνέχεια, όταν οι “πρασινοφρουροί” απέκτησαν την αναγκαία δύναμη για να κάνουν κουμάντο μόνοι τους, παραγκωνίστηκαν και άρχισαν τις σπαραξικάρδιες οιμωγές, ως απατημένες σύζυγοι!
Σήμερα, έχουν αρχίσει πια να ξεδιαλύνονται ορισμένα από τα σκοτεινά σημεία του συνθήματος. Τουλάχιστον ως προς το ποιο “σοσιαλισμό” υπονοούσε. Επρόκειτο για έναν τριτοκοσμικό (ψευδο)σοσιαλισμό, επί της ουσίας μονοκομματικό, κατά το παράδειγμα των ειδώλων της εποχής, όπως του “φίλου” Καντάφι, ο οποίος – κατά δήλωσή του – είχε βοηθήσει και είχε εγκρίνει το κίνημα. Βέβαια, θα διατηρούσε ένα προσωπείο πολυκομματισμού, αφενός μεν για να ρίχνει στάχτη στα μάτια των ευρωπαίων εταίρων, των οποίων τα όβολα ήταν αναγκαία για τη χρηματοδότηση του στησίματος του κομματικού κράτους, αφετέρου δε για να εξασφαλίζει τις κυβερνητικές παρενθέσεις, στις οποίες θα φορτωνόταν κάθε κακώς κείμενο και οι οποίες θα το διευκόλυναν να λούζεται, ως “Ήρα”, στην Πηγή της Κανάθου και να ξαναβρίσκει το κίνημα την (πολιτική) παρθενία του.
Ο (ψευδο)σοσιαλισμός που θα εκμαίευε το “κρίνο” της “αλλαγής” θα διασφάλιζε και την κληρονομική μεταβίβαση της υπέρτατης εξουσίας, κατά το παράδειγμα του σοσιαλισμού των οικογενειών Κιμ, Άσσαντ, αλλά και άλλων, τις οποίες τις πρόλαβαν τα γεγονότα και των οποίων τα μεγαλεία και την δόξαν είχε ζηλώσει! Βέβαια, θα ήταν ανεκτό να μεσολαβούν και κάποιες παρένθετες καταστάσεις, όταν είτε η διαδοχή δεν ήταν έτοιμη είτε η παραλαβή του “δακτυλιδιού” της αρχηγίας της φατρίας δεν εξασφάλιζε και την παραλαβή του “στέμματος” της πρωθυπουργίας.
Πρόσθετα, θα έστηνε το γραφειοκρατικό σύστημα, το οποίο είναι απαραίτητο για την αδιατάρακτη επιβίωσή του και αποτελεί “conditio sine qua non” για κάθε (ψευδο)σοσιαλισμό που σέβεται τον εαυτό του. Επίσης, θα ξεχώριζε την “ήρα” (δηλαδή τους πληβείους του ιδιωτικού τομέα) από το “στάρι” (δηλαδή τους πατρίκιους του δημόσιου τομέα), με την εξαίρεση βέβαια εκείνων από τους πρώτους που θα χρημάτιζαν “δεκανίκι” της εξουσίας του και θα είχαν το δικαίωμα να συμμετέχουν στην πρώτη θέση της (ψευδο)σοσιαλιστικής κοινωνίας των δύο ταχυτήτων που θα διαμορφωνόταν. Για τους υπόλοιπους επιφύλασσε την τύχη που επιφύλαξαν στο παρελθόν και μέχρι την κατάρρευσή τους οι “σοσιαλισμοί” του Χότζα και των συν αυτώ: την προλεταριακή εξαθλίωση! Ίσως δε, η κρίση να του έδωσε την ευκαιρία να πετύχει και αυτόν τον στόχο χωρίς πολύ προσπάθεια, γιαυτό και έκανε τόσα τέρμινα να πάρει μπρος και να αντιδράσει.
Αντίθετα, όμως, προς τον “σοσιαλισμό” του συνθήματος ακόμα δεν διευκρινίστηκε επακριβώς το ποιες “18” είχε κατά νου το κίνημα! Πάντως, δεν επρόκειτο να ανταποκρίνεται στην ετέρα ατάκα της εποχής, το «εδώ και τώρα» (ή «ατάκα κι επί τόπου» σύμφωνα με ασμάτιον του συρμού ελαφρολαϊκής αοιδού της εποχής, την οποίαν εκτιμούσε δεόντως ο πατήρ του κινήματος και του σημερινού ηγέτη του). Αυτό αποσκοπούσε , απλά, να φενακίζει κάποιους ανυπόμονους.
Όπως φαίνεται, ωστόσο, θα διαφανεί οσονούπω και το ποιες “18” κρύβονταν πίσω από το προ τριακονταετίας κυρίαρχο σύνθημα. «Ελήλυθεν η ώρα», καθώς πληρούνται ένα-ένα όλα τα προαπαιτούμενα. Αρωγός η πρωτοφανής κρίση. Χάρις σ’αυτήν και για να διαφυλαχτεί “ως κόρη οφθαλμού” η γραφειοκρατία του συστήματος και βασικός στυλοβάτης του – με κάποιες αβαρίες είναι αλήθεια, αλλά ας μην τα θέλει όλα δικά του – εξοντώνεται ο ιδιωτικός τομέας. Με τον ρυθμό που υποσκάπτεται ο τελευταίος (για να συντηρηθεί ο πρώτος) σε λίγο δεν θα υπάρχει ούτε για δείγμα ιδιωτικής επιχείρησης στη χώρα. Όλες θα μεταναστεύσουν από τον τόπο τον φθονερό: άλλες σε τόπο καρπερό και άλλες σε τόπο χλοερό. Θα απομείνουν λίγες είτε ως εξαιρέσεις του κανόνα είτε ως μουσειακό έκθεμα ιδιάζουσας αντοχής και προσαρμοστικής ικανότητας κατά την ερμηνεία μιας δαρβινικής οικονομικής κοινωνιολογίας.
Παράλληλα, θα εξαφανισθεί και η ιδιοκτησία ακίνητης περιουσίας και δη (ακόμα και πρώτης) κατοικίας, καθώς στα μάτια του πασοκικού κατεστημένου (όπως δείχνουν οι αλλεπάλληλες φοροεπιδρομές του) η ιδιοκτησία από ανδράποδο ισοδυναμεί με έγκλημα καθοσίωσης. Κάποιοι πάλαι ποτέ ιδιοκτήτες τη ρευστοποίησαν πριν από μια ντουζίνα χρόνια («τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι», για να μην ξεχνιόμαστε ακόμα μια φορά) για να επενδύσουν στο “πολύφερνο” χρηματιστήριο και να μείνουν μετ’ολίγον “ταπί”. Κάποιοι άλλοι, αδύναμοι οικονομικά, σπεύδουν να απαλλαγούν άρον-άρον από αυτήν γιατί δεν αντέχουν πια να πληρώνουν το ένα “χαράτσι” μετά το άλλο. Οι υπόλοιποι, που δανείστηκαν για να την αποκτήσουν, τελικά, έχασαν «και τα αυγά και τα πασχάλια». Δεν πρόλαβαν να τη χαρούν και τους την παίρνουν πίσω οι τράπεζες.
Οι οποίες, με τη σειρά τους, είναι ετοιμόρροπες εξαιτίας της έκθεσής τους στη στήριξη του κράτους. Το οποίο, όπως διακήρυξε ο από κάθε άποψη πληθωρικός “μέγας αυλάρχης” του, διατίθεται να τις βοηθήσει (με τα λεφτά που δεν έχει και απομυζά από τα υποζύγια), με την προϋπόθεση μετατροπής σε μετοχές της βοήθειας! Έτσι, το κίνημα «πετυχαίνει μ’ένα σμπάρο δυο τρυγόνια»! Κρατικοποιεί, έστω και μερικά, τις τράπεζες και βάζει στο χέρι τόσο τις ιδιοκτησίες, οι οποίες έμειναν αμανάτι στις τράπεζες από τους ιδιοκτήτες “του ενός φεγγαριού” που δεν μπόρεσαν να εξοφλήσουν τα δάνειά που πήραν για να τις αποκτήσουν, όσο και τις επιχειρήσεις, οι οποίες περιήλθαν στους πιστωτές τους μετά από τέτοιας έκτασης και διάρκειας κεσάτια!
Κάπως έτσι, δηλαδή μέσα στην ασάφεια, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν εφείσθη προσπαθειών για να κάνει πραγματικότητα και άλλες εξαγγελίες εκείνης της ηρωικής εποχής, αλλά και της πιο πρόσφατης. Όπως το περίφημο «Έξω οι βάσεις του θανάτου»! Το πότε δεν διευκρινιζόταν. Έτσι, ο αγώνας δικαιώθηκε και οι βάσεις έμειναν μέχρι νεωτέρας, ωσότου, δηλαδή, τους στέρησε το λόγο ύπαρξης το “σιδηρούν παραπέτασμα”, που αποδείχθηκε “πύργος στην άμμο”.
Όπως και το «Έξω από την Ε.Ο.Κ. και από το Ν.Α.Τ.Ο.», τα δύο μέλη του ίδιου συνδικάτου, του μόνου που δεν κατάφερε να καπελώσει το κίνημα! Από το Ν.Α.Τ.Ο. δεν φύγαμε, αλλά και που μένουμε δεν έχει πια τόσο σημασία. Ούτε από τη μεταλλαγμένη σε Ενωμένη Ευρώπη Ε.Ο.Κ. φύγαμε μέχρι στιγμής μόνοι μας, αλλά ίσως δεν θα αργήσει η στιγμή που θα μας εκπαραθυρώσουν κακήν- κακώς!
Όπως, με κάποια δυσκολία είναι η αλήθεια, και το «Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία». Ξεχαρβάλωσε μεν ευθύς εξαρχής ιεραρχίες και άνοιξε διάπλατα τις πόρτες της άλωσής των από το κόμμα και τη γραφειοκρατία του, αλλά δεν είχε ξεκαθαρίσει ότι αυτοί που θα καπάρωναν τις εξουσίες δεν ήταν ο οποιοσδήποτε “λαός”, μα κάποιοι άλλοι (εργατοπατέρες, φοιτητοπατέρες, αγροτοπατέρες και δε συμμαζεύεται) στο όνομά του αλλά για την πάρτη τους. Και αν ο πραγματικός “λαός” δεν ανέβηκε στο θρόνο της εξουσίας, έφτασε, σε αντιστάθμισμα, ο “ΛΑ.Ο.Σ.” να της “κάνει τα γλυκά μάτια” από τα προπύλαιά της!
Όπως, τέλος, και με το «Λεφτά υπάρχουν!». Δεν ψευδόταν· λεφτά υπήρχαν. Αλλά δεν είχε εξηγηθεί ούτε το “που” υπήρχαν, ούτε το “πως” (δηλαδή με τι αντίτιμο) θα τα έπαιρναν, ούτε το “που” θα πήγαιναν.
Ίσως, τελικά, να πρόκειται για το μοναδικό στα χρονικά ελληνικό κόμμα που τήρησε πιστά τις εξαγγελίες του και, φευ, πέτυχε να τις υλοποιήσει. Έστω και ετεροχρονισμένα, όπως είχε χορηγήσει τις αλήστου μνήμης Α.Τ.Α. (αυτόματες τιμαριθμικές αναπροσαρμογές) των μέσων της δεκαετίας του 1980.
Όμως, το μέγιστο επίτευγμά του ήταν άλλο: το γεγονός ότι κατάφερε από τη μια να “εκπασοκίσει” σχεδόν το σύνολο του πολιτικού φάσματος που έχει τα φόντα να αναλάβει την εξουσία στο ορατό μέλλον και από την άλλη να “εκπασοκίσει” την ίδια την κοινωνία, η οποία πασχίζει να ξαναβρεί τον εαυτό της τώρα που έφτασε ένα βήμα πριν από τον γκρεμό. Ή, μήπως, ένα βήμα πάνω από τον γκρεμό, στον οποίο δεν κατρακυλά ωσότου συνειδητοποιήσει την κατάστασή της, όπως οι αρνητικοί ήρωες στις ταινίες κινουμένων σχεδίων;

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Γειτονιές στο απόσπασμα

("Νέα Αγχίαλος" τεύχος 72/Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2011)

Είναι αναπόφευκτο: όπως όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί, έτσι και οι κοινωνίες ακμάζουν και παρακμάζουν. Ενίοτε δε εξαφανίζονται! Αλλά και αναγεννιούνται! Μάλιστα, σ’αυτές τις μεταπτώσεις δεν υπόκεινται μόνο κοινωνίες με την ευρεία έννοια, δηλαδή σε επίπεδο μείζονος γεωγραφικής ενότητας, αλλά και τοπικές κοινωνίες, σε επίπεδο χωριού, πόλης ή ακόμα και γειτονιάς. Γιατί, κατά κάποιο τρόπο, κάθε οικιστική ενότητα αποτελεί ένα ζωντανό κύτταρο. Και δεν χρειάζεται κάποια εμβριθής επιστημονική ανάλυση για να γίνει αντιληπτό: αρκεί να ρίξει μια ματιά όποιος διατηρεί αμφιβολίες σε τόπους που είτε κάποτε ακτινοβολούσαν και σήμερα φυτοζωούν στο περιθώριο, είτε κάποτε δεν ήταν άξιοι για μια κουκκίδα στον χάρτη και σήμερα είναι γραμμένοι με έντονα γράμματα και κοσμούνται με (συχνά ακατάληπτα) πικτογράμματα, χωρίς αυτό να αποκλείει την αντίστροφη πορεία σε κάποιο μακρινό ή και κοντινό μέλλον.
Είναι η “μοίρα” τους να υφίστανται τις συνέπειες των αλλαγών που επηρεάζουν την εξέλιξή τους. Ήταν για παράδειγμα φυσιολογικό να ακμάζουν στην Ελλάδα της εποχής του Τρικούπη οι περιοχές παραγωγής και τα λιμάνια εξαγωγής της σταφίδας, την οποία ορέγονταν οι κάτοικοι της Γηραιάς Αλβιώνος για τις πουτίγκες τους και η οποία αποτελούσε τότε το κύριο εξαγωγικό προϊόν της χώρας. Και να παρακμάσουν (συγκριτικά τουλάχιστον) όταν η συμβολή των αγροτικών προϊόντων γενικότερα και του συγκεκριμένου προϊόντος ειδικότερα στην οικονομική δραστηριότητα υποχώρησε ραγδαία.
Αλλά η “μοίρα” δεν διαμορφώνεται πάντα από αναπόφευκτες εξελίξεις. Ο διακεκριμένος γάλλος γλωσσολόγος Louis-Jean Calvet υποστήριζε, σε κείμενό του σχετικά με τον κίνδυνο εξαφάνισης σημαντικού αριθμού από τις γλώσσες του πλανήτη, ότι υπάρχουν γλώσσες που πεθαίνουν κι άλλες που τις σκοτώνουν. Είναι πρόδηλο αυτό που ήθελε να πει. Από τη μία κάποιες γλώσσες πεθαίνουν γιατί οι φυλές ή εθνότητες που τις μιλούν συρρικνώνονται πληθυσμιακά, γιατί τα μέλη τους μεταναστεύουν και απορροφώνται από τις τοπικές κοινωνίες, γιατί τα άτομα που τη μιλούν στρέφονται προς την κυρίαρχη γλώσσα της περιοχής… Από την άλλη, όμως, κάποιες γλώσσες τις σκοτώνουν πολιτικές ή αποφάσεις, όπως η απαγόρευση της χρήσης τους με στόχο την επίτευξη μιας γλωσσική ομοιογένειας του πληθυσμού, η παράλειψη διδασκαλίας τους, η πλύση εγκεφάλου που επιχειρείται με το γλωσσικό μονοπώλιο στα πολιτιστικά προϊόντα ευρείας κατανάλωσης…
Κάπως έτσι, δηλαδή με επιλεκτικές ενέργειες ή παραλείψεις, “σκοτώνονται” και περιοχές μιας χώρας ή μιας πόλης. Σε αυτή δε τη πρακτική μεγαλουργεί η φαυλεπίφαυλη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας! Κάτι απόλυτα αναμενόμενο στην πατρίδα της θεωρητικής καταξίωσης του “Μπάρμπα στην Κορώνη”! Πόσες και πόσες περιοχές της χώρας δεν νιώθουν ακόμα και σήμερα μια, όχι πάντα αδικαιολόγητη, πικρία για την αρνητικά μεροληπτική αντιμετώπισή τους από την κεντρική εξουσία. Αν όμως η διακριτική μεταχείριση περιοχών αποτελεί παραδοσιακό στοιχείο της ελληνικής πραγματικότητας, νεότευκτο στοιχείο αποτελεί η συστηματική απαξίωση συνοικιών μέσα στα όρια μιας και της αυτής πόλης. Και όχι μόνο στην πρωτεύουσα και τη συμπρωτεύουσα, των οποίων το μέγεθος και η εμβέλεια της εικόνας στην υπόλοιπη χώρα προσδίδουν βάρος στο φαινόμενο, αλλά και σε πόλεις της περιφέρειας. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται και τα διάφορα νεόκοπα ελληνικά “γκέττο”.
Είναι αλήθεια ότι ακόμα και αυτή η πρακτική δεν είναι καινούργια. Δεν είναι τυχαία τα λόγια που έβαζε στα μέσα της δεκαετίας του 1950 ο γνωστός ελβετός συγγραφέας Μαξ Φρις στο στόμα του Βάλτερ Φάμπερ, ήρωα του έργου του «Homo Faber», τη στιγμή που ο τελευταίος αναζητεί απελπισμένα ένα νοσοκομείο καθώς φθάνει οδικά από την Πελοπόννησο στην Αθήνα, όπου κορυφώνεται η πλοκή: «Όλα τα νοσοκομεία βρίσκονται στην άλλη άκρη της Αθήνας». Η, αδιανόητη για ευρωπαίο, μονόπατη χωροθέτησή τους “έβγαζε (και εξακολουθεί να βγάζει) μάτια”.
Έκτοτε και με ιδιαίτερη ένταση στη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών, πολλαπλασιάστηκαν οι ενέργειες ή παραλείψεις που ευνοούν τη “γκεττοποίηση” στις ελληνικές πόλεις. Έτσι, στη μία πλευρά εγκαθίστανται ιδρύματα και οργανισμοί που της προσδίδουν ζωή και αίγλη, ενώ η άλλη υποδέχεται ό,τι κοινωνικά ενοχλητικό απόβλητο που διώχνει τους παραδοσιακούς κατοίκους … Με αποτέλεσμα η ψαλίδα ανάμεσά τους να διευρύνεται διαρκώς. Δεν είναι, ως εκ τούτου, τυχαίο το ότι θλιβερές δραστηριότητες, όπως η υπαίθρια πορνεία και η διακίνηση – κατανάλωση ναρκωτικών, εξωθούνται προς τις ίδιες γειτονιές, παρέα, μάλιστα, με τις “καταλήψεις”. Οι “εγκέφαλοί” τους γνωρίζουν καλά ότι σ’αυτά τα λημέρια δεν θα ενοχληθούν πέρα από όσο χρειάζεται για να ριχτεί στάχτη στα μάτια των δύσμοιρων περιοίκων, ενώ, αν ξεμυτίσουν πέρα από τη νοητή γραμμή που χωρίζει τα “γκέττο” των πληβείων από εκείνα των πατρικίων, οι συνέπειες της αποκοτιάς τους δεν θα είναι αμελητέες.
Αν αυτό συνέβαινε τυχαία, θα αντιμετωπιζόταν ως μία ατυχής εξέλιξη. Όταν, όμως, ευνοείται από ενέργειες ή παραλείψεις αρμοδίων, κάτι άλλο συμβαίνει. Ίσως να οφείλεται σε συμπτώσεις. Ίσως είναι το αποτέλεσμα μιας νοοτροπίας που δεν μεταβάλλεται λόγω κεκτημένης ταχύτητας ή/και αδράνειας: με αυτόν τον γνώμονα διαμορφώνονταν οι αποφάσεις τόσον καιρό, με τον ίδιο διαμορφώνονται και τώρα. Ακόμα, όμως, και αν είναι έτσι, άντε, όμως, να πεισθεί ένας οπαδός των “θεωριών συνωμοσίας” ότι πίσω από αυτές δεν κρύβεται κάποιο σχέδιο.
Βέβαια, το αντίδοτο σ’αυτήν την τάση δεν θα ήταν η απαγόρευση των οχληρών λειτουργιών και δραστηριοτήτων, η οποία, στην ακραία της μορφή, θα μπορούσε να πάρει μορφές διόλου συμβατές με τις αποδεκτές σε μια ανοικτή και ανεκτική κοινωνία, όπως η ασύμμετρη καταστολή ή ο εγκλεισμός σε άσυλα κ.λπ. Άλλωστε, η ίδια η κοινωνία δεν μπορεί να αποχωριστεί ορισμένες από αυτές, όπως, για παράδειγμα, τους χώρους διασκέδασης και ψυχαγωγίας.
Το αντίδοτο, θα ήταν η ισόρροπη κατανομή οχληρών και μη λειτουργιών και δραστηριοτήτων σε όλες τις περιοχές μιας πόλης και η υποβοήθηση των μετακινήσεων από τη μία στην άλλη για ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, κάτι που φαίνεται να αγνοούν ή να υποτιμούν οι ελληνικές αρχές, αριστερές και δεξιές με αγαστή σύμπνοια, οι οποίες, ανεξάρτητα από τα κίνητρά τους, συνεργούν στον κοινωνικό κατακερματισμό. Αφήνουν να εξελίσσεται μία κατάσταση που θα οδηγήσει σε δημιουργία συνοικιών προνομιούχων, με μορφή περιτειχισμένων νησίδων (“gated communities”), όπως οι αντίστοιχες των Ηνωμένων Πολιτειών. Ενώ θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να εφαρμόσουν μία πολιτική ανάλογη με τη γαλλική του “κοινωνικού ανακατώματος” ή της “κοινωνικής μείξης” (“mixité sociale”), που επιδιώκει τη διάρρηξη του ιστού των προνομιούχων νησίδων (“enclaves dorées”), με τη συνεργασία κοινωνικών φορέων, οργανώσεων πολιτών, αλλά και επιχειρήσεων κ.λπ., και υποστηρίζεται από νομοθετική ρύθμιση έχουν από το 1991. Στα πλαίσιά της οι δημοτικές αρχές είναι υποχρεωμένες να αναπτύξουν μέσα στα όριά τους προκαθορισμένο ποσοστό κατοικιών για τα οικονομικά ασθενή κοινωνικά στρώματα.
Το ισχυρότερο, όμως, όπλο στη φαρέτρα των κυβερνήσεων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης είναι η ισόρροπη χωροθέτηση υποδομών που είτε προσδίδουν ακτινοβολία και αναβαθμίζουν μία περιοχή είτε την υποβαθμίζουν. Ας θυμηθούμε την εύστοχη παρατήρηση των Frédéric Edelmann και Emmanuel de Roux εδώ και κάπου δεκαπέντε χρόνια: «Την παραμονή της τρίτης χιλιετίας το μουσείο έχει λοιπόν μετατραπεί σε έναν πολυσυλλεκτικό πολιτιστικό θεσμό. Δίπλα στα μόνιμα εκθέματα βρίσκονται αίθουσες περιοδικών εκθέσεων, ομιλιών και προβολών, πωλητήρια και εστιατόρια. Σχολές τέχνης με περιεχόμενο ανωτέρου επιπέδου και λαϊκό προορισμό, αποτελούν επίσης μέρος των υποχρεωτικών τουριστικών διαδρομών και με αυτό τον τρόπο είναι γενεσιουργός αιτία μίας όχι αμελητέας οικονομικής δραστηριότητας. Συνιστούν, όπως λέγεται, πόλους ικανούς να αναγεννήσουν γειτονιές ή να σταματήσουν την παρακμή πόλεων.». Αυτό που διαπιστώνουν για τα μουσεία ισχύει εξίσου για ένα χώρο συναυλιών, μια βιβλιοθήκη, ένα άλσος κ.λπ. Και δεν είναι λίγες οι πόλεις ανά τον πλανήτη που επιδίωξαν (και πέτυχαν) να αναβαθμίσουν προβληματικές περιοχές με την εγκατάσταση σ’αυτές ενός αξιόλογου ιδρύματος), κάτι που είναι πολύπλευρα επιβεβλημένο.
Από τουριστική (και οικονομική) άποψη γιατί θα διέσπειρε τους εσμούς των τουριστών σε νέες περιηγήσεις και θα τους ανάγκαζε να παρατείνουν ή να επαναλάβουν την παραμονή τους. Από πολιτιστική άποψη γιατί έτσι θα βοηθούσε να αναδειχθούν γειτονικά αξιοθέατα, που, απομονωμένα, δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον. Αλλά και γιατί θα φέρουν κοντά στο πολιτισμικό γίγνεσθαι πολίτες που δεν έχουν στον περίγυρό τους τα απαραίτητα ερεθίσματα. Από εκπαιδευτική άποψη γιατί η ευρύτερη παιδευτική τους αποστολή προϋποθέτει την επαφή με το ευρύ κοινό. Από πολεοδομική άποψη γιατί θα κατένειμε ισόρροπα τις μετακινήσεις. Από κοινωνική άποψη γιατί θα άμβλυνε, εξαιτίας των παραμέτρων που αναφέρθηκαν, τη διάκριση των πολιτών σε προνομιούχους και μη. Και από οικονομική άποψη γιατί θα αποτελούσε έναυσμα για περαιτέρω τοπική οικονομική ανάπτυξη. Γιατί το τι θα εγκατασταθεί σε μια συνοικία επηρεάζει τόσο τις αξίες των ακινήτων, όσο και τις δραστηριότητες που θα αναπτυχθούν στον περίγυρο. Έτσι, προς άλλη κατεύθυνση θα κινηθούν οι τιμές των ακινήτων αν στη γειτονιά τους διαμορφωθεί ένα άλσος και προς άλλη αν στηθεί ένας σταθμός μεταφόρτωσης απορριμμάτων. Άλλες μονάδες εστίασης θα ανοίξουν δίπλα σε ένα πνευματικό κέντρο που φιλοξενεί εκδηλώσεις υψηλού επιπέδου και άλλες πλάι σε ένα κέντρο σίτισης αστέγων.
Αυτό δε το εργαλείο δεν αποδεικνύεται χρήσιμο μόνο στο επίπεδο ενός πολεοδομικού συγκροτήματος. Μπορεί να προσφέρει και σε επίπεδο περιφερειακής πολιτικής. Κι όμως, το αγνοούν επιδεικτικά οι αρμόδιοι, οι οποίοι επιμένουν σε αποφάσεις που φέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Με τις ευλογίες ανθρώπων της διανόησης, όπως, για παράδειγμα, του εικαστικού Π. Τσέτη, που διαμαρτύρεται γιατί τα αθηναϊκά μουσεία δεν στριμώχνονται ακόμα περισσότερο σε μία γειτονιά! Τη δική του εννοείται!
Έτσι φτάσαμε στο σημείο στις περισσότερες ελληνικές πόλεις μουσεία, πνευματικά ιδρύματα, πράσινο, υπερσύγχρονες νοσηλευτικές μονάδες κ.λπ. να στοιβάζονται στις επιλεγμένες “βιτρίνες” των προνομιούχων και άσυλα, “καταλήψεις”, κέντρα περίθαλψης προβληματικών ατόμων κ.λπ. να συγκεντρώνονται στα “μπαντουστάν” των αποκλήρων! Έτσι θυσιάζεται αδιαμαρτύρητα η πολιτιστική κληρονομιά, που είχε την ατυχία να βρεθεί σε περιοχές που δεν κινούν το ενδιαφέρον του κοινωνικού σουσουδισμού και του πνευματικού/καλλιτεχνικού σνομπισμού.

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΣΛΑΒΗΣ: Συμπερ-άσματα (η σημασία μιας μουσικής επιλογής)

("Εφημερίδα του Κ.Σ.Μ."/τεύχος 155/Αύγουστος 2011)

Πέρασε απαρατήρητη, αλλά ίσως να έχει ευρύτερη σημασία από αυτή που φαίνεται με πρώτη ματιά η ψήφος της χώρας στο φετινό διαγωνισμό της “Eurovision”, παρά την απαξίωσή του θεσμού. Είναι αλήθεια ότι η ακτινοβολία του διαγωνισμού πόρρω απέχει από αυτήν των δεκαετιών του 1960 και 1970. Μετά από αυτές, άρχισε μία κατρακύλα, την οποία επιτάχυνε η μαζική συμμετοχή των χωρών που προέκυψαν από την κατάρρευση του Ανατολικού Συνασπισμού και, κυρίως, η διαμόρφωση της ψήφου κάθε χώρας αποκλειστικά από τα τηλεφωνικά μηνύματα του κοινού. Με αυτήν ευνοήθηκαν σκανδαλωδώς οι χώρες με συμπαγείς μειονότητες εκτός συνόρων, μειονότητες που, απ’ό,τι φαίνεται, ψήφιζαν “μονοκούκι” υπέρ της συμμετοχής του “εθνικού κέντρου”. Αυτό ήταν το μυστικό της κυριαρχίας των και όχι κάποια υποθετική συμπαιγνία κρατών που κάποτε συμβίωναν σε κοινό κρατικό μόρφωμα ή τα κατάλοιπα συναισθηματικών δεσμών των κοινωνιών τους, όπως, αφελέστατα, συμπέραιναν διάφοροι τηλεοπτικοί φωστήρες. Ως αντίδοτο αυτής της στρέβλωσης, αποφασίστηκε τελευταία να συνυπολογίζονται με ισοδύναμο βάρος η ψήφος του κοινού μιας χώρας και εκείνη της αντίστοιχης εθνικής επιτροπής.
Με αυτό το δεδομένο, η φετινή ελληνική ψήφος αποκτά ιδιαίτερη σημασία γιατί, κατά μία όχι αβάσιμη ερμηνεία, αποτελεί ένδειξη απελευθέρωσης της ελληνικής κοινωνίας από τα στερεότυπα που τη δυνάστευαν μεταπολιτευτικά και απαλλαγής της από το φόβο που προκαλούσε η ιδεολογική τρομοκρατία των κυριάρχων ρευμάτων. Αν κάτι τέτοιο συνέβη πραγματικά και η δυναμική του το προορίζει να εκφρασθεί και σε άλλους τομείς, θα πρόκειται για κοσμογονική ανατροπή των δεδομένων.
Η Ελλάδα, λοιπόν, έδωσε το “δωδεκάρι” της, δηλαδή την ανώτατη βαθμολογία, στη συμμετοχή της Γαλλίας, το τραγούδι “Sognu” που ερμήνευσε ο νεαρός επαγγελματίας τενόρος Amaury Vassili. Δεδομένου, λοιπόν, ότι οι προτιμήσεις του κοινού μέτρησαν 50% στη διαμόρφωση της ελληνικής ψήφου, είναι προφανές ότι ένα μεγάλο μέρος αυτού του ελληνικού νεανικού κοινού έδωσε με τα “sms” του την ψήφο του σε ένα τραγούδι που εκινείτο μεταξύ ενός σύγχρονου “belcanto” και μιας άριας! Φαίνεται, λοιπόν, ότι, παρά την πολυετή πλύση εγκεφάλου που υφίσταται και τη συνακόλουθη έλλειψη (στην ουσία απόκρυψη) των σχετικών ερεθισμάτων, η νεολαία δεν έχει στρέψει τα νώτα ούτε στην κλασική, ούτε στην ελαφρά μουσική! Συμπέρασμα που ενισχύει τόσο η συμμετοχή νεαρών ηλικιών σε αναβιώσεις των ακουσμάτων των δεκαετιών του 1950 και 1960, όσο και η ενασχόληση νέων ταλαντούχων μουσικών με αυτά. Και ας παραμυθιάζουν με το αντίθετο την κοινή γνώμη οι περισπούδαστοι “αποδομιστές” της μουσικής ιστορίας της χώρας.
Εδώ και μισό περίπου αιώνα η ελληνική μουσική ζωή (και όχι μόνο) υφίστατο τη διπλή επιρροή μιας πλύσης εγκεφάλου και μιας ιδεολογικής τρομοκρατίας, την «εγχώρια πολιτιστική τρομοκρατία» που διαπίστωνε ο μουσικός Γιάννης Σταυρόπουλος, ο οποίος εξαιρούσε την Ελλάδα από τον «ελεύθερο μουσικά κόσμο». Οι στόχοι αυτής της κατευθυνόμενης απαξίωσης ήταν σχεδόν όλα τα μουσικά ιδιώματα που είτε είχαν τις ρίζες τους στη δυτική μουσική παράδοση είτε είχαν δεχτεί επιρροές από αυτήν. Με πρώτες και καλύτερες την κλασική και την ελαφρά μουσική. Η υπονόμευσή τους άρχισε στη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, όταν κυριαρχούσαν η απαιδευσιά και ο εκχυδαϊσμός. Τότε, σε ό,τι αφορά τη μουσική ζωή του τόπου, «Η χούντα ενδυνάμωσε μια τάξη δίχως κουλτούρα, τους μεγαλοπελάτες των πρώτων σκυλάδικων.».
Έτσι, όμως, προλειάνθηκε το έδαφος για τον λαϊκισμό, που ακολούθησε: «Μετά τη μεταπολίτευση», επισημαίνει ο Σταυρόπουλος, «άρχισε η πραγματική κατρακύλα, όταν επικράτησε το "δόγμα του Σκυλάδικου": βάλτε έναν λαό να κλαίει, να είναι σκυμμένος και να μη σηκώνει κεφάλι.». Το αποτέλεσμα ήταν να κυριαρχήσουν ορισμένα μουσικά ιδιώματα. Γιατί στην αποδοχή ενός προϊόντος, ιδιαίτερα δε ενός πολιτιστικού προϊόντος, παρεμβαίνουν και άλλοι παράγοντες, πέρα από την (υποτίθεται ελεύθερη) επιλογή του ατόμου ή τις τάσεις μιας κοινωνίας, με συνέπεια η "επιτυχία" του να μην είναι συχνά παρά ένα είδος “αυτο-εκπληρούμενης προφητείας”. Εν προκειμένω, τόσο κατά την περίοδο του μονοπωλίου των κρατικών μέσων, όσο και κατά την περίοδο της επικράτησης των ιδιωτικών μέσων, μονοπώλησαν τη ραδιοτηλεοπτική προβολή ορισμένες μουσικές εκφράσεις. Στην μεν πρώτη επειδή αυτό επέβαλλαν οι ιδεοληψίες και ο λαϊκισμός της εποχής, στη δε δεύτερη επειδή σ’αυτά προστέθηκε το κυνήγι του κέρδους των καναλιών και των σταθμών, η επιτυχία του οποίου εξαρτιόταν από τις μετρήσεις ακροαματικότητας και τηλεθέασης.
Η ελαφρά μουσική
Τη μεγαλύτερη διαβολή την υπέστη η ελαφρά μουσική. Ίσως γιατί αυτή απευθυνόταν στα περισσότερα, πολυπληθέστερα, αλλά και πιο ευάλωτα στο συρμό κοινωνικά στρώματα, τα οποία αποτελούσαν και το εν δυνάμει κοινό των ρευμάτων της ιδιότυπης “λαϊκής” μουσικής που αναδυόταν ως κυρίαρχο είδος μεταπολεμικά. Ασφαλώς, όμως, γιατί την χαρακτήριζαν τα ίδια εγγενή “κουσούρια” που στιγμάτιζαν και την οπερέτα. «Η οπερέτα έπεσε θύμα του αστικού και ευρωπαϊκού προσανατολισμού της, τα οποία στη μετεμφυλιακή Ελλάδα την κατέστησαν ανεπιθύμητη.», αποφαινόταν, μάλλον δίκαια, ο (νεαρός σχετικά) σκηνοθέτης Αλέξανδρος Ευκλείδης.
Στο ξεκίνημα του εγχειρήματος αποκαθήλωσης της ελαφράς μουσικής είχαν συμβάλει μέχρι και οι δύο κορυφαίοι μουσικοί μας, την εποχή που η λαϊκή μουσική προσπαθούσε να σπάσει το κατεστημένο της ελαφράς μουσικής και εκείνοι πίστευαν ότι μπορούσαν να την αναβαθμίσουν από τα μέσα. Δήλωνε ο Μάνος Χατζηδάκης: «Γύρω μου υπήρχε το λεγόμενο ελαφρό ελληνικό τραγούδι, ανόητο, αισθηματολογικό, ψεύτικο και τυποποιημένο.» και σιγοντάριζε ο Μίκης Θεοδωράκης: «Το ελαφρό τραγούδι είναι συνώνυμο στον τόπο μας με τη μίμηση του ευρωπαϊκού ή του αμερικάνικου τραγουδιού. Ίδια μελωδική γραμμή, ίδιοι ρυθμοί, ίδιος τόνος. Μόνο τα λόγια είναι ελληνικά, όμως, λόγια σχεδόν χωρίς περιεχόμενο και ειπωμένα με τέτοια άρθρωση που νομίζεις ότι ακούς ξένη γλώσσα. Έτσι ολοκληρώνεται η εντύπωση ότι πρόκειται για ξένο τραγούδι.». Ανάλογες απόψεις διατύπωναν και άλλοι άνθρωποι του πνεύματος, όπως ο Χρήστος Μαλεβίτσης: «Η "ελαφρά μουσική"», έγραψε, «καλύπτει τις ανάγκες μουσικής έκφρασης του απλού ανθρώπου της πόλεως. Οι αηδείς μεταφορές τέτοιας μουσικής από ξένα πρότυπα, από παράξενες ψυχολογίες και από αλλότριες γεωγραφικές περιοχές και ιστορικές στιγμές, πραγματοποιήθηκαν εξ αιτίας της κουφότητας των μουζικάντηδων και της κενότητας των απαλλοτριωμένων αστών.».
Βέβαια, στη συνέχεια, και οι δύο μεγάλοι μουσουργοί άλλαξαν στάση. Ο μεν πρώτος περισσότερο στην πράξη με τα αριστουργηματικά του ελαφρά τραγούδια με έντονο ελληνικό “χρώμα”, ο δε δεύτερος με δηλώσεις όπως η ακόλουθη: «Ο Μιχάλης Σουγιούλ μαζί με τον Γιαννίδη είναι αυτοί που έγραψαν πραγματική ελληνική μουσική, πραγματικό ελληνικό τραγούδι, πραγματικά ελληνικές μελωδίες, γεμάτες πρωτοτυπία και έμπνευση… Εγώ σαν μουσικός, λοιπόν, πρέπει να άντλησα από αυτές τις μελωδίες ένα πολύ μεγάλο μέρος από τη ρίζα της έμπνευσής μου… Περιέργως, στα τελευταία μου τραγούδια, αυτά που λέω "Λυρικός βίος",… γυρίζω με νοσταλγία προς εκείνες τις μελωδίες. Δηλαδή είμαι πολύ περισσότερο επηρεασμένος πια από τον Σουγιούλ και τον Κώστα Γιαννίδη, παρότι στα προηγούμενα έργα ήμουν επηρεασμένος από το λαϊκό τραγούδι, το δημοτικό τραγούδι κ.λπ. Κατά κάποιον τρόπο, γυρίζω στις ρίζες μου και είμαι ευτυχής που μου δίνεται η ευκαιρία σήμερα, να αποκαταστήσω μια μεγάλη αλήθεια και να εκπληρώσω ένα χρέος».
Άλλωστε, από την άποψη του κοινού, στο οποίο ασκούσε επιρροή πριν παρακμάσει το ελαφρό ελληνικό τραγούδι, ξεπερνούσε κατά πολύ τους «απαλλοτριωμένους» αστούς. Είχε ψυχαγωγήσει γενιές και γενιές ελλήνων όλων ανεξαιρέτως των κοινωνικών τάξεων και, ως εκ τούτου, αφενός μεν είχε αποκτήσει μία γνήσια “λαϊκή” διάσταση και είχε δικαιωματικά αποτελέσει μέρος της ελληνικής μουσικής παράδοσης. Πρόσθετα, με τον καιρό και με τον περιορισμό της μεταγλώττισης ξένων πρωτοτύπων υπέρ της εγχώριας παραγωγής ενσωμάτωσε και τα απαραίτητα στοιχεία που του έδιναν την ιδιαίτερη ελληνική χροιά του «το ελαφρό τραγούδι, παρά την καταγωγή του και τις διάφορες μουσικές επιμειξίες που είχε με τα δυτικά πρότυπα, προσαρμόστηκε σιγά σιγά στα δικά μας ήθη και απέκτησε με την πάροδο του χρόνου τον δικό του, ελληνικό χαρακτήρα. Διαφοροποίησε τα στοιχεία που κληρονόμησε από την περιπλάνησή του σε κόσμους ξένους προς το δικό μας μουσικό ιδίωμα και διαμόρφωσε το δικό του πρόσωπο. Αγαπήθηκε και τραγουδήθηκε από το σύνολο σχεδόν του ελληνικού λαού και κυρίως από τον πληθυσμό των αστικών κέντρων, κυριαρχώντας για πολλά χρόνια στις προτιμήσεις του.», διαπιστώνει ο συνθέτης Κώστας Μυλωνάς. Πρόσθετα, χάρισε στη χώρα μερικές ανεπανάληπτες διεθνείς επιτυχίες.
Η λαϊκή μουσική
Κανείς δε δεν αρνήθηκε τις δυτικοευρωπαϊκές καταβολές και τα εκείθεν (και καθ’όλα νόμιμα και δηλωμένα) δάνεια της ελαφράς μουσικής. Αντίθετα, ενδεικτική της εμπάθειας των αντιπάλων της, είναι η “συνομωσία της σιωπής” γύρω από τις καταβολές και τα ανομολόγητα “δάνεια” – μ’άλλα λόγια “κλεψίτυπα” – της λαϊκής μουσικής. Έπρεπε να περάσει μισός αιώνας για να αποτολμήσουν κάποιοι (και, συγκεκριμένα οι Μανουήλ Τασούλας και Ελένη Αμπατζή στο βιβλίο τους «Ινδοπρεπών αποκάλυψη») να αποκαλύψουν αυτό που άλλοι μεν γνώριζαν και σιωπούσαν, άλλοι δε ψυλλιάζονταν: ότι, δηλαδή, οι «Μαντουβάλες», οι «Μαγκάλες» και οι υπόλοιπες «Ζιγκουάλες», τα μεγάλα σουξέ της λαϊκής μουσικής των δεκαετιών του ’50 και ’60, ήταν εξελληνισμένες στιχουργικά μεταγραφές τραγουδιών από την Ινδία, αλλά και άλλες εγγύτερες γεωγραφικά χώρες της Ανατολής! Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του Βασίλη Αγγελικόπουλου από ένα άκουσμά του στην Αίγυπτο: «Καθόμασταν σ’ένα κήπο του Νείλου βράδυ. Πιο’κει παίζουν παλιά, παραδοσιακή αιγυπτιακή μουσική κάτι γλυκύτατα όργανα. Ξαφνικά μια μελωδία κάτι θυμίζει έντονα. “Χόρεψε Μπουρνόβαλιά μου…”, πιο αργό, πιο λάγνο, η μελωδία ατόφια όμως. Τρέχα γύρευε τι έχουμε χάψει ως ελληνικό στο τραγούδι μας…»!
Για ποια, ωστόσο, λαϊκή μουσική πρόκειται; Ασφαλώς όχι της ελληνικής υπαίθρου: τα δημοτικά, τα νησιώτικα κ.ά., τα οποία, άλλωστε, δεν μπορούσαν πια να καλύψουν τις ανάγκες ακόμα και του αγροτικής προέλευσης πληθυσμού που συνέρρεε στις πόλεις με το κύμα της μεταπολεμικής αστυφιλίας. Αλλά για ένα μουσικό ιδίωμα που αναπτύχθηκε στις παρυφές των μεγάλων πόλεων, με έντονες επιρροές από τα “ρεμπέτικα”, των οποίων η αξία μόλις αναγνωριζόταν, αλλά και από μουσικές νοσταλγίες μέρους του προσφυγικού στοιχείου. Το φτηνό κόστος παραγωγής του και η εξασφαλισμένη κρίσιμη μάζα κοινού παρακίνησαν τις εταιρείες να καλλιεργήσουν αρχικά τη διάδοσή του και, στη συνέχεια, κάθε αποδοτική εκτροπή. Αρωγό στην επιτυχία του εγχειρήματός τους βρήκαν το μετεμφυλιακό κλίμα που είχε εκχωρήσει την αποκλειστική νομιμοποιητική δικαιοδοσία σε ένα νεφελώδη «κοινωνικά απροσδιόριστο, κυριαρχούμενο και μονίμως προδομένο Λαό», που αναφέρει ο Φίλιππος Ηλιού, ο οποίος εντοπιζόταν (και επιλεγόταν κατά βούληση) στα μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα των πόλεων, στα οποία βρήκαν αρχικά ανταπόκριση τα προϊόντα της νέας μουσικής τεχνοτροπίας. Αρωγό βρήκαν και στα παντοειδή ρεύματα λαϊκισμού, που ταλάνισαν έκτοτε τη χώρα. Τόσο της αριστεράς, που “πατρονάριζε” ό,τι ερχόταν σε σύγκρουση με την αστική κοινωνία, όσο και της δεξιάς. Είναι χαρακτηριστικό το ότι, όταν η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου εξοστράκιζε από την κρατική ραδιοφωνία τη συγκεκριμένη μουσική, τη διάδοσή της αναλάμβανε ασμένως και μονοπωλιακά ο σταθμός των Ενόπλων Δυνάμεων!
Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, η μεν ελαφρά μουσική απαξιώθηκε και, στη θέση της, κυριάρχησε η καινοφανής λαϊκή μουσική. Η οποία υπηρετήθηκε και από αξιολογότατους μουσικούς που την εξελλήνισαν με τη μετάγγιση στα έργα τους ελληνικών ηχοχρωμάτων και με την περιθωριοποίηση των αντιγραφών ασιατικής παραγωγής πρωτοτύπων. Άλλωστε, η μονοκρατορία της, για να διατηρηθεί, την υποχρέωνε να καλύψει τις ανάγκες κοινωνικών ομάδων που δεν βρίσκονταν στον σκληρό πυρήνα του κοινού της. Αλλά και να ανταποκριθεί στην (ισοπεδωτική, δυστυχώς, προς τα κάτω) πολιτισμική ομογενοποίηση της ελληνικής κοινωνίας που ακολούθησε την εξουθένωση της προπολεμικής μεσαίας τάξης, την υποκατάστασή της από μια νέα (πολιτισμικά ανερμάτιστη λόγω της ετερογένειάς της) και πολυπληθέστερη (ως επακόλουθο της αστυφιλίας και του συγκεντρωτικού χαρακτήρα του κράτους) μεσαία τάξη και όλες τις κοινωνικές ανακατατάξεις της εποχής, που ευνοούσαν κάθε μορφής λαϊκισμό. «Από αισθητική και αισθηματική άποψη την πολιτισμική ομογενοποίηση την πραγματοποίησε, εκτός από τη ραγδαία εξάπλωση του Kitch, πρώτα η “ανακάλυψη” και κατόπιν ο μουσικός εξευγενισμός του “λαϊκού” τραγουδιού.», έγραφε ο Παναγιώτης Κονδύλης, «Το τραγούδι αυτό γνώρισε τεράστια επιτυχία, και μάλιστα στις δεκαετίες τις κρίσιμες για την κοινωνική καμπή που εξετάζουμε εδώ, ακριβώς επειδή κινήθηκε σε κλίμακα τόσο ευρεία, ώστε μπορούσε να απευθυνθεί ταυτόχρονα σε όλα τα στρώματα μιας κοινωνίας που μόλις άφηνε πίσω της τους πατριαρχικούς διαχωρισμούς και έμπαινε στη χοάνη μιας κινητικότητας πρωτόφαντης ίσαμε τότε – ήτοι μιας κοινωνίας που ζητούσε μεγάλους κοινούς παρονομαστές.». Πράγματι, το “λαϊκό” τραγούδι προσπάθησε να ικανοποιήσει όλα τα γούστα, να “μιλήσει” σε όλους. Έτσι προέκυψαν τα “βαριά” λαϊκά, τα ελαφρο-λαϊκά, τα “βλαχορόκ”, αλλά και τα “έντεχνα” (προσδιορισμός ολότελα ανεπιτυχής γιατί, με την αντιδιαστολή που επιχειρεί, υποδηλώνει ότι τα υπόλοιπα υπο-είδη είναι “άτεχνα”).
Η κλασική μουσική
Δεύτερο θύμα αυτού του ιδεοληπτικού και “ρατσιστικού” μουσικού πογκρόμ ήταν η κλασική μουσική, προφανώς εξαιτίας των ευρωπαϊκών αστικών στοιχείων με τα οποία ήταν μπολιασμένη. Βέβαια, εδώ δεν τέθηκε ζήτημα απαξίωσης, γιατί, όπως λέει και ο γάλλος (εραστής του ελληνικού πνεύματος) φιλόσοφος Ζαν-Φρανσουά Ματτεΐ, πέρα από τις “μουσικές του κόσμου”: «υπάρχει μία μουσική στον κόσμο, αυτή που διδάσκεται από τη Σχολή Τζούλλιαρντ της Νέας Υόρκης ως το Ωδείο της Αγίας Καικιλίας της Ρώμης και το Ωδείο Μουσικής της Σαγκάης.». Τέθηκε, όμως, ζήτημα “ασυμβίβαστου” με την ελληνική μουσική παράδοση, λες και η τελευταία είναι ένα εσωστρεφές και περίκλειστο απολίθωμα! “Ασυμβίβαστο” που καταρρίπτει η ποικιλία συνθέσεων με μοτίβα της γνήσιας ελληνικής παραδοσιακής μουσικής από έλληνες, αλλά και επιφανείς ξένους (Γκλαζούνωφ, Ραβέλ κ.ά.), συνθέτες.
Πολύ σωστά δε αναρωτιέται ο συνθέτης Μιχάλης Βρόντος: «Ποια είναι η ελληνική μουσική παράδοση; Γιατί η Βουλγαρία και η Αλβανία έχει παράδοση στην όπερα και στο μπαλέτο; Είναι περισσότερο δυτικές χώρες από μας;… Γιατί οι Κορεάτες και οι Κινέζοι, που είναι τόσο μακριά από την Ευρώπη, βγάζουν τόσους βιολιστές και πιανίστες; Είμαστε εμείς πιο ανατολίτες από τους Κορεάτες;». Ασφαλώς όχι! Απλά, τόσο στις χώρες της Άπω Ανατολής, όσο και στις υπόλοιπες χώρες που υπέστησαν τον οθωμανικό ζυγό δεν επικράτησε ο εμπαθής αντιευρωπαϊσμός και η ομφαλοσκόπηση που κυριάρχησαν στην Ελλάδα και θέλησαν να αποξενώσουν την ελληνική κοινωνία από ένα πνευματικό κληροδότημα που ανήκει σ’όλο τον κόσμο, όπως διατείνεται πολύ ορθά ο διεθνούς φήμης νέος έλληνας πιανίστας Πάνος Καράν (που ξεκίνησε πρόσφατα μια εκστρατεία διάδοσης της κλασικής μουσικής ως και στις πιο απομονωμένες κοινωνίες ιθαγενών): «Ένα Πρελούδιο και Φούγκα του Μπαχ ή ένα κονσέρτο για πιάνο του Ραχμάνινοφ ανήκουν εξίσου στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου όσο και στη σκηνή του Κάρνεγκι Χολ.»! Προφανώς, για ορισμένους, με την εξαίρεση της ζώνης επιρροής των “σκυλάδικων” και των “ελληνάδικων” στην “καθ’ημάς ανατολή”!
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, αντίθετα με την εντύπωση που επιχειρείται να δοθεί, η ελληνική κοινωνία δέχθηκε από πολύ νωρίς και με ενθουσιασμό τη δυτική μουσική. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο συνθέτης Κώστας Μυλωνάς σχετικά με το ανέβασμα της όπερας «Λουκία ντε Λαμερμούρ» του Γκαετάνο Ντονιτσέτι το 1838: «Ο θαυμασμός που προκάλεσε στο κοινό η ιταλική όπερα άγγιξε τα όρια του παραληρήματος. Από γραπτά ντοκουμέντα γνωρίζουμε ότι οι μαθητές πωλούσαν ακόμα και τα βιβλία τους για να πάνε στο θέατρο· σκηνές μάχης διαδραματίζονταν για την εξασφάλιση μιας θέσης·»! Η μετέπειτα ιστορία από την επτανησιακή μουσική σχολή ως το ρεπερτόριο του θεάτρου “Απόλλων” της Ερμούπολης του 19ου αιώνα τον δικαιώνει.
Πρόσθετα, δικαιώνει και τον Νίκο Δήμου που ισχυριζόταν εδώ και μια γενιά, δηλαδή στο φόρτε της πλύσης εγκεφάλου, ότι: «Όσο κι αν φανεί παράξενο, υπάρχουν πράγματι άνθρωποι στην Ελλάδα που ο προπάππος τους έπαιζε πιάνο – κι όχι μπαγλαμά. Που η προ-προγιαγιά τους υποτονθόριζε άριες του Ντονιζέττι κι όχι τσιφτετέλια.». Και αυτό δεν αφορά ούτε κάποια περιθωριακή μειοψηφία ούτε κάποια τοπική κοινωνία. Αντίθετα, ισχύει και για τους “τουρκομερίτες”, στους οποίους ορισμένοι προσάπτουν ατεκμηρίωτα ότι αποτέλεσαν τη μαγιά για την επιβολή των “ανατολίτικων” σκοπών. «Η μητέρα μου», έχει γράψει ο Τηλέμαχος Μαράτος, «με νανούριζε με μια άρια από τη δεύτερη πράξη της Τραβιάτας (Di Provenza) που είναι ένα γλυκό τραγουδάκι. Είναι σημαντικό νομίζω γιατί η μητέρα μου ήταν από την Καλλίπολη της Θράκης και όλη της η οικογένεια από την Πόλη. Ωστόσο, όσα χρόνια τν θυμάμαι δεν την είχα ακούσει να τραγουδήσει αμανέ. Οι αδελφές της έπαιζαν βιολί και πιάνο.». Από το σόι της δε αναδείχθηκαν και άλλοι μουσικοί. Άλλωστε, όπως γράφει ο Σαράντος Καργάκος για τους έλληνες στρατιώτες που αποβιβάστηκαν το 1919 στη Σμύρνη (που διέθετε από ετών λυρικό θέατρο): «Νομίζουμε πως άκουγαν αμανέδες και γιαρέδες. Κι όμως άκουσαν για πρώτη φορά ίσως Ενρίκο Καρούζο.».
Οι διαθέσιμες μαρτυρίες πιστοποιούν την αίγλη της κλασικής μουσικής ακόμα και ανάμεσα στους αγωνιστές των ηττημένων του Εμφυλίου και “λαϊκούς ήρωες” των επιγόνων τους. «Η θέση μας ήταν δραματική κι όμως η Έλλη και ο Νίκος είχαν το κουράγιο να οργανώσουν “ψυχαγωγικό πρόγραμμα”.», αφηγείται ο Τάκης Λαζαρίδης. «Είχα αναλάβει το “μουσικό μέρος”. Σφύριζα δηλαδή από το παραθυράκι διάφορες μελωδίες, ελαφριές αλλά και κλασικές. Το “πλεζίρ ντ’αμούρ”, τη Σερανάτα του Σούμπερτ, τους Ουγγρικούς χορούς του Μπραμς. Ελπίζω και οι δυο να μη μου κρατούν κακία για την “εκτέλεση”.». Οι συγκρατούμενοί του, στους οποίους αναφέρεται, ήταν η Έλλη Ιωαννίδου και ο Νίκος Μπελογιάννης. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης, είχε αναφέρει σε ραδιοφωνική του μαραθώνια συνέντευξη ότι, ως κρατούμενος τη 10ετία του 1940, ψυχαγωγούσε μια ντουζίνα συγκρατούμενους (αλλά και έναν δεσμοφύλακα!), με δική τους επιθυμία μάλιστα, με το “Ρέκβιεμ” του Μότσαρτ.
Αλλά και ανάμεσα στους αστέρες της λαϊκής μουσικής. «Συνήθως έχω κι ένα ραδιοφωνάκι μαζί μου. Τρίτο πρόγραμμα ακούω. Το ψάρεμα δεν θέλει λαϊκά και τέτοια.», δηλώνει η διαχρονική “μούσα” του είδους, Mαρινέλλα!
Συμπεράσματα
Με δεδομένο, λοιπόν, το ιδεοληπτικό κλίμα της εποχής δεν προκαλούσε έκπληξη το ότι, για παράδειγμα, μία φεστιβαλική εκδήλωσης (“Μουσική στους αιώνες”) του 1999 είχε εξοστρακίσει από τις “δύο χιλιετίες” της ελληνικής μουσικής κρητικές μαντινάδες και ελαφρά τραγούδια, επτανησιακές και αθηναϊκές καντάδες και ό,τι άλλο δυτικότροπο ή/και αστικό άκουσμα. Όμως, το λάθος αυτών που καλλιεργούσαν αυτό το κλίμα ήταν πολλαπλό. Πρώτον, γιατί επί της ουσίας υποτιμούσαν τον ίδιο τον “λαό”, που ήθελε να κολακέψει, θεωρώντας ότι δεν τον αγγίζουν οι αποδιοπομπαίες μουσικές. Δεύτερον, γιατί απαξίωναν σημαντικό μέρος της μουσικής παράδοσης (και, συγκεκριμένα, της αστικής) του τόπου. Γιατί κάτι που ριζώνει και αναδεικνύει “δάσκαλους” που δημιουργούν “σχολή” εντάσσεται στην παράδοση μιας κοινωνίας. Τρίτον, γιατί πίστευαν ότι μπορούσαν να διαγράψουν έτσι απλά αυτό το μέρος της μουσικής παράδοσης. Ίσως γιατί αγνοούσαν τα λόγια του Ευάγγελου Παπανούτσου: «Θέλοντας και μη ανήκουμε στην παράδοση που έχει συσσωρευτικά δημιουργηθεί μέσα στην κίνηση και από την κίνηση της ιστορίας. Δεν ανοίγουμε εμείς το δρόμο· τον βρίσκουμε ανοιχτό μπροστά μας και θα πορευτούμε προς την διεύθυνση που δηλώνει, ακόμα και όταν (όπως κάνουν όλοι οι παθιασμένοι ριζοσπάστες) αποφασίζουμε να τον εγκαταλείψουμε παραπέρα. Αλλά και τότε, αν η απόπειρά μας ευοδωθεί, αν η δοκιμή επιτύχει, θα γίνει και το δικό μας έργο μέρος της παράδοσης και με το δικό της όνομα και κύρος θα μεταδοθεί και θα τιμηθεί, θα αφομοιωθεί από τους μεταγενέστερους.».
Φαίνεται, λοιπόν, ότι η προπαγάνδα τόσων δεκαετιών δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, ότι απελευθερώνονται δυναμικές που είχαν καταπιεσθεί, η μουσική παράδοση της χώρας ξαναβρίσκει τη πολυμορφία της και τον πλούτο της και η ελληνική κοινωνία ξαναβρίσκει την ελευθερία, όχι μόνον των επιλογών (που ίσως να μην είχε εγκαταλείψει ποτέ), αλλά και της δημόσιας έκφρασης αυτών, την οποία της είχε στερήσει η τρομοκρατία των ιδεοληψιών του “μουσικώς ορθού”. Από τη μια, τα τελευταία χρόνια έχουν πολλαπλασιασθεί εκθετικά οι συναυλίες και τα ρεσιτάλ κλασικής μουσικής. Και έχουν ξεφύγει από τα όρια του “αστικού κοινού” της πρωτεύουσας και της συμπρωτεύουσας. Η δε συμμετοχή του εκάστοτε τοπικού κοινού είναι εντυπωσιακή. Από την άλλη, πληθαίνουν οι εκδηλώσεις που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως ένας συρμός “ρετρό” για την ελληνική ελαφρά μουσική των δεκαετιών του 1950 και 1960 και παλαιοτέρων, με υστέρηση κάποιων 10ετιώνσε σχέση με τον αντίστοιχο συρμό για τη διεθνή ελαφρά μουσική.
Βέβαια, η επαναφορά στο προσκήνιο (και στις δεδηλωμένες προτιμήσεις του κοινού) της ελαφράς και της κλασικής δεν συνεπάγεται απόρριψη της λαϊκής μουσικής. Αυτή, όπως εξελίχθηκε, έχει αφήσει πλέον επάξια το αποτύπωμα της στο μουσικό DNA του νεοέλληνα. Και συνυπάρχει (και θα συνυπάρχει) με όλα τα άλλα μουσικά ιδιώματα που έχουν ήδη αφήσει (και) το δικό τους αποτύπωμα σ’αυτό ή θα το αφήσουν στο μέλλον! Άλλωστε, ο καθένας μας μπορεί να είναι οπαδός και θαυμαστής τόσο της Σωτηρίας Μπέλλου, όσο και της Μαρίας Κάλλας, όπως ο Γιάννης Τσαρούχης, ο οποίος δεν έβλεπε «τίποτε το “ανωμάλο” σ’αυτό»!

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ: Ἡ πατρίδα σέ κίνδυνο

("Ἐφημερίδα τοῦ Κ.Σ.Μ."/τεῦχος 155/Αὔγουστος 2011)

Ἡ βάρκα μας μπάζει νερά ἀπό παντοῦ. Ἀπό ὥρα σέ ὥρα μπορεῖ ὁ καθένας μας νά παλεύει μέ τά κύματα. Ἐνῶ ἡ κατάρρευση τῆς οἰκονομίας ἀπειλεῖ τήν ἴδια τήν ἐθνική μας ὑπόσταση στήν πατρογονική γῆ πού κατοικοῦμε ἀπό χιλιάδες χρόνια.
Οἱ ἐλπίδες τῆς διάσωσής μας ἀπό τήν Τρόϊκα ἀποδείχθησαν φροῦδες. Κάθε φορά πού εἶναι νά λάβουμε ἕνα πακέτο ἀπό τήν βοήθειά της, βλέπουμε πώς εἴμαστε σέ χειρότερη κατάσταση ἀπό τήν προηγούμενη. Ἡ κυβέρνηση γιά νά πείσει τούς ξένους νά δώσουν τό πακέτο καί γιά νά τά φέρει βόλτα βάζει κανούργιους φόρους καί ἐλαττώνει τίς κρατικές παροχές. Ἔτσι συστέλλεται ἡ ἀγορά καί αὐξάνει ἡ ἀνεργία, πληθαίνουν αὐτοί πού ἀντιμετωπίζουν σκληρό πρόβλημα ἐπιβίωσης.
Μέ τήν μονεταριστική φιλοσοφία τους καί τίς ἀντιφατικές μεταξύ τους ἐπιδιώξεις τῶν ἑταίρων μας, ἡ σωτηρία μας μπορεῖ νά προέλθει μόνο ἀπό μᾶς τούς ἴδιους. Ἀλλά ὁ πολιτικός κόσμος δέν εἶναι σέ θέση νά δώσει μιά κυβέρνηση πού θά πραγματοποιήσει ἀλλαγή πλεύσης. Αὐτό πού μπορεῖ νά κάνει εἶναι νά ἀναστείλει τούς ἀγῶνες του γιά τήν νομή τῆς ἐξουσίας καί νά τήν παραδώσει σέ ἕναν ἄνθρωπο - ἐξωκομματικό τεχνοκράτη - ἐγνωσμένης ἱκανότητας καί ἀδιαμφισβήτητου πατριωτισμοῦ, γιά νά μᾶς ὁδηγήσει χωρίς ἐσωτερικούς περισπασμούς ἔξω ἀπό τόν τυφώνα στόν ὁποῖο περιστρεφόμαστε.
Γιατί νά παραχωρήσει τά δικαιώματα του ὁ πολιτικός κόσμος, δηλαδή ἡ Βουλή; Διότι ἄν βουλιάξει ὁ τόπος, προνόμια καί καριέρες δέν θά ἔχουν κανένα νόημα.
Ἡ «Ἐφημερίδα» ζητᾶ ἀπό τούς βουλευτές τῆς μεγάλης πλειοψηφίας, πού δέν ὀνειρεύονται τήν διά τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς πολιτικοκοινωνική ἐπανάσταση, νά πάρουν τήν γενναία ἀπόφαση νά ἐγκαταστήσουν μιά Ἑνός Ἀνδρός Ἀρχή. Σάν τόν Αἰσυμνήτη πού ψήφιζαν οἱ ἀρχαῖοι μας, τόν δικτάτορα πού ὅριζε ἡ ρωμαϊκή δημοκρατία, ὅταν ἡ πατρίδα βρισκόταν σέ κίνδυνο.
Κάνουμε ἔκκληση νά ἐκδηλωθοῦν ἀνοιχτά ὑπέρ αὐτῆς τῆς πρότασης ὅλοι ὅσοι συμμερίζονται τό σκεπτικό της. Ὁ δρόμος θά εἶναι πολύ δύσκολος, ἀλλά δέν προσφέρεται ἄλλος.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ: Ἡ πορεία γιά τήν ἀναστροφή

("Ἐφημερίδα τοῦ Κ.Σ.Μ."/τεῦχος 155/Αὔγουστος 2011)

Ὁ σκοπός τῆς διάσκεψης κορυφῆς τῆς Εὐρωζώνης τῆς 21ης Ἰουλίου ἐκπληρώθηκε. Ἔμεινε ἡ ἀνάγκη διευκρινήσεως καί ἐκτελεστικῶν διαδικασιῶν, ὅπως γίνεται σέ κάθε τέτοια διάσκεψη, ἀλλά ἡ νέα δόση τῆς βοήθειας γιά νά κρατηθοῦμε πάνω ἀπό τό νερό εἶναι δεδομένη. Οἱ ἡγέτες τῶν δύο χωρῶν, οἱ ὁποῖες κατευθύνουν τήν Ε. Ε., ἡ Μέρκελ καί ὁ Σαρκοζύ, γιά μιά σειρά ἀπό λόγους, ἀκόμη καί τοῦ προσωπικοῦ πολιτικοῦ τους κύρους, δέν μποροῦν νά ἀφήσουν ἀνεκπλήρωτο τό πέμπτο πακέτο.
Ἕκτο ὅμως, πού ἐπρόκειτο νά συνδυαστεῖ μέ τό πρῶτο τῆς πρόσθετης βοήθειας πού ἀποφασίστηκε, θά ὑπάρξει; Ἐμφανίζονται πολλές ἀμφιβολίες. Εἴτε διότι τό ἐπιτελεῖο τῶν δανειστῶν μας θά κρίνει, ὅτι ἡ μή τήρηση τῶν ἑλληνικῶν ὑποσχέσεων – γιά τίς ἰδιωτικοποιήσεις, πού μεταλάσσονται σέ μετοχοποιήσεις ἑνός μέρους τοῦ κεφαλαίου, γιά τήν μή αὔξηση τῶν ἐσόδων καί τόν περιορισμό τῶν δαπανῶν, γιά τήν κατάργηση τοῦ πλήθους τῶν νομικῶν προσώπων πού εἶναι παραρτήματα τῆς κυβέρνησης καί τῆς αὐτοδιοίκησης καί χρηματοδοτοῦνται ἀπό αὐτές, ὑποβάλλονται σέ ἐξαιρέσεις καί ἀναβολές – κάνουν τήν διάσωσή μας ἀνέφικτη. Εἴτε διότι δέν θά διαθέτει τό ἴδιο τά λεφτά.
Στήν παρέα μας μέ τήν Ἰρλανδία καί τήν Πορτογαλία προστέθηκε ἡ Ἱσπανία καί ἀναμένεται νά ζητήσει βοήθεια καί ἡ Ἰταλία. Ὁ κατάλογος τῶν δεινοπαθούντων εὐρύνεται καί ἡ παγκόσμια ὕφεση ἀναζωπυρώνεται. Ἡ μικρή ὁμάδα τῶν μελῶν τῆς Ε.Ε. πού συνεχίζουν νά εὐημεροῦν γίνονται διστακτικές γιά τήν δυνατότητα τους νά στηρίζουν ὅσους ἄλλους μπαίνουν σέ ἀνάγκη. Ἡ Φινλανδία ζήτησε γιά νά συμμετάσχει στήν πρόσθετη δανειοδότησή μας νά τῆς δώσουμε τραπεζική ἐγγύηση, πρᾶγμα τό ὁποῖο σημαίνει πρακτικά νά καταθέσουμε τό ἰσόποσό της στήν ἐγγυήτρια τράπεζα.
Ὁ κ. Βενιζέλος ἔκανε τό ἀπίθανο λάθος νά δεχθεῖ τήν πρόταση. Ἔτσι παρόμοιες συμφωνίες ζήτησαν ἡ Αὐστρία, ἡ Ὁλλανδία, ἡ Τσεχία. Ἡ Γερμανία κλώτσησε στήν ἰδέα νά τεμαχιστεῖ ὁ ὑπέγγυος ἑλληνικός δημόσιος πλοῦτος καί ζήτησε τήν ἀκύρωση τῆς συμφωνίας. Τό ἐπιτελεῖο τῆς Ε.Ε. προθυμοποιήθηκε νά μεσολαβήσει σέ ἕναν ἀσυμβιβασμό μας μέ τήν Φινλανδία – πρᾶγμα πού σημαίνει κάτι νά δώσουμε!
Τό ὅλο πρόβλημά μας ἔχει ἐμπλακεῖ στά γρανάζια διαφόρων κλιμακίων καί ὀργανισμῶν τῆς Ἕνωσης, στίς ἐπιδιώξεις τῶν κρατῶν-μελῶν της, στήν ἐπιρροή τῶν κομμάτων καί τοῦ τύπου της. Ἡ ἀβεβαιότητα τοῦ κοινοτικοῦ περιβάλλοντος παράγει σπασμωδικές κινήσεις. Ἐμεῖς χρειάζεται νά πάρουμε ἀποφάσεις πού νά ὑπακούουν σέ δεδομένη στρατηγική. Καί τό ταχύτερο.
Ἡ ἀποτυχία τοῦ Μνημονίου
Ἡ ἀφιέρωση ἀπό τήν κυβέρνηση τῆς σωτηρίας μας στήν βοήθεια τῶν ἑταίρων μας - ὕστερα ἀπό μῆνες πού παρίστανε ὅτι δέν ἔχουμε κανέναν ἀνάγκη, (τό πιστόλι στό τραπέζι κλπ) – δέν εὐδοκίμησε. Μπήκαμε σέ ἕνα κανάλι, στό ὁποῖο ἡ ἐλαττωματικότητα τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ μας δέν μπορεῖ νά ἀνταποκριθεῖ στίς ἀξιώσεις τῆς μονεταριστικῆς φιλοσοφίας πού διέπει τήν σημερινή Εὐρώπη. (Αὐτό ἄσχετο, ἄν ἐκεῖνες εἶναι σωστές.)
Βλέπουμε κάθε τετράμηνο πού εἶναι νά χορηγηθεῖ ἡ νέα δόση μέ ἕνα καινούργιο πακέτο, ὅτι εἴμαστε χειρότερα ἀπό τό προηγούμενο. Τό ἀκαθάριστο ἐθνικό προϊόν μειώνεται καί λιγοστεύει ἡ φορολογητέα ὕλη. Ἔτσι ὑποχρεώνεται ἡ κυβέρνηση νά προσθέτει φόρους καί νά μειώνει τίς παροχές της.
Ὅταν ἦταν νά εἰσπράξουμε τήν δόση τοῦ Ἰουλίου εἶπε ὁ πρωθυπουργός μας, ὅτι ἐάν τά μέτρα πού ἔλαβε ἐπιτύχουν τούς στόχους τους, δέν θά χρειαστεῖ νά τά ἀκολουθήσουν πρόσθετα. Τόν πίστεψε κανείς; Καί ὅμως ὁ κ. Βενιζέλος, στόν ὁποῖον ἔχει ἀναθέσει τήν διεύθυνση τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἀνήγγειλε σειρά νέων μέτρων γιά τήν ἐνίσχυση τοῦ κρατικοῦ ταμείου, δηλώνοντας στίς 19 Αὐγούστου, πώς ἐάν ἐπιτύχουν δέν θά ἀκολουθήσουν ἐπαχθέτερα.
Ἡ αἵρεση τοῦ «ἐάν» τήν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνει κάθε φορά ἡ κυβέρνηση, δέν πρόκειται νά πραγματοποιηθεῖ. Ἑτοιμάζονται γιά τόν Σεπτέμβριο πλῆθος ἀπό νέα μέτρα.
Τά στοιχεῖα τοῦ πρώτου ἑξαμήνου τοῦ 2011 δείχνουν ἕνα πρωτογενές ἔλλειμα ἐσόδων 9,39 δισ. εὐρῶν. Δηλαδή ἀφήνοντας ἔξω τήν ἐξυπηρέτηση τοῦ παλαιοῦ χρέους, μᾶς ἔλειψαν 9,39 δισ. γιά νά καλύψουμε τίς τρέχουσες δημόσιες δαπάνες καί μέ τό ποσόν αὐτό αὐξήθηκε τό χρέος μας. Ἀλλά ὅπως ἐπεσήμανε εὔστοχα ὁ κ. Μάνος στήν «Καθημερινή» τῆς 12ης Αὐγούστου, σ’αὐτό πρέπει νά συνυπολογισθοῦν ἄλλα 6,629 δισ., τά ὁποῖα τό δημόσιο καθυστερεῖ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν, πού εἶναι μιά λογική διορία, νά πληρώσει στούς προμηθευτές του.
Ἡ πτώχευση τοῦ κράτους, ἡ χρεωκοπία κατά αὐστηρότερη ἔκφραση, ἀποτελεῖ γεγονός. Ἡ κυβέρνηση μέχρι τώρα τήν διατρεῖ ἐπιλεκτική. Ἄλλους πληρώνει, ἄλλους ὄχι. Ὁ ἐφιαλτικός φόβος εἶναι μήπως ἡ μή πληρωμή γενικευθεῖ.
Οἱ ἀπολύσεις προσωπικοῦ ἀπό τό 2009 ἀπό ἐπιχειρήσεις πού δέν τά βγάζουν πέρα ἔχουν ἀνοίξει βαθειά πληγή. Ἔτσι φθάσαμε τήν ἄνοιξη ἐπίσημα σέ ποσοστό ἀνεργίας 16,2% χωρίς νά συνυπολογίζονται οἱ ἐργαζόμενοι μερικῆς ἀπασχόλησης καί ὅσοι ἐγκατέλειψαν τήν προσπάθεια νά βροῦν δουλειά. Ἡ «Ἐλευθεροτυπία» τῆς 1.8.11 πρόβλεπε, ὅτι ἡ ἀνεργία τόν χειμώνα θά ξεπεράσει τό 20%.
Μέ ἄνεργους τόν ἕναν στούς τέσσερις «ἀπασχολήσιμους», κατά τήν ἔκφραση πού μᾶς κληροδότησε ὁ κ. Σημίτης, θά συρρικνωθοῦν τά ἔσοδα τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν καί θά διογκωθοῦν οἱ δαπάνες γιά τά ἐπιδόματα ἀνεργίας καί στήριξης ἐκείνων πού δέν ἔχουν ἄλλο μέσο νά ζήσουν.
Ὁ δημόσιος τομέας πού ἔκανε ὡς τώρα λίγες ἀπολύσεις, πιεζόμενος περισσότερο ἀπό τό τρίτο Μνημόνιο, θά αὐξήσει τήν στρατιά τῶν ἀνέργων.
Ἀπό τίς τράπεζες σηκώθηκαν στό ἑπτάμηνο 21,4 δισ. εὐρώ εἴτε γιά νά μεταναστεύσουν σέ ἀσφαλέστερους ξένους λιμένες, εἴτε γιά νά ἀντιμετωπίσουν τά αὐξημένα προβλήματα. Γιά τήν διατήρηση τῆς ρευστότητας τῶν τραπεζῶν θά χρειαστοῦν προβλέπεται κοντά στά 30 δισ. Πανηγυρίστηκε ἡ συγχώνευση τῆς Alpha καί τῆς Eurobank σέ ἕναν τραπεζικό κολοσσό στήν ὁποίαν θά μετάσχει μέ 700 ἑκατομμύρια τό Κατάρ. Ἀποτελεῖ ὁπωσδήποτε ἕνα θετικό βῆμα ἡ δημιουργία μιᾶς νέας τράπεζας 3,9 δισ. Ἀλλά τίς ἴδιες ἡμέρες, μέ τήν ἀναδιάρθρωση τῶν κρατικῶν ὁμολόγων χρειάστηκαν νά μειώσουν πέντε μεγάλες ἑλληνικές τράπεζες ἔγραψαν στά βιβλία τους ζημία 3,4 δισ.
Μᾶς τροφοδοτοῦν κάθε τόσο μέ μιά αἰσιόδοξη εἴδηση. Ὅτι π.χ. σέ κάποιο νησί αὐξήθηκαν οἱ ξένοι τουρίστες ἤ ὅτι σέ ἕναν τομέα ἀνέκαμψε ἡ ζήτηση νέων κατασκευῶν. Οἱ αἰσιόδοξες εἰδήσεις μέ μιά προσεκτικώτερη ἐξέταση κατόπιν φυλλοροοῦν.
Κακά εἶναι τά νέα ἀπό ὅλα τά μέτωπα.
Τό ψευδεπίγραφο Σχέδιο Μάρσαλ
Στήν διάσκεψη κορυφῆς τῆς Εὐρωζώνης τῆς 21ης Ἰουλίου οἱ δανειστές μας ἐπιστράτευσαν μιά παρήγορη ὀνομασία ἀπό τό παρελθόν, πού ἔφερε ἐδῶ μιά ἔκρηξη αἰσιοδοξίας. Εἰπώθηκε, ὅτι ἡ Εὐρώπη θά μᾶς χορηγήσει ἕνα νέο Σχέδιο Μάρσαλ.
Ἐκεῖνο ὅμως τό παλιό καί ξακουσμένο, πού μᾶς ἔδωσε ἡ Ἀμερική ἀπό τό 1947 ὡς τό 1952 ἦταν δωρεάν βοήθεια. Δέν ἐπρόκειτο ποτέ νά ἐπιστραφεῖ. Ἀπό ἕνα μέρος του σχηματίστηκε ἕνα κεφάλαιο, τό ὁποῖο ἡ κυβέρνηση τό δάνεισε μέσω κρατικῶν ὀργανισμῶν, τοῦ ΟΧΟΑ πρῶτα καί μετά τῆς ΕΤΒΑ, ἡ ὁποία ἐπικεντρώθηκε στήν βιομηχανία, σέ ἐπιχειρήσεις, πού ἔβαζαν καί δικά τους λεφτά, γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς παραγωγῆς τους. Τά τοκοχρεολύσια αὐτῶν τῶν δανείων πήγαιναν στούς δανειοδοτικούς ὀργανισμούς γιά νά παρέχουν παρόμοια καινούργια δάνεια. Γιά μιά αὐχρηματοδοτούμενη ἀνάπτυξη.
Ἡ κουβέντα τόν Ἰούλιο γιά τό νέο Σχέδιο Μάρσαλ δέν ἐσήμαινε τίποτε ἀπό αὐτά, ἀλλά καί ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Ἦταν τελείως ἀόριστη καί ξεχάστηκε μέσα σέ λίγα εἰκοσιτετράωρα. Εἶναι ὅμως χαρακτηριστική τῆς προχειρότητας μέ τήν ὁποία ἡ σύγχρονη πολιτική ἡγεσία πετάει κουβέντες, ἀμελέτητες, γιά ἐντυπωσιασμό. Ὅταν ἡ ἐντύπωση τους ξεθυμάνει, ἀναζητοῦνται καινούργιες. Ἡ κρίση στήν Εὐρώπη δέν εἶναι μόνο οἰκονομική • εἶναι πρωτίστως κρίση ἡγεσίας.
Ἡ εἰκόνα μας στόν κόσμο
Ἡ τηλεόραση παγκοσμιοποιεῖ τάχιστα ὅλα τά δυσάρεστα γεγονότα πού ξεπερνοῦν ἕνα χαμηλό ὅριο συνηθισμένου, ἁπανταχοῦ τῆς γῆς. Ἔτσι ἔδειξε μέ μεγάλη χαρά της, γιά τήν ἱκανοποίηση τῆς δίψας τῶν εἰδήσεων, καταστροφές στήν πλατεῖα Συντάγματος - ὅπου τό κίνημα τῶν Ἀγανακτισμένων ἦταν ἄριστο ὅσο παρέμενε μιά σιωπηρή διαμαρτυρία μέ τό αἴτημα τῆς ἀλλαγῆς καί ἐξελίχθηκε σέ μία φοβερή ὀχλοκρατική ἐκδήλωση μέ τήν ὑπεισέλευση ἀνοήτων, ἀκροδεξιῶν, ἀκροαριστερῶν καί κουκουλοφόρων. Τήν κατάληψη τῶν πυλώνων τῶν διοδίων καί τῶν εἰσόδων τῶν μουσείων. Τήν παρακώλυση τῶν συγκοινωνιῶν ἀπό τούς ταξιτζῆδες. Καί διάφορα ἄλλα παρόμοια, πού εἶναι τεκμήρια κοινωνικοῦ ἀναβρασμοῦ ἤ τουλάχιστον τῆς ἀδυναμίας τῆς κυβέρνησης νά ἐπιβάλει τήν ἔννομη τάξη.
Ἡ ἀρνητική εἰκόνα αὐτή ἔπληξε καίρια τόν τουρισμό μας, πού εἶναι ἡ σημαντικώτερη «βιομηχανία» μας, ἡ μεγαλύτερη πηγή τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος.
Σέ ἄλλα σημεῖα τῆς χώρας ἡ ζωή φαίνεται νά συνεχίζεται κανονικά. Δέν ὑποφέρουμε ὅλοι οἱ Ἕλληνες τό ἴδιο ἀπό τήν οἰκονομική κρίση. Ὑπάρχουν ἐκεῖνοι, πού ἔγιναν πλουσιώτεροι ἀπό αὐτήν, γιατί σέ κάθε ἀναμπουμπούλα βρίσκουν κάποιοι εὐκαιρίες νά πλουτίσουν καί αὐτοί δέν κρύβουν τήν εὐμάρειά τους. Ὑπάρχουν ἐκεῖνοι πού καλύπτουν τήν (περιορισθεῖσα) κατανάλωσή τους ἀπό προηγούμενα ἀποταμιεύματά τους. Ὑπάρχουν καί αὐτοί πού τούς διορίζει ἡ κυβέρνηση μέ καλούς μισθούς σέ διάφορες θέσεις συμβούλων, μελετητῶν τῆς ἑκποίησης τῆς δημόσιας περιουσίας, διοικητῶν τῶν ἑξῆντα ἑπτά νέων ὀργανισμῶν γιά τήν συγχώνευση ἤ τήν διάλυση προηγουμένων.
Ἀλλά ὅλοι αὐτοί εἶναι κατά πολύ λιγώτεροι ἀπό τούς ἄλλους πού ὑποφέρουν. Ἀπό αὐτούς πού πλήττονται ἀπό τήν ἀνεργία, ἀπό τούς μαγαζάτορες πού κατεβάζουν τά ρολά.
Σέ κάποιους τόπους θερινῶν διακοπῶν διατηρεῖται μιά εἰκόνα καλοπέρασης καί ἀμεριμνησίας - ἄν καί λιγώτερο περίλαμπρη ἀπό αὐτήν τῶν προηγούμενων χρόνων - ἀλλά μέ τήν αἴσθηση πώς πρόκειται γιά ἀντίδραση στίς δυσκολίες πού θά ἀντιμετωπίσουν οἱ παραθεριστές ὅταν γυρίσουν στά σπίτια τους. Καί περισσότερο κατά τόν ζοφερό χειμώνα πού μᾶς μέλλεται.
Ἐπανάσταση ἀλλά τί εἴδους;
Μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς νέας φτώχειας μεγαλώνει ὁ κύκλος τῶν ἀνθρώπων πού εἶναι ἐπιρρεπεῖς στήν βία γιά τήν ἐκδίκηση τῆς δυστυχίας τους. Τό δρᾶμα τους γεννᾶ συμπάθεια καί σ’αὐτούς πού δέν ἀντιμετωπίζουν τό ἴδιο σκληρές δυσκολίες. Ἀκόμη καί μέσα στά σώματα πού ἔχουν τήν ἀποστολή τῆς παρεμπόδισης τῶν ἐκδηλώσεων τῆς βίας. Καί ὑπάρχουν πολιτικές ὁμάδες οἱ ὁποῖες προσβλέπουν σέ μιά πλατειά λαϊκή ἐξέγερση γιά τήν ἐπαναστατική ἀλλαγή τοῦ πολιτικοκοινωνικοῦ συστήματος.
Εὐημερία, γαλήνη καί ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια δέν μποροῦν νά προκύψουν ἀπό μιά τέτοια ἐπανάσταση. Μόνο σέ μείζονες περιπέτειες μποροῦν νά μᾶς ὁδηγήσουν. Καί ἐπειδή ἡ ἀναρχία, ὅπως καί ἡ ἄμεση δημοκρατία, εἶναι ἀδύνατον νά λειτουργήσουν σέ μιά κοινωνία ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων, ἡ ἐπαναστατική κατάσταση θά ἐξισορροπήσει σέ ἕνα καθεστώς παγιοποιημένης βίας. Σέ μιά τυραννίδα.
Εἶναι ἑνός ἄλλου εἴδους ἐπανάσταση αὐτή πού χρειαζόμαστε. Μιά ἐπανάσταση συνειδήσεων γιά τόν τρόπο τῆς λήψης καί τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀποφάσεων γιά τήν διακυβέρνησή μας. Μιά ἀλλαγή τῆς πολιτικῆς νοοτροπίας μας, πού πρέπει νά πηγάσει μέσα ἀπό μᾶς.
Εὐθῦνες καί διλήμματα
Κανείς δέν εἶναι ἀναμάρτητος στήν πορεία πού ἀκολούθησε ἡ χώρα πάνω ἀπό τριάντα χρόνια. Ὑπάρχει μόνο μιά διαβάθμιση ἁμαρτίας. Τά κόμματα πού διαχειρίστηκαν τήν ἐξουσία σ’αὐτό τό διάστημα ἔχουν τήν μεγαλύτερη. Ἀλλά καί τά μικρότερα κόμματα μέ τόν τρόπο πού ἀσκοῦσαν ἀντιπολίτευση καί τό συνολικό σῶμα τῶν πολιτῶν πού ἀξίωνε καί ἀποσποῦσε παροχές χωρίς νά νοιάζεται ἄν αὐτές προκύπτουν ἀπό τήν αὔξηση τοῦ παραγομένου ἐθνικοῦ εἰσοδήματος ἤ ἀπό ἕναν ὑπέρογκο δανεισμό, πού ὑποθήκευε τήν χώρα, ἔχουμε ὅλοι εὐθῦνες. Τό «Μαζί τά φάγαμε» τοῦ κ. Πάγκαλου περιέχει πολλήν ἀλήθεια.
Νά ψηφίσουμε ἕναν ἄλλο λαό, ὅπως εἶπε κάποτε σαρκαστικά ὁ Μπρέχτ, δέν γίνεται. Τό νά φτιάξουμε ἕνα καλλίτερο πολιτικό κόμμα θά εἶναι εὐχῆς ἔργο, ἀλλά θά πάρει ἀρκετά χρόνια, ἐνῶ πιέζουν τά πράγματα. Πρέπει λοιπόν νά πορευθοῦμε μέ τό ὑφιστάμενο πολιτικό προσωπικό.
Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι μιά βελτίωση τῆς σύνθεσης τῆς σημερινῆς κυβέρνησης ἤ μιά κυβέρνηση εὐρύτατου συνασπισμοῦ, ἡ ὁποία θά περιέστελλε τούς δισταγμούς τοῦ πολιτικοῦ κόστους, θά ἔλυνε τό ζήτημα. Καί μέ τούς καλλίτερους τῶν πολιτικῶν μας στήν κυβέρνηση, τά προβλήματα εἶναι τόσο μεγάλα καί περίπλοκα, πού οἱ ἀντιθέσεις ὡς πρός τήν διευθέτηση τους δέν μποροῦν νά ἐκλείψουν.
Σέ κάθε σοβαρό ζήτημα ὑπάρχουν εὔλογες διχογνωμίες. Μέ τόν περιορισμό τῆς δαπάνης γιά τήν λειτουργία ἑνός μουσείου π.χ. ἀνακουφίζεται ὁ προϋπολογισμός, ἀλλά περιοριζόνται τά κρατικά ἔσοδα ἀπό τόν τουρισμό πού προσείλκυε αὐτό τό μουσεῖο. Ἡ ἐλάττωση τῶν κονδυλίων γιά τήν ἐθνική ἄμυνα εἶναι δημοσιονομικά εὔλογη στήν κατάσταση πού βρισκόμαστε, συνεπάγεται ὅμως, στήν ρευστότητα πού ἐπικρατεῖ σήμερα στόν διεθνῆ χῶρο, τόν κίνδυνο νά μᾶς φορτώσει πολλαπλάσια ἔξοδα καί μιά ἐθνική καταστροφή.
Ἡ γενική πορεία τῆς χώρας εἶναι τραγικά προβληματική. Ὁ Ἀθανάσιος Παπανδρόπουλος σημείωνε στήν «Ἑστία» τῆς 17ης Αὐγούστου, ὅτι ἡ Ἑλλάδα μέ ἕνα δημόσιο χρέος 360 δισ. καί ἕνα ἰδιωτικό 270 δισ., μαζί μέ 40 δισ. κρατικῶν ἐγγυήσεων καί περί τά 200 δισ. πού χρωστοῦν τά ἀσφαλιστικά ταμεῖα, ἐμφανίζει ἕνα ἄθροισμα χρεῶν 870 δισεκατομμυρίων. Τό ὑψηλότερο κατά κεφαλήν στόν κόσμο, πού γιά τήν ἐξόφληση του θά ἔπρεπε ἡ Ἑλλάδα τά ἑπόμενα 100 χρόνια νά ἀναπτύσσεται μέ ρυθμούς 8% ἐτησίως καί μέ συνεχῆ δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Πρέπει λοιπόν, ἀφοῦ δέν γίνεται ἀλλοιῶς, νά συνεχίσουμε νά ἔχουμε στήν κεφαλή τῆς πολιτείας τούς ὑπάρχοντες πολιτικούς, ἀλλά εἶναι ἀνάγκη νά τούς πείσουμε νά συμπράξουν σέ ἕναν τελείως διαφορετικό τρόπο ἐργασίας μέχρι νά ἐπιτευχθεῖ ἡ ἔξοδος τῆς χώρας ἀπό τόν σπειροειδῆ καθοδικό φαῦλο κύκλο, στόν ὁποῖον ἔχει ἐμπλακεῖ.
Ἕνας καινούργιος «Αἰσυμνήτης»
Σέ χαλεπούς καιρούς ὅταν κινδύνευε ἡ συνέχιση τῆς ὕπαρξης μιᾶς πόλης, οἱ ἀρχαῖοι μας ψήφιζαν τήν παράδοση τῆς ἐξουσίας σέ ἕνα πρόσωπο γιά νά λύσει τά προβλήματα κατά τήν προσωπική κρίση του. Καί τήν ἐπέστρεφε στίς θεσμικές ἀρχές, οἱ ὁποῖες συνέχιζαν νά ὑπάρχουν χωρίς νά διοικοῦν, ὅταν διεκπεραίωνε τήν ἀποστολή του. Πρόκειται γιά τόν θεσμό τοῦ Αἰσυμνήτη τόν ὁποῖο ξεσήκωσε ἡ Ρώμη τῶν δημοκρατικῶν χρόνων καί βάπτισε δικτάτορα.
Ἕναν τέτοιου εἴδους κυβερνήτη χρειαζόμαστε σήμερα. Μέ πατριωτισμό, ἦθος καί ἐγνωσμένη ἱκανότητα στόν ὁποῖον νά παραδοθεῖ τό πρωθυπουργικό ἀξίωμα, μέ πλήρη ἐλευθερία του στόν διορισμό καί στήν παύση τῶν συνεργατῶν του καί μέ τήν ψήφιση ὅλων τῶν μέτρων πού θά προτείνει κατά τήν κρίση του γιά τήν ἔξοδο τῆς χώρας ἀπό τήν ἀπελπιστική της κατάσταση.
Γιά τήν δημοκρατική νομιμοποίηση του χρειάζεται ἀπόφαση τῆς Βουλῆς. Ἡ μεγάλη πλειοψηφία της ἀποτελεῖται ἀπό πρόσωπα πού δέν προσβλέπουν σέ πολιτικό κέρδος ἀπό τήν καταστροφή τῆς χώρας καί ξέρουν ὅτι τό λιγώτερο ἀπό αὐτήν θά εἶναι νά χάσουν τίς πολιτικές καριέρες τους. Πρέπει λοιπόν νά βροῦν τόν κατάλληλο ἄνθρωπο γι’αὐτήν τήν ἀποστολή. Ἐκεῖνος ἀπό τή μεριά του χρειάζεται νά δεσμευθεῖ, ὅτι δέν θά ἐκμεταλλευθεῖ τήν ἐπιτυχία τῆς ἀποστολῆς του γιά νά γίνει ἕνας ἀκαταγώνιστος κομματάρχης. Νά δηλώσει λοιπόν, ὅτι δέν θά ἀποδεχθεῖ μετά τήν ἐξάντληση τῆς προκαθορισμένης θητείας του κανένα πλέον πολιτικό ἀξίωμα.
Ποιός θά εἶναι ὁ κατάλληλος; Οἱ βουλευτές μας μποροῦν νά βροῦν τά στοιχεῖα γιά νά τόν ἐπιλέξουν. Ἐνδεικτικά σημειώνω τρεῖς δικές μου ἐπιλογές γιά νά ἀποκρούσω τήν μεμψιμοιρία ὅτι δέν ὑπάρχουν σήμερα ἄνθρωποι πού διαθέτουν τήν ἀναγκαῖα προβολή καί τά προσόντα πού ἀπαιτεῖ αὐτή ἡ θέση:
Λουκᾶς Παπαδῆμος πού ἀναδείχθηκε στήν διοίκηση τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καί ἔχει ὡς πρώην ὑποδιοικητής τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κεντρικῆς Τράπεζας τεράστια ἐμπειρία τῶν εὐρωπαϊκῶν κυκλωμάτων. Ἀλέξανδρος Παπαδόπουλος, ὁ πρώην ὑπουργός τῶν Οἰκονομικῶν πού ὅταν ἡ κυβέρνηση ἀπέκρουσε τίς φρόνιμες συστάσεις του, βρόντησε κάτω τό ἀξίωμά του. Θεόδωρος Παπαλεξόπουλος, πού διοίκησε μέ ἐπιτυχία καί ἀνθρωπιά μιά μεγάλη βιομηχανική ἐπιχείρηση καί τόν σύνδεσμο τῶν βιομηχάνων καί θητεύει σέ μιά ἀξιόλογη κίνηση πολιτῶν.
Ἀσφαλῶς θά ὑπάρχουν καί ἄλλοι ἀνάλογοι, τῶν ὁποίων τά ὀνόματα χρήσιμο εἶναι νά τεθοῦν σέ μιά ἐκτεταμένη συζήτηση.
Ἐπί τοῦ πρακτέου
Βασικός στόχος τοῦ νέου Αἰσυμνήτη ἤ δημοκρατικοῦ δικτάτορα ρωμαϊκοῦ τύπου, θά πρέπει νά εἶναι ἡ μεγάλη ἀνάπτυξη τῆς παραγωγῆς μας μαζί μέ τήν δημιουργία νέων ἐπενδύσεων. Γιά νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν ἀνάγκη τῆς ξένης βοήθειας καί νά καλύψουμε ἱκανοποιητικώτερα τό βιοτικό μας ἐπίπεδο. Ἀπεργίες, καταλήψεις καί ὅ,τι δυσχεραίνει τήν αὔξηση τοῦ ἐθνικοῦ προϊόντος πρέπει νά ἀπαγορευθοῦν. Ἐλεύθερη μέν ἡ ἐκδήλωση κάθε γνώμης καί κριτικῆς, ὄχι ὅμως στίς βίαιες καί στίς ἐκβιαστικές διεκδικήσεις.
Ἡ βία, γενικά καί κάθε εἴδους πρέπει νά παταχθεῖ. Ὁ νόμος νά λειτουργεῖ πρός κάθε κατεύθυνση.
Διορθωτικές μεταβολές στήν κατανομή τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος χρειάζονται πολλές καί ἐπείγουσες. Δέν μποροῦν νά ζοῦν ἄνθρωποι σ’αὐτήν τήν χώρα σέ μιά ἐξοργιστική στέρηση στοιχειωδῶν ἀγαθῶν. Μιά συνολική εὐημερία ὅμως θά μπορέσει νά ἐπιτευχθεῖ μόνο ἄν πραγματοποιήσουμε ἕνα ἀναπτυξιακό ἅλμα.
Οἱ σχέσεις μας μέ τήν Τρόϊκα πρέπει νά ἀναθεωρηθοῦν, διότι μᾶς καταδικάζουν σέ οἰκονομική καθίζηση. Τά Μνημόνια μᾶς ὑποβάλλουν σέ δεσμεύσεις. Ὅμως καθώς οἱ δανειστές μας ὅταν μεταβάλλονται οἱ συνθῆκες προτείνουν νέους ὅρους, τό ἴδιο δικαίωμα ἔχουν καί ἐμεῖς.
Θά εἶναι δύσκολος ὁ δρόμος γιά τήν ἀναστροφή τῆς πτώσης μας καί οἱ ἀντιδράσεις θά εἶναι μεγάλες. Ἤδη ὅμως ἕναν τέτοιο δρόμο, ζητᾶ κατά ἕναν ἀόριστο ἀκόμη τρόπο μέσα ἀπό διφορούμενες ἐκφράσεις, ἕνα αὐξανόμενο συνεχῶς μέρος τῆς κοινῆς γνώμης. Τά ὅσα εἶχε γράψει ἡ Ἐφημερίδα αὐτή στό προηγούμενο τεῦχος της περί δικτατορίας εἶχαν ἀξιόλογη ἀπήχηση, ἀλλά ἐπέσυραν καί δυσαρέσκειες καί ἀμφιβολίες. Σήμερα συναντοῦμε γενικευμένη ἐπιδοκιμασία. Καί καθῆκον μας καί ὅλων αὐτῶν πού συμφωνοῦν μέ τίς πιό πάνω διαπιστώσεις εἶναι νά συμβάλουμε στήν δημιουργία ἑνός ἰσχυροῦ ρεύματος πού θά ὑπαγορεύσει στούς πολιτικούς τήν ἀνάγκη τῆς συγκέντρωσης ὅλης τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας σέ ἕνα πρόσωπο γιά ἕνα διάστημα μέ στόχο τήν ὑπέρβαση τῆς κρίσης. Σέ τελική ἀνάλυση ἡ κοινωνία κυβερνᾶται ἀπό τήν κοινή γνώμη.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ: Η λύση είναι εκλογή «αισυμνήτη»

("Αυγή"/13 Αυγούστου 2011)

Είμαστε σαν εκείνον που ήθελε να περάσει στην απέναντι όχθη ένα δεμάτι χόρτα, μια κατσίκα και έναν λύκο, και στο βαρκάκι του χωρούσε να πάρει μόνο ένα από τα τρία.
Εάν εξακολουθήσει η κυβέρνηση να προσθέτει φόρους και να μειώνει τις κρατικές παροχές, θα μεγαλώνει η φτώχεια και θα περιορίζονται η φορολογητέα ύλη και τα έσοδα του κράτους. Θα συνεχίζεται έτσι ένας σπειροειδής καθοδικός φαύλος κύκλος.
Εάν απιστήσει η κυβέρνηση στις οδηγίες του Μνημονίου και πάψει την εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους και την συμπίεση των λαϊκών εισοδημάτων, η τρόικα δεν θα μας καταβάλει την επόμενη δόση. Οπότε το κράτος δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει τις τρέχουσες οφειλές του (μισθούς, συντάξεις κ.λπ.) προς τους πολίτες.
Και ενώ ο άνθρωπος της σπαζοκεφαλιάς που γράψαμε στην αρχή, κινδύνευε, αν δεν έκανε τη σωστή αλληλουχία ενεργειών, να χάσει είτε την κατσίκα είτε το χορτάρι, εμείς στην κατάσταση που βρισκόμαστε κινδυνεύουμε να χάσουμε τα πάντα. Γιατί χωρίς μια μεγάλη αλλαγή, που θα καταργήσει τον καθοδικό φαύλο κύκλο, θα ξεσπάσουν ταραχές ασύγκριτα μεγαλύτερες από αυτές που έγιναν στις 29 και 30 Ιουνίου, οι οποίες θα διαλύσουν τη χώρα.
Την απολύτρωσή μας από τα τωρινά αδιέξοδα δεν μπορούν να προσφέρουν οι συνελεύσεις στις πλατείες. Πρώτον, γιατί σε κάθε τέτοια συνέλευση μετέχει ένα ελάχιστο μέρος του εκλογικού σώματος και δεν έχει τη νομιμοποίηση για να πάρει αποφάσεις για το σύνολο. Δεύτερον, γιατί η διαδικασία της επίλυσης των προβλημάτων μας θα πάρει χρόνο και απαιτεί τη συνεχή απασχόληση ενός εξειδικευμένου φορέα. Και γενικότερα: η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει σε κράτη εκατομμυρίων πολιτών.
Η αποτυχία της παρούσας κυβέρνησης (μεγαλύτερη ακόμη και από αυτήν της προηγούμενης), βάζει στη σκέψη ότι τη διέξοδο μπορεί να προσφέρει μια κυβέρνηση του είδους των «οικουμενικών», που δεν θα έχει τις αναστολές λόγω πολιτικού κόστους. Τα μέλη κάθε κυβέρνησης όμως έχουν στα μεγαλύτερα προβλήματα διαφορές απόψεων και οι αποφάσεις παίρνονται με έναν συμβιβασμό. Τα προβλήματα σήμερα είναι τόσο μεγάλα και οι απόψεις των κομμάτων τόσο αντίθετες μεταξύ τους, που μια πολυκομματική κυβέρνηση δεν θα είναι σε θέση να τηρεί κοινή πολιτική.
Ούτε μπορεί να ελπίσει κανείς, ότι από νέες εκλογές, τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο όπως πιθανολογείται, θα προκύψει μια ισχυρή κυβέρνηση που θα πάρει γενναίες αποφάσεις. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, δεν θα αποκτήσει την απόλυτη πλειοψηφία της Βουλής κανένα κόμμα, άρα θα προκύψει μια συμμαχική κυβέρνηση με μεγαλύτερες αντιφάσεις και αναστολές από αυτές της σημερινής. Αλλού λοιπόν πρέπει να αναζητηθεί η λύση.
Στην αρχαία Ελλάδα, όταν σε μια πόλη διχαζόταν η κοινωνία και ανέκυπτε κίνδυνος εμφυλίου πολέμου, οι πολίτες όριζαν έναν «αισυμνήτη». Με την ψήφο τους εξέλεγαν για ένα ορισμένο διάστημα έναν αδέσμευτο διαχειριστή της εξουσίας, ο οποίος αφού έβαζε σε τάξη τα πράγματα και επιτύγχανε μια συμφιλίωση των αντιθέτων μερίδων, κατέθετε την εξουσία του και λογοδοτούσε. (Και η Ρώμη την εποχή της δημοκρατίας, φαίνεται ότι έφτιαξε τον θεσμό του προσωρινού δικτάτορα από το ελληνικό πρότυπο του αισυμνήτη.)
Χρειαζόμαστε έναν αισυμνήτη που θα ανακατανείμει τα οικονομικά βάρη που είναι σήμερα πολύ πρόχειρα και άδικα μοιρασμένα. Που να κυβερνήσει με στιβαρό χέρι για να κάνει τα ιδιαίτερα συμφέροντα (ατομικά, τοπικά, συνδικαλιστικά) να υποχωρούν κατά τη διάρκεια της ανώμαλης εποχή μπροστά στο κοινό συμφέρον της ολότητας. Που να φτιάξει μια νέα σχέση μας με την τρόικα, της οποίας η οικονομική φιλοσοφία εμποδίζει την πραγματοποίηση επενδύσεων, τις οποίες έχουμε απόλυτη ανάγκη για να αναπτύξουμε την παραγωγή μας και να μην τρέχουμε συνεχώς για δανεικά. (Η αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου δεν επιτρέπεται - αλλά η διαπραγμάτευση νέων ρυθμίσεων για την αντιμετώπιση νέων συνθηκών με τίποτε δεν μπορεί να απαγορευτεί.)
Πηγή της εξουσίας του αισυμνήτη δεν μπορεί να είναι άλλη από τη Βουλή. Αυτή να τον επιλέξει ανάμεσα σε πρόσωπα με εγνωσμένο πατριωτισμό, με δεδομένη ικανότητα και κοινωνική αναγνώριση, διατεθειμένα να μην ξανα-αναλάβουν πολιτικό αξίωμα μετά τον τερματισμό της αποστολής τους. (Δεν λείπουν τέτοια πρόσωπα.) Η Βουλή να τον στηρίξει σε όλη τη διάρκεια της θητείας του, ψηφίζοντας χωρίς δισταγμούς τα μέτρα που θα της προτείνει. Αν θα χρειαζόταν αυτός να την πείθει κάθε φορά για την ορθότητα μιας πρότασής του (να αποκαλύπτει τα χαρτιά του) η ευελιξία και αποτελεσματικότητά του θα χανόταν. Η ανάδειξη του αισυμνήτη από τη Βουλή και η ψήφιση εκ μέρους της των μέτρων που θα προτείνει, θα κάνει την εξουσία του να κινείται απολύτως μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος. Μια συνταγματική εκτροπή θα ήταν η κορωνίδα των δεινών μας.
Γεννάται το εύλογο ερώτημα, γιατί να δεχθούν οι βουλευτές να γίνουν για ορισμένα χρόνια πειθήνιοι διεκπεραιωτές των αποφάσεων ενός προσώπου έξω και υπεράνω του πολιτικού συστήματος; Η απάντηση είναι ότι δεν φαίνεται δυνατός άλλος δρόμος για τη διάσωσή μας. Αλλά και για διάσωση της τάξης των πολιτικών. Αν η χώρα περιέλθει σε ένα οικονομικό χάος και σε πλήρη ανομία, θα χαθούν και οι απολαβές, τα προνόμια και οι προοπτικές περαιτέρω σταδιοδρόμησης των βουλευτών. Φιλοπατρία λοιπόν, που για τους περισσότερους από αυτούς είναι δεδομένη, αλλά και ατομικό συμφέρον υπαγορεύουν την ανάγκη η μεγάλη πλειοψηφία της Βουλής να ξεπεράσει τα κομματικά σχήματα και να στηρίξει την Ενός Ανδρός Αρχή.
Δεν θα είναι εύκολη αυτή η απόφαση, όπως δεν θα είναι εύκολο και το έργο του διασώστη. Δεν υπάρχει όμως άλλη λύση.